Παρασκευή, 28 Απριλίου 2006

Όαση στην ερημία...

Μεγαλώσαμε στη στέρηση. Την ένιωθα παντού γύρω μου. Μόλις που τα βγάζαμε πέρα. Γιατί δεν έφτανε που είχαμε χάσει τα πάντα και ξεκινήσαμε, στον προσφυγικό καταυλισμό, τη ζωή από το μηδέν, έπρεπε η μανούλα τα πληρώνει και τα χρέη που είχαμε κάνει για το σπίτι, το οποίο όμως τώρα δεν είχαμε... Οι έξυπνοι και οι κομματάρχες δεν πλήρωναν μία κι έτσι, όταν πολύ αργότερα χαρίστηκαν τα προ του ΄74 δάνεια, εμείς ήμασταν από τους ελάχιστους που τα είχαμε ξοφλήσει! "Αξίζει η τιμιότητα κόρη μου, αξίζει, ακόμα κι όταν χάνεις", μονολογούσε η μανούλα. (Να το πίστευε άραγε;)

Εμείς λοιπόν, επί σειρά ετών τη βγάζαμε με τα άκρως απαραίτητα. Και αυτά πολλές φορές μάς έλειπαν. Πού λεφτά για παιγνίδια και κούκλες! Μια μέρα όμως η μανούλα, με πήρε αποφασιστικά από το χέρι και πήγαμε στα μαγαζιά. Έμεινα άφωνη! "Κάπως έτσι θα είναι ο παράδεισος" σκέφτηκα, αγκαλιάζοντας με τα μάτια μου όλα εκείνα τα αμέτρητα παιγνίδια, τούς χαμογελαστούς ανθρώπους και τα τρισευτυχισμένα παιδάκια που πηγαινοερχόντουσαν.

"Διάλεξε κόρη μου και πάρε αυτό που σου αρέσει"!, πρόσταξε με αποφασιστική τρυφερότητα η μανούλα. Την καρδιά μου την είχε κλέψει μια μεγάλη, αγγελικά πανέμορφη, ξανθιά κούκλα, αλλά δεν είχα το κουράγιο να τη ζητήσω. "Εθ θελω τίποτε μαμμα" της είπα. "Άλλη φορά". Εκείνη όμως κατάλαβε...

Είναι μια Μπάρμπι που την έχω ακόμη πάνω στο γραφείο και με κοιτάζει με ξεθωριασμένα μάτια και ταλαίπωρα ρούχα. Αν όμως την προσέξεις καλά, νιώθεις ακόμα και σήμερα να ζωντανεύει πίσω από τα μαλλιά της όλο εκείνο το ευτυχισμένο και βουερό ανθρωπομελίσσι που το έχω φυλαγμένο στο μυαλό, σαν όαση στην ερημία τών παιδικών μου χρόνων.

Με νοσταλγία

Παράγραφος

[Σχόλιο που έκανα στο blog τού αγαπημένου μου ΝΔ, την 27η Απριλίου 2006]

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2006

Στη φίλη μου Κ. και στην κορούλα της Μ.

Απεγνωσμένη συμπαράσταση...

Καλού κακού
θα κρατώ στο χέρι
τριαντάφυλλα ανθισμένα,
γιατί δεν θέλω να ξεχάσω
πως είμαστε πεταλούδες θνητές
από σκόνη καμωμένες

κι όταν θα σε βλέπω να κλαις,
με το μάγουλο θα ξεριζώνω τα αγκάθια
να σου προσφέρω στη ψυχή ροδόσταμο
με αγάπης αίμα

κι όταν σε βλέπω να γελάς
με ροδοπέταλα θα ραίνω την πνοή σου
κι ας είναι η χαρά μας ψέμα!


Με απέραντη αγάπη

Παράγραφος


[Στη φίλη μου Κ. και στην κορούλα της Μ. που αύριο το πρωί μπαίνει στο χειρουργείο για τρίτη φορά - καρκίνος στον εγκέφαλο.]

Σάββατο, 22 Απριλίου 2006

Πέρσι το Μεγάλο Σάββατο...

Πέρσι πήγαμε όλοι οικογειακώς στην εκκλησία και ο καλός μου και η μανούλα και ο αδελφούλης και η κορούλα μου, όλοι μας με την ανομολόγητη έγνοια να προσευχηθούμε (εκείνοι περισσότερο, γιατί πιστεύανε) για το παιδί που είχε παρει κατήφορο και δεν ξέραμε αν θα προλαβαίναμε ζωντανοί το ραντεβού στην Αμερική...

Στο "ω γλυκύ μου έαρ" άντεξα, αν και ηχούσε αβάσταχτα ειρωνικά στ΄αφτιά μου, αφού εκείνη η άνοιξη ήτανε πιο πικρή από κάθε άλλη...

Στο "γλυκύτατον μου τέκνο", με πήρε το παράπονο, αλλά κανείς δε με κατάλαβε καθώς ήτανε βουτηγμένοι στη δική τους συντριβή...

Εκεί που δεν άντεξα πια και κατέρρευσα ήταν στο "Πού έδυ σου το κάλλος". Ευτυχώς πρόλαβα κι έδωσα το παιδί στον άντρα μου...

Θα μπρορούσα να πάω και φέτος στην εκκλησία, αφήνοντας κάποιον να προσέχει την κορούλα μου. Αλλά δεν τόλμησα... Άλλωστε λείπουνε και δυο αγαπημένοι μου... Τι να κάνω εκεί σχεδόν μόνη...

Αυτό το Πάσχα, αυτό το φετεινό Πάσχα κι αυτή η άνοιξη, μου φαίνονται καπως σαν τον μουντό καιρό που απλώνεται πάνω από τη Λευκωσία σήμερα. Δεν ξέρεις τι νιώθει. Απο τη μια η φύση παντού χαμογελά, αλλά τα σύννεφα είναι εκεί σκοτεινιασμένα και βλοσυρά, βλέπουν το φως των λουλουδιών, μια θάλασσα πολύχρωμης ζωής, μα δε γελούν, δε χαίρονται, δεν τραγουδούν, κάτι τους λείπει, κάτι μας λείπει...

Χριστός Ανέστη, μάμμα!

Χριστός Ανέστη, Αδελφούλη!

Αναστήθηκε η κορούλα μας!

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2006

21η Απριλίου: ακόμα κρατάει η σταύρωση...

Εγώ έζησα το πραξικόπημα τής 21ης Απριλίου, λίγα χρόνια... αργότερα: τον Ιούλιο του 74, στη Μόρφου αλλά δεν καταλάβαινα και πολλά: "Κάποιος σκότωσε χτες τη νύχτα τον Γιαννή!" - "Μα τι τους έκαμε, ήταν καλός άνθρωπος"

Και λίγες μέρες μετά, προτού καταλάβουμε καλά-καλά τι έγινε... "Οι σειρήνες, οι σειρήνες, τρέξτε!". - "Να τρέξουμε, αλλά προς τα που, παντού αεροπλάνα, και στη Λευκωσία και στον Πενταδάκτυλο" - "Τρέξτε προς το βουνό..." Και τρέχαμε και τρέχαμε, ώρες ατελείωτες σε δρόμους πυρακτωμένους, σκονισμένους με δίχως επιστροφή...

Η ψυχαναλύτριά μου επιμένει πως τα περισσότερα υποσυνείδητα τραύματά μου βρίσκονται εκεί, τότε που τρέχαμε με τη μανούλα από το σπίτι για το Τρόοδος. Εμείς τουλάχιστον προλάβαμε και πήραμε τις παντόφλες μας, αλλά εγώ ήμουνα μικρή και δεν άντεξα για πολύ το περπάτημα και με πήρε αγκαλίτσα η μανούλα και να σέρνει και τον αδελφούλη μου στα κατσάβραχα, και να παρακαλάει τα διερχόμενα αυτοκίνητα, που τρέχανε σαν τρελά, να πάρουν τουλάχιστον το ένα το παιδί, αλλά ο αδελφός μου δεν ήθελε να πάει μαζί τους κι εγώ είχα κολλήσει επάνω της κατατρομαγμένη από τις φωνές που ακούγαμε, τα ασθενοφόρα που περνούσαν, τους αλεξιπτωτιστές που έγιναν άγγελοι θανάτου για πολλούς... Κι ο πατέρας μου ως συνήθως φευγάτος. Κάπου θα μπεκρόπινε πάλι...

Σιγά-σιγά γέμισε η δημοσιά κατατρομαγμένες ψυχές, άλλοι κρατούσαν στα χέρια τους ένα και δυο παιδιά, κι όσοι πήρανε μαζί τους εικονίσματα, στο τέλος τα εγκατέλειπαν στην άκρη του δρόμου, γιατί πόση ώρα να τα κουβαλάς στα χέρια μες τη ζέστη; Και νερό πουθενά! Θυμάμαι σαν όνειρο και εφιάλτη μαζί: "Διψάω μανούλα" τής έλεγα. "σε λίγο κόρη μου, σε λίγο, φτάνουμε..."

Και τώρα που έφυγε η μανούλα στεναχωριέμαι που την πίεζα συνεχώς για νερό και δεν είχε και πονούσε και πάντα μου τό ΄λεγε: "έπρεπε, έπρεπε να πάρω λίγο νερό μαζί μου ..τότε..."

Για μερικές ψυχές ακόμα κρατάει η σταύρωση...

Με θλίψη από τη Λευκωσία

Παράγραφος

Τρίτη, 18 Απριλίου 2006

Από τους εφιάλτες στον παράδεισο...

Είναι, λέει, δυο γιατροί και τρεις νοσοκόμες πάνω από την κορούλα μας που δεν είχε χρονιάσει ακόμα. "Κρατήστε την γερά μη σας ξεφύγει και της κάνω ζημιά!", προστάζει ο γιατρός που ετοιμάζεται με μια σύριγγα να τρυπήσει τη σπονδυλική της στήλη. Με τρεμάμενα χέρια και σχισμένη ψυχή, τής χαϊδεύω το μαγουλάκι κι ενόσω με κοιτάζει στα μάτια, τα ουρλιαχτά της φτάνουν στον ουρανό: "μη μανούλα, μη μανούλα μου, μην τους αφήσεις γλυκιά μου μανούλα, μη!".

Όπως κάθε νύχτα, έτσι και χτές ξύπνησα ιδρωμένη, με το μαξιλάρι μουσκεμένο από δάκρυα, με το σπαραχτικό της κλάμα ν΄ αντηχεί ακόμα στ΄ αφτιά μου και με το απαρηγόρητο παράπονο στο νου: αφού εκείνη η παρακέντηση (στην Λευκωσία) ήταν αχρείαστη, γιατί την έκαναν στο παιδάκι μου που ήταν ήδη τόσο βασανισμένο; Γιατί;

Ο άλλος εφιάλτης άρχισε μετά τον πρόσφατο θάνατο τής μανούλας: Είμαι, λέει, έξω από το σπίτι, μακριά, και η κορούλα μου στο κρεβατάκι της σπαράσσει, όπως τότε στην παρακέντηση, κι εγώ τρέχω, τρέχω να τη φτάσω, να τη βοηθήσω, αλλά η απόσταση μεγαλώνει και όσο πλησιάζω τόσο περισσότερο αργώ. Με τα πολλά φτάνω στο κρεβατάκι της, την αγκαλιάζω, «μη κλαις κορούλα μου», ηρεμεί. Πλησιάζω το προσωπάκι της και τι βλεπω; τη μανούλα μου...

Κάποτε αυτοί οι δυο εφιάλτες σμίγουνε και ξυπνώ με ταχυπαλμία και κρίση πανικού. Συνέρχομαι κάπως στην αγκαλίτσα τού μπαμπά μας: "Δεν είναι τίποτε καλή μου, πέρασε πια ο εφιάλτης, πέρασε, δε θα ξανάρθει", ψιθυρίζει τρυφερά, προσέχοντας μη ξυπνήσει την κορούλα μας. (Κοιμόμαστε όλοι μαζί. Πρέπει, γιατί έτσι και πάθει κάποιο επεισόδιο στον ύπνο της και δεν το πάρουμε χαμπάρι...)

Αυτό το βασανιστήριο που τής έκαναν στην Λευκωσία, δεν θα το ξεπεράσω ποτέ, ειδικά μετά που είδα (στο Μέιγο Κλίνικ) πώς πρέπει να γίνεται μια παρακέντηση. Εκεί ο εκλεκτός γιατρός μας και σπάνιος άνθρωπος, μάς ανέλυσε διεξοδικά την αναγκαιότητα των γενετικών εξετάσεων στη διερεύνηση τών "χι" και "ψι" συνδρόμων. Όταν είδε ότι έχασα το χρώμα μου, με άγγιξε απαλά στην πλάτη και χαμογελώντας στοργικά με καθησύχασε: "Και στην κόρη μου, αυτό θα έκανα. Να μην ανησυχείτε καθόλου, δεν θα νιώσει τίποτε το παιδί. Σας το υπογράφω".

Μια ώρα πριν, τής έδωσαν ένα χαπάκι, με σκοπό να διαγραφεί από τη μνήμη της τυχόν αρνητική εμπειρία, αν προέκυπτε. Απλώσανε και μια ειδική αλοιφή (τοπική αναισθησία) στη σπονδυλική της στήλη. Μπήκαμε στο εργαστήριο (χάρμα οφθαλμού) που έμοιαζε με καμπίνα διαστημοπλοίου. Έκατσε η κορούλα μου μπροστά σε μια επίπεδη οθόνη με το αγαπημένο της DVD. Από αριστερά, εγώ τής κρατούσα το ένα χεράκι και από δεξιά, το άλλο χεράκι το κρατούσε η νταντά και νοσοκόμα της, η δεύτερη μανούλα της εδώ και τρία χρόνια.

Η κορούλα μας να βλέπει Μπάρνυ και να γελά, στην πλατούλα να μη νιώθει τίποτε κι εμένα να με στηρίζει ειδική ψυχολόγος τού νοσοκομείου προκειμένου να μη μεταβιβάσω την τραυματική μου εμπειρία και αγωνία στο παιδί που, καθ΄ όλη τη διάρκεια τής επέμβασης, διασκέδαζε αμέριμνο!

Μπορεί στον ύπνο μου να βλέπω την κόλαση, όταν όμως ξυπνώ, ευγνωμονώ τον παράδεισο τού Μέιγιο Κλινικ (Mayo Clinic): από την κόλαση τής νύχτας στον παράδεισο τής ημέρας. Λίγο είναι;

Σάββατο, 15 Απριλίου 2006

Η Αφροδίτη για τη μητέρα της...

"...Η ανάγκη των γυναικών να νικήσουν τον χρόνο και να κρατήσουν την ομορφιά τους...

"που λέει το post ήταν η πρώτη εικόνα της μητέρας μου, τόσο ζωντανή σα να την έχω απέναντί μου.

Αχ, πού είναι εκείνη η καλλονή, που τη χάζευαν όλοι στο δρόμο, με τα πράσινα, ελαφίσια μάτια, που σε λύγιζε χωρίς να χρειαστεί να πει λέξη! Μίλαγε η εικόνα της, και η εικόνα της εικόνας της αντί γι' αυτήν... Η ομορφιά της σε γονάτιζε, σχεδόν πονούσες από την θωριά του απόλυτα ωραίου, παρακαλούσες να πάρει το βλέμμα της από πάνω σου να μπορέσεις να πάρεις την ξεχασμένη σου ανάσα...

(Ας ρωτήσω την κυρία που κοιμάται στο άδειο πια κρεβάτι, τη θυμάται την καλλονή μας? Την κοκέτα? Της μίλησε από τότε άραγε?)...

Κόκκινο, κατακόκκινο κραγιόν, που έβγαινε στα χέρια της στριφογυριστό & υπέροχο από το χρυσό του κυλινδράκι, και την έκανε να μοιάζει στα μάτια μου bigger than life - καθρεφτιζόταν, το φορούσε, έβαζε και λίγο ρίμμελ στα τσίνορα κι όταν πια γυρνούσε να με κοιτάξει, νόμιζα ότι πέθαινα, από ομορφιά, από αγάπη, από τα χρώματα που ανέβλυζαν από το πρόσωπό της...

Και μετά περίμενα να με πιάσει, έτσι καθιστή, να μου σκάσει εκείνα τα φιλιά "του αέρα", να μην χαλάσει το κραγιόν...

Το εισιτήριο στον προορισμό "Γυναίκα"...

Την επαφή μου με την πραγματικότητα, μια κι εγώ ήμουν ήδη αλλού, στο "τότε" που θα ήμουν πια κι εγώ γυναίκα με κατακόκκινο κραγιόν...

Έμπαινε μετά ο πατέρας μου στο δωμάτιο, κοιτιόντουσαν με εκείνο το βλέμμα που καταλάβαινα ότι έκρυβε μεγάλη λαχτάρα, αλλά ποτέ δεν γλύστραγε σε μας, "ποτέ μπροστά στα παιδιά!"...

Και την κοίταζα θαμπωμένη, και ήθελα να γίνω έτσι, τα ήθελα όλα, και την ομορφιά της, και τον αέρα της, και το που έμοιαζε με σταρ του Χόλλυγουντ με λίγο μόνον κραγιόν, και το που μπορούσε να μαγνητίσει τον πατέρα μου λες και την συναντούσε πρώτη φορά... Κάθε φορά...

Δεν μπορούσα να την ζηλέψω, ήταν όλος μου ο κοριτσίστικος κόσμος, η Μοργκάνα που μού 'δειχνε λίγα από τα μαγικά της... Κι ούτε τον πατέρα μου ζήλευα, ήταν όλος δικός της και τους ήθελα μαζί. Για πάντα! Ένα, που δεν χώραγε ούτε εμάς. Ειδικά όταν φόραγε το κραγιόν της...

Και μετά τα τακούνια της, το φόρεμά της, ολόκληρο, όχι φούστα-μπλούζα, το άρωμά της, το θρόΐσμά της σε κάθε της βήμα, τη σιγουριά της - ήξερε τα πάντα η δική μου η μητέρα, ήταν η Φύση που έκανε τα μάγια της κι όλοι χάζευαν...

(Να μετά στα καλέσματα οι σπόντες από τις άλλες κυρίες, "μα τι βάζεις χρυσή μου πια, για να λάμπεις τόσο..." και να πέφτουν τα πιρούνια των ανδρών...) Κι εκείνη δεν τις έβαζε τις κρέμες που της έφερνε ο πατέρας μου από τα ταξίδια του - τι να της έκαναν, σιγά! Λαμπύριζε, έκαιγε, έτριζε από μέσα της, και όταν νόμιζε πως δεν την έβλεπε κανείς, άφηνε λίγη λάμψη από τα μάτια της, ίσα να φωτίσει λίγο τις σκιές της... τις πολλές σκιές της, τα χρόνια τα δύσκολα...

Τα είχε στολισμένα τα καλλυντικά της πάνω στην τουαλέτα της, σαν μικρά μπουκαλάκια γεμάτα υποσχέσεις- η Μοργκάνα μου όμως δεν τις χρειαζόταν τις υποσχέσεις αυτές, ήταν η ίδια μια υπόσχεση... Ότι θα μεγάλωνα κι εγώ, ότι θα τύλιγα τους άλλους σε σαγήνη με άρωμα γαρδένιας, ότι τίποτε δεν θα άλλαζε πραγματικά και ο χρόνος θα πάγωνε μ' εκείνη πάντα νέα...

Φόραγε το καλσόν με βαμβακερά γάντια, για να μην φύγει πόντος, μου ψιθύριζε γελαστά "Μόλις γίνεις μεγάλη, θα στα δώσω όλα, μ' ακούς?" και το τρυφερό της χέρι που σήκωνε τον κόσμο όλο την μέρα, εκείνες τις ώρες άγγιζε -απαλό- το μάγουλό μου σαν εκείνα τα "αόρατα" φιλιά...

Πώς είναι οι ήχοι πριν βγει ο ήλιος? Που δεν είναι νύχτα πια, δεν έχει όμως στάλα μέρας ακόμη... Που για λίγες στιγμούλες έχει αγιάζι ακόμη και κατακαλόκαιρο, πριν χαθούν τ' αστέρια, εκεί, που νοιώθεις τον παλμό, συντονίζεσαι με τη ζωή που ξυπνάει, ε, αυτή ήταν!

Μαμά μη φεύγεις, δεν είμαι ακόμη αυτή η γυναίκα, δεν θα τα καταφέρω ποτέ να γίνω, όσα κραγιόν δικά σου και να βάλω... Δε γίνεται σου λέω, δε γίνομαι...

Σ' αγαπώ!

Σχόλιο της αγαπημένης μου Αφροδίτης στο ποστ του ΝΔ της 10ης Απριλίου 2006 (3:11 πμ)

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2006

Ο μπαμπάς που δεν είχα...

Συχνά ο πατέρας απουσιάζε τα μεσημέρια είτε γιατί θα γυρνούσε με κάποια φιλενάδα είτε γιατί κάπου μπεκρόπινε ως συνήθως.

Και η μαμά, για ν΄ αποφύγει τις μετέπειτα εκρήξεις του, μ΄ επαιρνε νωρίς το απόγευμα και φεύγαμε από το σπίτι να γλιτώσουμε. Κόβαμε βόλτες σαν την άδικη κατάρα μέχρι ν΄ ανοίξουν οι κινηματογράφοι και να χωθούμε κάπου να κρυφτούμε απ΄την οδυνηρή πραγματικότητα, να ονειρευτούμε η κάθε μια ό,τι δεν είχαμε στο σπίτι μας: εκείνη, την εκλυστική εκδοχή τού άντρα γυναικά, κι εγώ έναν καλό μπαμπά.

Το "Οσα παίρνει ο άνεμος" ήταν το ευαγγέλιό μας: το βλέπαμε ακόμα κι όταν οι κόπιες ξεθώριασαν ολότελα, ακόμα κι όταν προβαλλόταν σε κάτι ξεπεσμένους κινηματογράφους που μύριζαν κλεισμάρα και που είχαν μπαγιατέψει (για τον πολύ τον κόσμο) κι αυτοί και η ταινία.

Η μανούλα είχε ταυτιστεί με τη Σκάρλετ που μέσα στην απόγνωσή της, αφού είχε χάσει γονείς και περιουσία κι είχε σκοτώσει αμυνόμενη έναν στρατιώτη, ορκιζόταν: "θα κάνω τα πάντα στη ζωή μου για να μη ξαναπεινάσω, να μην ξανα-υποφέρω!". Έπαιρνε θάρρος, η μανούλα, για ν΄αντιμετωπίσει την επόμενη μέρα, ή μάλλον για ν΄αντέξει, τα βρισίδια και τους ξυλοδραρμούς τής επόμενης ημέρας.

Εγώ προτιμούσα νά ΄μαι το νεκρό παιδάκι τής Σκάρλετ και του Ρετ που σαν πέθανε το έκλαιγε μέρα-νύχτα και δεν άφηνε κανέναν να το θάψει. Αφού δεν είχα στη ζωή ένα καλό μπαμπά να μ΄ αγαπά, σκέφτηκα πως ίσως τον έβρισκα νεκρή.

Ήθελα να πεθάνω για να τον κάνω να με κλάψει από αγάπη, να με τυλίξει στα χέρια του ζεστά και τρυφερά, όπως δεν έκανε ποτέ. Κι έτσι να ζήσουμε αιώνια: εκείνος πάνω από το νεκροκρέβατό μου κι εγώ στην αγκαλιά του, αγγελουδάκι ευτυχισμένο...

Σχόλιο που έκανα σήμερα στο ποστ τού αγαπημένου μου ΝΔ

Τρίτη, 11 Απριλίου 2006

Στο δρόμο για τις ΗΠΑ...

Να την λένε "στρίγγλα" κι εκείνη να είναι μαζί μας άγγελος! Να την λένε "ανάποδη" κι εκείνη να μας συμπεριφέρεται σα μεγάλη μας αδελφούλα. Να τη λένε απρόβλεπτη κι εκείνη να σκίζεται για χάρη μας! Ε, άντε στο διάολο όλοι σας, κακοί, μοχθηροί, ζηλιάρηδες, μικρόψυχοι και τιποτένιοι συκοφάντες! Αλλά τέτοια κοινωνία είμαστε: φτύνουμε στην ανθρωπιά και την αφοσίωση.

Πώς θα ταξιδεύαμε όμως τόσες ώρες με το παιδί σε αυτήν την κατάσταση; Πλήρες αδιέξοδο. Έτσι, αποθρασυνθήκαμε και την παρακαλέσαμε, αν μπορεί, να μας συνοδεύσει. «Πολύ θα ήθελα, φτάνει να με καλύψει κάποιος στις εφημερίες», μας είπε και πετάξαμε στα ουράνια! Βρέθηκε και λύση και για τη φοβία μου με τα αεροπλάνα: ένα ζάναξ μια ώρα πριν τη πτήση κι ένα κατά τη διάρκεια, με λίγο τζιν τόνικ. Κανονική μαστούρα, δηλαδή!

Tο φέις κοντρόλ στην αμερικάνικη πρεσβεία δεν το γλιτώσαμε. Ούτε την ταλαιπωρία με την άθλια KLM, που άλλα υπέγραψε και τίποτε δεν έκανε απ΄ όσα υποσχέθηκε και όφειλε να πράξει για ένα άρρωστο μωρό τριών ετών, με νευρολογικά προβλήματα, που συνοδευόταν από γιατρό και νοσοκόμα. Δεν είχαμε που να βάλουμε τα οξυγόνα, τα μηχανήματα, το βαλιτζάκι με τα φάρμακα.

Μας δώσανε, βέβαια, τη δεύτερη θέση, αλλά είχαν επιτρέψει στους άλλους συνεπιβάτες να γεμίσουν τον τόπο με μικροαποσκευές. Ακόμα και ο διάδρομος ήταν κατειλημμένος, λες και βρισκόμασταν σε επαρχιακό λεωφορείο! Και τα γαϊδούρια (πλήρωμα και συνεπιβάτες, κυρίως ξένοι) παρ΄ ότι τους εξηγήσαμε ότι επιβάλλεται να έχουμε κοντά μας τα απαραίτητα για τις πρώτες βοήθειες, μάς γύρισαν την πλάτη! Με πλήγωσε η αναισθησία τους θανάσιμα... Αν και ψιλομαστουρωμένη, πήγα στην τουαλέτα κι έριξα κρυφά το κλάμα τής ζωής μου...

Ακριβώς μπροστά μας ήταν ένας κύριος. Τάχα ενοχλούνταν από το παιδί -που άγγιζε μερικές φορές με πόδι απαλά τη θέση του- και, συχνά χωρίς λόγο, σήκωνε το χέρι του πάνω από το κεφάλι και χτυπούσε το προσκέφαλό της θέσης του, νεύοντάς μας «σιωπή!». Εγώ ντρεπόμουνα ν΄ αντιδράσω, αλλά κι αυτός, δεν έπρεπε να δείξει λίγη κατανόηση, αφού ήξερε ότι το παιδί ήταν άρρωστο;

Απ΄ τα πολλά, η κορούλα μου τσαντίστηκε, ανασηκώνεται, κάνει λίγο μπροστά και τον πλακώνει στις σφαλιάρες! (Σου λέει, αφού χτυπιέται μόνος του, ας τον... βοηθήσουμε...) Εμείς δαγκώναμε τα χείλη μας, από ντροπή, αλλά και για να πνίξουμε το λυτρωτικό γέλιο μας! Εκείνος κατατρόμαξε κι ούτε που διανοήθηκε να μας ξαναπαρατηρήσει! Κάθε φορά που το θυμόμαστε, σκάμε στα γέλια.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2006

Διεκδικώντας κρατική βοήθεια...

Η απόφαση ελήφθη: πάμε στις ΗΠΑ για όσο χρειαστεί και όσο αντέξουν τα οικονομικά μας. Υποθηκεύσαμε (δεύτερη υποθήκη) το σπίτι μας και το οικόπεδο. Βάλαμε στην άκρη 150.000 δολάρια. Nα δούμε τι θα πει και η γιατρός. "Ξέρει την κατάσταση. Βλέπει ότι το πειραματικό φάρμακο, που με τόσους κόπους έρχεται από Γαλλία, δεν προσφέρει τίποτε. Αν ήταν δικό της το παιδί, τι θα έκανε;" - είπε ο καλός μου και ξεκινήσαμε.

Πλησιάσαμε τόσους και τόσους και όλοι μας αποθάρρυναν: "αποκλείεται να συνεννοηθείτε μαζί της. Είναι απρόβλεπτη, είναι προσβλητική, δε νοιάζεται, εκρήγνυται χωρίς λόγο, μπορεί να θιχτεί από την πρωτοβουλία σας..." Και τι δεν μας είπανε. Όταν χτυπήσαμε την πόρτα τού γραφείου της, εγώ ένιωσα ότι είχε έλθει η μέρα της Κρίσεως! Έτρεμα ολόκληρη από την αγωνία. Τα χέρια και τα πόδια μου παγώσαν, τα δόντια μου χτυπούσαν και στο πρόσωπο εύκολα εύκολα διακρίνονταν συσπάσεις άγχους και απελπισίας.

Εκείνος ψύχραιμος, καλότροπος, ευγενικός, τής έδωσε να καταλάβει ότι την σέβεται και πως αναγνωρίζαμε το ενδιαφέρον της για το παιδί μας, ότι, επιπλεον, της ήμασταν και υποχρεωμένοι αφού πολλές νύχτες το επισκέφτηκε στην εντατική, αν και δεν ήταν εφημερία, και πως τώρα ζητάμε την συμπαράστασή της, ένα παραπεμπτικό.

Και όχι μόνο διαψεύστηκαν οι κασσάνδρες, όχι μόνο δεν της κακοφάνηκε που της ανακοινώσαμε την απόφασή μας να παμε στο Μέιγιο Κλίνικ (Mayo Clinic), αλλά αμέσως έφτιαξε και το σχετικό έγγραφο. "Η εισήγησή, δυστυχώς, θα εξεταστεί από ομάδα ανώτατων γιατρών και λειτουργών, που συνήθως το παίζουνε σκληροί κι δεν θα έβλαπτε κάποιος να τους προσεγγίσει...", μας προειδοποίησε και μας άνοιξε τα μάτια ταυτόχρονα.

Αυτό ήταν: πέσαμε με τα μούτρα στα μέλη τής επιτροπής. Αρχηγοί κομμάτων, βουλευτές τής συμπολίτευσης και τής αντιπολίτευσης, υπουργοί Εσωτερικών, Υγείας, Οικονομίας, έπαρχοι, διοικητές οργανισμών, γενικοί διευθυντές και υποδιευθυντές υπουργείων. Σε τρεις μέρες ήλθε η απάντηση, παραλάβαμε τα σχετικά έγγραφα, επικοινωνήσαμε με τη Πρεσβεία στην Ουάσιγκτον, εστάλησαν οι εγγυήσεις στο νοσοκομείο (για νοσήλια έως και 200.000 δολάρια!), επιβεβαιώσαμε το ραντεβού για τις τόσες Μαΐου με το νοσοκομείο, βγάλαμε τα εισιτήρια, τοιμάσαμε τις αποσκευές, αλλά δεν μας κολλούσε ύπνος:

Πρώτον γιατί έχω φοβία με τα αεροπλάνα και δεύτερον για το πώς στην ευχή θα ταξιδεύαμε μια ολόκληρη μέρα, με τόσες ώρες αναμονής στο Άμστερνταμ, τη στιγμή που οι κρίσεις τού παιδιού ήταν ανεξέλεγκτες πια (κάθε λίγο και λιγάκι ξημεροβραδιάζαμε στην εντατική) κι ένα παρατεταμένο επεισόδιο πιθανόν να του προκαλούσε ανήκεστο βλάβη.

Κυριακή, 9 Απριλίου 2006

Όταν η ελπίδα πέθαινε...

Οι γιατροί στην Ευρώπη ήταν καταδικαστικοί, η κορούλα μας χειροτέρευε, μέρα με τη μέρα. Βλέπαμε ότι το χάναμε το παιδί και μέσα στην απελπισία μας στραφήκαμε στην Αμερική, στο πασίγνωστο Johns Hopkins. Το παιδονευρολογικό τμήμα του υποσχόταν θαύματα.

Στην αρχή ανταποκρίθηκαν θερμά. Όταν όμως είδαν όλο το φάκελο τού παιδιού (το ιστορικό, τις διαγνώσεις επιφανών ευρωπαίων γιατρών και τα τόσα φάρμακα που απέτυχαν), τότε σιγά-σιγά άρχισαν να μας κόβουνε τη φόρα, προβάλλοντας χίλια δυο γελοία γραφειοκρατικά προσχήματα. Ήταν ολοφάνερο ότι μάς θεωρούσαν χαμένη υπόθεση...

Όμως κάθε εμπόδιο για καλό: η αγαπημένη μου ξαδέλφη, που ζει στην Ουάσιγκτον, εντόπισε ένα κορυφαίο νοσοκομείο, το Mayo Clinic, σε μια μικρή πόλη (Ρότσεστερ) κοντά στα σύνορα με τον Καναδά. Σύμφωνα με μια ανεξάρτηση υπηρεσία αξιολόγησης των αμερικανικών νοσοκομείων, θεωρούνταν αυθεντία στα νευρολογικά και μοναδικό στον κόσμο. "Υπερβολές", σκεφτήκαμε, αλλά δεν είχαμε κι άλλη λύση.

Αμέσως είπαν "ναι", αλλά ζητούσαν μεγάλα ποσά και εγγυήσεις επί εγγυήσεων και μετρηρά δεν υπήρχαν. Οι φανερές αποταμιεύσεις του παππού είχαν εξαντληθεί, ύστερα από δυομισι χρόνια άδοξων περιηγήσεων στα πιο γνωστά ευρωπαϊκά νοσοκομεία. Επειδή, όμως, είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι, το κράτος ήταν υποχρεωμένο να χρηματοδοτήσει τη νοσηλεία τού παιδιού μας στις ΗΠΑ, μέχρι και του ποσού των 200.000 ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι, σε πρώτη φάση, η θεράπων ιατρός τού παιδιού (στο τάδε δημόσιο νοσοκομείο της Κύπρου), θα συναινούσε.

Τότε ήταν που μας έφαγε η αγωνία: θα υπέγραφε, άραγε, η γιατρός να πάμε το παιδί στη Αμερική για θεραπεία; Γιατί αν ήταν τόσο στραβόξυλο όσο την παρουσίαζαν, την είχαμε άσχημα.

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2006

Έλλη μου, σ΄ ευχαριστώ...

Μετά την εισβολή, κι αφού κατεβήκαμε από τα κατσάβραχα όπου είχαμε καταφύγει για να γλιτώσουμε από τους Τούρκους, μας περίμενε μια άγρια ατμόσφαιρα: τη νύχτα οι ακροδεξιοί πυροβολούσαν αριστερούς, έστηναν ενέδρες κι έλεγαν (άκου θράσος!) ότι έπαιρναν το αίμα τους πίσω! Τη μέρα, αριστεροί ξυλοφόρτωναν μη αριστερούς και μη μακαριακούς, μόνο και μονο επειδή διαφωνούσαν μαζί τους, αφού πρώτα τους βάφτιζαν "πραξικοπηματίες".

Ο παλιάνθρωπος ο πατέρας μου, που κατά τ΄άλλα ήταν καταξιωμένος δημοκρατικός πολίτης και στέλεχος της αριστεράς, εκείνη την εποχή, κινδύνεψε μια φορά σε ένα... ποδοσφαιρικό αγώνα. (Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο, ακόμα και τώρα οι ποδοσφαιρικοί αγώνες στην Κύπρο, γίνονται μεταξύ... δεξιών και αριστερών.) Όσο για τις προεκλογικές εκστρατείες τής εποχής, συχνά θυμιζαν μικρούς εμφυλίους πολέμους...

Όταν ήλθε η ώρα να πάω για σπουδές στην Αθήνα, η μανούλα, κατατρομαγμένη απ΄όσα γίνονταν μέσα κι έξω από το σπίτι μας, με συμβούλεψε: "κόρη, μεμ (μην) πάεις στα κόμματα, εν να μπλεξεις, εν να βουρείς, εθ θα διαβάζεις".

Η καλύτερή μου όμως φίλη (από το νηπιαγωγείο ήμασταν μαζί) με την οποία συγκατοικούσα κι όλας, ήταν στέλεχος τού (σοσιαλιστή) Λυσσαρίδη. Κι ένα απόγευμα με έπεισε να πάμε σε μια συνέλευση.

Εκεί μέσα ανανέωσα τις τραυματικές μου εμπειρίες. Γνώρισα αρκετούς από τους "άλλους" ομοϊδεάτες τού πατέρα μου: φώναζαν, έβριζαν, απειλούσαν, "ξετίμαζαν", ξυλοφόρτωναν, βανδάλιζαν, χωρίς προφανή λόγο. Εμένα μ΄έπιασε ταχυπαλμία, όπως συνέβαινε κάθε φορά που το κτήνος ο πατέρας μου φοβέριζε ή έδερνε τη μανούλα. Αλλά, πού να φύγω! Δεν ήθελα ν΄ αφήσω την Έλλη μόνη της. Αλλά και νά ΄θελα, δεν μπορούσα, αφού η Παπαρηγοπούλου ήταν φίσκα: καρφίτσα δεν έπεφτε.

Κι όταν πήρε το λόγο η Έλλη, πόνεσε η ψύχη μου. Της πετούσαν μικροαντικείμενα, την έφτυναν στα μούτρα, την στόλιζαν με ό,τι χυδαίο μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Εκείνη όμως συνέχισε απτόητη, μέχρι που κάποια, αγριεμένη συμφοιτήτρια, την πεταξε κάτω. Την ώρα που έσκυψα να τη βοηθήσω, τη λυπήθηκα τόσο πολύ που άρχισα να κλαίω...

Πρόσφατα (πριν τέσσερα χρόνια, στα βαφτίσια τής κορούλας μου), όταν θυμηθήκαμε το περιστατικό, μάς είπε ότι υπέμενε όσα υπέμενε εκείνο το φριχτό απόγευμα, επειδή έπαιρνε θάρρος από τη δική μου συμπαράσταση... "Ποτέ δεν έπαψα να σ΄ ευγνωμονώ", μας είπε συγκινημένη.

Πέντε μήνες μετά, όταν η κορούλα μου αρρώστησε, η Έλλη εξαφανίστηκε. Η Έλλη τών παιδικών και φοιτητικών μου χρόνων, η ηρωίδα φίλη μου, που διερρήγνυε τα ιμάτιά της για τον άνθρωπο και την αριστερά, που ουδέποτε έχανε την ευκαιρία να με ευγνωμονεί, σαν έμαθε ότι η κορούλα μου είναι επιληπτική, ούτε που θέλει να μας ξαναδεί...

"Πικραινόμενη εν εαυτώ"

Παράγραφος

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2006

Μια αγάπη για έναν...

Στην Αμερική γνώρισα μια μητέρα, τη Λίντια, που έχασε το αγοράκι της: έπασχε απο την πιο ελαφρά μορφή επιληψίας, λιποθυμησε ένα μεσημέρι στο σπίτι της γιαγιάς, μετά το φαγητό, εκείνη δεν κατάλαβε και το παιδί πέθανε απο ασφυξία (εισρόφηση).

Από τότε αυτή η χαροκαμένη μανούλα, μετά τη δουλεία της (δασκάλα) τρέχει από νοσοκομειο σε νοσοκομείο για να είναι δίπλα σε γονείς με επιληπτικά παιδιά. "Θέλω να τους μιλήσω για να μην πάθουν ό,τι συνέβη σε μένα. Κι όσο πιο πολλούς ενημερώνω τόσο πιο πολύ ζωντανεύει το παιδάκι μου στην ψυχή μου και το ακούω να μου λεέι "ευχαριστω μανούλα, ευχαριστώ."

Αυτός ο άνθρωπος -κάναμε πολλή παρέα- ήταν σταθμός στη ζωή μας. Μας έμαθε να κοιτάμε προς τα "έξω". Μια αγάπη μονάχα για έναν δεν φελάει τίποτε, τίποτε δεν είναι για τον ίδιο, αν δεν υπάρχει για όλους (παραφράζω τον ποιητή που μιλάει για ελευθερία).

Πάντως ο έρωτας είναι ζωογόνος. Δίχως τον έρωτά μας, ούτε εγώ ούτε ο καλός μου θα είχαμε την ψυχική δύναμη να γυρίσουμε τον κόσμο, να σώσουμε (για την ώρα) την κορούλα και να συνατήσουμε τη Λίντια που μας δίδαξε πώς να αγωνιζόμαστε και για τους άλλους.

Έρως ζωογόνος, έρως θεραπευτής, έρως ανθρωπιστής. Έρως, κατάφαση ζωής!

Σχόλο που έκανα στο περί Έρωτος ποστ του Ν.Δ τής 26ης Μαρτίου 2006

Σάββατο, 1 Απριλίου 2006

Βοήθεια! ( 2 )

Έπιασα την κορούλα μου στα χέρια κι άρχισα να τρέχω σαν τρελή δεξιά-αριστερά, από δωμάτιο σε δωμάτιο και από τηλέφωνο σε τηλέφωνο. Στην αγκαλίτσα μου το παιδάκι μισοπεθαμένο, στο τηλέφωνο να μη μπορώ να μιλήσω και ο άντρας μου να ακούει, από τη συσκευή, ένα βουβό κλάμα που τον κατατρόμαξε .

Τρέχω για το γραφείο του - είναι δίπλα από το σπίτι. Νά ΄σου η μανούλα στην αυλή που τώρα μ΄ ακολουθεί αλαφιασμένη! Ορμάω και του δίνω το παιδί μας λέγοντάς του σπαραχτικά: "δεν αναπνέει"... Εκείνος, προσπαθεί απεγνωσμένα να διατηρήσει την ψυχραιμίας του. "Εισρόφηση", λέει, το γυρίζει μπρούμυτα και το χτυπάει στην πλάτη. Η ψυχούλα μας βγάζει το φαγητό, αρχίζει να κλαίει και ξαναβρίσκει το χρώμα της. "Γρήγορα στο νοσοκομείο!"

Αλλά και στο αυτοκίνητο (οδηγούσε ο παππούς) ξανά τα ίδια : τα μάτια γυρίσανε πίσω, το πρόσωπο μελάνιασε κι ανάσα καμιά. "Πάλι σταμάτησε η αναπνοή του", ουρλιάζω... Τώρα ο καλός μου τού έδωσε το φιλί της ζωής, συνέρχεται για λίγο αλλά σύντομα ξανασβήνει...

Έτσι το παραδώσαμε στον παιδίατρο, ξεψυχισμένο. Πανικός στο θάλαμο, σωληνάκια, οξυγόνα, μια νοσοκόμα κάτι ψελλίζει για σπασμούς, βάζουν υπόθετο στεζολίντ (δηλαδή βάλιουμ) και μετά από δέκα λεπτά, η κορούλα μας ξαναβρίσκει το χρώμα της, την αναπνοουλα της, τώρα κοιμάται το αγγελούδι μας, ήσυχα...

- «Θα ζήσει γιατρέ;"
- «Δεν είναι τίποτε, θα ζήσει. Αφήστε την μόνο να ηρεμήσει λίγο..." και τα λέμε μετά.