Κυριακή, 22 Ιουλίου 2007

Mανιοκατάθλιψη (και κάτι για αντιστάθμισμα)

<< Το ενενήντα, όταν ήμουν στην πρώτη Δημοτικού, ο μπαμπάς μου έπεσε από τη σκαλωσιά και τσακίστηκε. Τον είχανε ξεγραμμένο, όμως η μαμά, που ήταν νοσοκόμα, άφησε τη δουλειά της κι έμεινε δίπλα του. Μέρα νύχτα τον φρόντιζε. Πίστευε ότι θα γινότανε καλά. Το θαύμα έγινε. Έγινε όμως και το κακό. Εμάς μάς έκλεισε το ορφανοτροφείο. Οικοτροφείο το λέγανε, ορφανοτροφείο ήτανε. Μας έκλεισε εκεί μέσα και τα τρία της κορίτσια. Εγώ έγινα άριστη μαθήτρια. Από φόβο. Όταν το βράδυ μάς έλεγχαν και κάναμε λάθος, μας τσάκιζαν στο ξύλο. Πολύ ξύλο. Εμένα με χτυπούσαν στην πλάτη. Κάτω από τον ώμο και μέχρι τη μέση. Με χτυπούσαν και γιατί ήμουνα άτακτη. Πιο πολύ με δέρνανε τα μεγάλα κορίτσια, τα ορφανά που ζούσανε εκεί και κάνανε τις βοηθούς τής ψυχολόγου, μιας γυναίκας που σπάνια βλέπαμε.

>> Εμένα με είχε "αναλάβει" η Ρεβέκκα, μια ψηλή, χοντρή και άσχημη κοπέλα που δεν είχε βγάλει ούτε το Δημοτικό. Την είχανε για όλες τις δουλείες. Έπλενε, μαγείρευε, σφουγγάριζε, μάς μπανιάριζε όσο πιο σαδιστικά μπορούσε και έκανε το χωροφύλακα. Αλίμονο αν έπεφτες στα χέρια της. Κι εγώ ήμουν στα χέρια της μέρα-νύχτα. Παρακαλούσα το θεό να πεθάνω προτού ξημερώσει, γιατί κάθε μέρα το πρωί με ξυπνούσε με ένα άγριο χαστούκι -τόσο δυνατό που ξυπνούσανε και τα άλλα παιδιά. (Και σου λένε μετά γιατί έγινα ψυχασθενής, γιατί είμαι μανιοκαταθλιπτική.) Η Ρεβέκκα μας, λοιπόν, με ρήμαζε στο ξύλο. Τα βράδια, όταν δεν μας επέβλεπε κάποιος άλλος, μου έπαιρνε το φαγητό και το πετούσε στα σκουπίδια. Δεν με άφηνε ούτε νερό να πιω, ούτε στην τουαλέτα να πάω. Και με απειλούσε πως αν πώ τίποτε στους άλλους, θα με βγάλει τρελή και την άλλη μέρα θα με κάνει πάλι μαύρη στο ξύλο. "Ολοι ξέρουνε ότι είσαι τρελή! Εσένα θα πιστέψουνε ή εμένα!", θριαμβολογούσε.

>> Κι εγώ σώπαινα και καταριόμουνα τη μάνα μου, αναθεμάτιζα τον πατέρα μου που τσακίστηκε και δεν σκοτώθηκε. Προσευχόμουνα στο Θεό να πεθάνει εκείνος για να πάμε εμείς στο σπίτι με τη μαμά που μας τώρα μάς είχε εγκαταλείψει ολότελα. Ζούσε μαζί του στο νοσοκομείο. Διάλεγε ασθενείς και έκανε την αποκλειστική νοσοκόμα κοντά στον πατέρα μου για να τον προσέχει κι εκείνον. Οι αδελφούλες μου, τι να σου έκαναν; Η μια δυο και ή άλλη τριών ετών. Που και που τις επισκεπτόνουμα και τις έβρισκα θαμμένες στο σκατό και το κάτουρο. Αν μπορούσα, ακόμα και τώρα, θα πήγαινα να βάλω φωτιά σε κείνο το οικοτροφείο που ήταν όμως οφρανοτροφείο και που κανείς δεν νοιαζότανε για μάς. Από το πολύ το ξύλο έχασα το νου μου. Ανέβηκα μια μέρα στο δεύτερο όροφο και προσπάθησα να ανοίξω το παράθυρο να πέσω κάτω. Το άνοιξα και είδα μια σιδερένια σκάλα. Κατέβηκα και άρχισα να τρέχω μέσα στη νύχτα. Με βρήκανε την άλλη μέρα και με ξαναφέρανε πίσω. Το τι ξύλο έφαγα, δεν περιγράφεται. Ως και η ψυχολόγος με έδειρε! "Πουτάνα, θα χάσουμε τις δουλειες μας εξαιτίας σου! Πάρε και τουτη παρε και την άλλη..."

>> Έγιανε ο μπαμπάς, όταν πατησα στην Τρίτη Γυμνασίου. Τότε πήγαμε στο σπίτι. Εγώ μιλούσα ελάχιστα, έτρεμα πολύ. Κάτι έχει το παιδί, είπε μια θεία μου. "Δεν έχει τίποτε", έλεγε η μαμά, "θα τής περάσει"... Και στην Τρίτη Γυμνασίου ήμουνα άριστη, όμως τα άλλα παιδιά με φωνάζανε βουλγάρα ξεκωλιάρα, να φύγεις. Εμείς όμως ήμαστε έλληνες, και οι γονείς τού μπαμπά μου ήταν Έλληνες και της μαμάς μου. Και από τις δυο μεριές. Οι παππούδες μας είχαν εγκατασταθεί στη Βουλγαρία μετά τον εμφύλιο. Ελληνικά μιλούσαμε στο σπίτι. Δεν άντεχα να με βρίζουνε και τους έβριζα. Έβριζα και τους καθηγητές, που ανεχόντουσαν την κατάσταση, κι έτσι με βάλανε στο μάτι. Ο πατέρας όταν έμαθε ότι βρίζω τους καθηγητές δεν με ρώτησε γιατί, παρά με έκλεισε στην αποθήκη για να μην ακούγονται οι φωνές μου και με ρήμαξε στο ξύλο. "Να μάθεις να μη μας ντροπιάζεις, μωρή μαλακισμένη"! Η μαμά με βρήκε σε κακό χάλι και με πήγε στο νοσοκομείο. Βέβαια, έφταιγα κι εγώ. Τον φώναζα, του έλεγα ότι έπρεπε να είχε πεθάνει, αν είχε πεθάνει δεν θα ήμασταν στο οικοτροφείο, αλλά θα κοιμόμασταν αγκαλιά με τη μαμά. "Χτυπα με, πουστη βούλγαρε", ούρλιαζα. Κι εκείνος χτυπούσε όσο πιο λυσασμένα μπορούσε. Με έκανε μαύρη από το ξύλο.

>> Εγώ, παρόλαυτα, διάβαζα, διάβαζα και ήμουν αρίστη. Ήθελα όμως να ακούω και λίγη μουσική, μου άρεσε πολύ εκείνο το τραγούδι που λέει "δε ζω χωρίς εσένα, ούτε λεπτό". Και άλλα τραγούδια. Αλλά ο πατέρας μου δεν άφηνε να ακούω μουσική. Μου έσπαγε τις κασέτες και τα σιντί. Εγώ αγόραζα άλλα, κρυφά, κι όταν πάλι τα έβρισκε, τα έσπαγε. Και αθλήτρια που ήμουνα, πάλι δεν με άφηνε να γυμνάζομαι, γιατί μου κολλουσαν οι γυμναστές μου που ήθελαν να με πηδήξουν, έλεγε. Και σαν με πηδούσανε, δηλαδή, τι κακό θα πάθαινα; Τι χειρότερο κακό από το κακό που μου κάνανε οι δικοί μου άνθρωποι; Στο κάτω κάτω, ένα πήδημα θα μου έδινε και λίγη ευχαρίστηση. Μου κόψανε με το στανιό και τις προπονήσεις για να μη χάνω ώρα από το διάβασμα. Μέρα νύχτα κλεισμένη σπίτι, χωρίς μουσική, χωρίς φίλους και μονάχα με απειλές πως αν δεν πετύχω, αλίμονό μου... Και αυτό γινόταν συχνά, μέχρι που έδωσα εξετάσεις για το πανεπιστήμιο και απέτυχα. Απέτυχα, ενώ ήμουνα άριστη. Δεν το συγχωρεσα στον εαυτό μου που έμεινα έξω για λίγα μόρια. Τότε πια οι γονείς μου με απέρριψαν εντελώς. Με είχαν χειρότερη και από σκουπίδι. "Αφού δεν κατάφερες να πετύχεις, τι θέλεις και ζεις;", έλεγε και ξανάλεγε ο πατέρας μου. (Ο καλός μου ο πατερούλης, αχ…)

>> Δεν άντεχα να ζω άλλο εκεί μεσα. Ημουν όμορφη και κάποιος μου είπε ότι θα μπορουσα να δουλέψω ως μοντέλο. Εγώ δε θα σ΄ αφήσω να γίνεις πουτάνα, προτιμώ να σε σκοτώσω καλύτερα, έλεγε ο πατερούλης μου. Πάτησα τα δεκαεννιά και ήθελα να φύγω από τη φυλακή μου. Έφυγα από το σπίτι, όχι μια και δυο, αλλά πολλές φορές και με έφερνε πίσω η αστυνομία. Άλλο ξύλο, και πάλι φυγή, και πάλι η αστυνομία, και πάλι ξύλο. (Ημουν άρρωστη, ρε μπαμπά, κι εσύ με έδερνες... ) Ώσπου μια μέρα σταμάτησα να μιλάω και να τρώω. Εκεί που καθόμουνα, έριχνα κεφαλιά στον τοίχο, να σπάσω το κεφάλι μου. Προσπαθούσα να πέσω πάνω στο διερχόμενα αυτοκίνητα. Μια μέρα έβαλα το χέρι μέσα στο καυτό νερό.

>> Απηύδησαν οι άνθρωποι, με μπαγλάρωσαν και με κλείσανε στο τρελάδικο. Εκεί κάτι απαίσιες νοσοκομες και γκεσταπίτες ψυχίατροι, επί μήνες με δένανε στο κρεβάτι και μου δίναμε με το ζόρι φαϊ και φάρμακα. Πόσο καιρό έμεινα εκεί μέσα; Ούτε που θυμάμαι! Μήνες; ίσως και χρόνο, ίσως και περισσότερο! Δεν θυμάμαι, σας λέω... Κάποια στιγμή συνήλθα. Η θεία μου με λυπήθηκε και με πήρε σπίτι της. Μου βρήκε έναν καλό ψυχίατρο. Διπολική διατραχή, διέγνωσε, κοινώς Μανιοκατάθλιψη. Με τα φάρμακα (λιθιο, ντεκρετόλ και κάμποσα άλλα) ισορρόπησα κάπως... Μπόρεσα να πετύχω στο πανεπιστήμιο και να το τελειώσω. Τώρα όμως ερωτεύτηκα. Τον θέλω. Η θεία μου μού λέει ότι με έπιασε πάλι Μανία, ότι δεν είναι φυσιολογικό να τα φτιάξω με έναν παντρεμένο που με περνάει 17 χρόνια. Με έδιωξε από το σπίτι της και με έστειλε πάλι στους καλούς μου γονείς να με... περιθάλψουν. Χτυπάει το κινητό, να δω μια στιγμή ποιος είναι και τα ξεναλέμε. Φιλιά >>

Για την αντιγραφή

Παράγραφος – με αγάπη

.............................................................................


Για αντιστάθμισμα, φωτογραφίες από ΗΠΑ:

Συγκρότημα του Μέιγιο Κλίνικ στο Ρότσεστερ της Μιννεσότα.

Σε αυτό το Μέιγιο αναστήθηκε, πριν δύο χρόνια, η κόρη μας (τότε ήταν τριών ετών): τρείς μέρες αφότου άρχισε την Κετογενική Δίαιτα, σχεδόν εξαφανίστηκε η επιληψία της που την βασάνιζε μέρα νύχτα επί τρία χρόνια.

Τότε (2005), στην πρώτη μας επίσκεψη δεν είχαμε μυαλό για φωτογραφίες.

Τώρα όμως, δυο χρόνια μετά, η πεντάχρονη πλέον κορούλα μας είχε μπόλικο κέφι για παιγνίδι.

(Εγώ είχα σκάσει από την αγωνία μου, επειδή τα φάρμακα της προκαλέσαν πρόβλημα στα νεφρά, το οποιο τελικώς ξεπεράστηκε εύκολα.)




















































































































Κυριακή, 8 Ιουλίου 2007

Ξεπεράστηκε το πρόβλημα - ετοιμασίες για επιστροφή

Μάλλον όλα πήγαν καλά. Η βλάβη στα νεφρά τείνει προς αποκατάσταση. Ο γιατρός αισιοδοξεί και έδωσε την άδεια για επιστροφή στην πατρίδα.

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΘΕΡΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Καλό καλοκαίρι και καλές διακοπές να έχετε

Με εκτιμηση

Κάπα