Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Οι ίδιοι άνθρωποι - ίδια νοοτροπία...


Στις αρχές τού ΄80 μια μικρή ομάδα ανυποψίαστων (για το τι τους περίμενε) φοιτητών πήραμε την πρωτοβουλία να... σκουπίσουμε και να καθαρίσουμε τις βρομιές σε μια ιστορική αίθουσα τής Νομικής (την "Παπαρηγοπούλου"), γιατί ψηλά τα παράθυρα ήταν σπασμένα και τα περιστέρια μάς κατάχεζαν κανονικά.

Μόλις αρχίσαμε το σκουπο-σφουγγάριμα, μάς την πέφτουν κάμποσα κομματόσκυλα τα οποία, αφού... απαλλοτρίωσαν τα σύνεργά μας, άρχισαν τη νουθεσία: ότι κακώς πήραμε πρωτοβουλία να καθαρίσουμε και να σκουπίσουμε και να ξεσκονίσουμε, ότι αυτά είναι ευθύνη τού... κράτους κλπ κλπ κλπ.

Κι εμείς αρχικά τούς ακούγαμε άναυδοι, κι αν δεν μας είχαν αρπάξει τα συμπράγκαλα με το ζόρι κι αν δεν μας είχανε ταράξει στα σπρωξίματα και στους εκφοβισμούς, θα είχαμε πεισθεί ότι έχουνε δίκιο...

Λίγα χρόνια μετά, ζώντας σε πανεπιστήμια τού εξωτερικού, αλλά κι εδώ στην κοντινή (σχετικά) Κύπρο όπου βρίσκομαι πλέον, βίωσα και βιώνω το σεβασμό τών φοιτητών προς τους πανεπιστημιακούς χώρους: δεν τους αντιμετωπίζουν ως ξένους, αλλότριους, εχθρικούς, αλλά ως δική τους υπόθεση, και τους σέβονται. Αυτές τις αηδίες και τα ξερατά με τις βουλωμένες τουαλέτες και το σκατό ως απάνω, δεν θα τα βρείτε εδώ. Δεν το αντέχει η αισθητική τών εδώ φοιτητών ένα τέτοιο χάλι!!!

Όταν λοιπόν, τις προάλλες, μάθαμε για πολλοστή φορά ότι στο ΑΠΘ ξεχείλισαν πάλι οι κάδοι και βρομάει ο τόπος, ένας ντόπιος συνάδελφος αναρωτήθηκε φωναχτά, μα γιατί δεν κάνουνε κάτι οι φοιτητικές ενώσεις; Δεν πονάνε το χώρο όπου ζούνε και μαθαίνουνε;

- Όχι, ρε φίλε. Δεν είναι ότι δεν τον πονάνε, απλώς μάς έμαθαν ότι αυτά είναι δουλειές άλλων και δεν μας νοιάζει. Να μη σου πω ότι υπάρχουνε και ομάδες περιφρούρησης τών... σκουπιδιών κι έτσι και πας να πιάσεις σκούπα και φαράσι θα σου τα βάλουνε στον κ*λο!

- Άντε, ρε, με δουλεύεις;


Μετά τιμής,
Κάπα


Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Δέκα λεπτά αγωνίας (πέντε χρόνια μετά)

Είχα ένα διάλειμμα ολίγων ημερών, οπότε μπορούσαμε να βγαίνουμε βόλτα η ΜαρίαΦωτεινή, η Λίνσευ (η νέα υπερδαστήρια Σκοτσέζα νταντά μας) κι εγώ: πρώτα στα γατάκια τού κοιμητηρίου - να τα χορτάσουμε, και μετά, ως τις οκτώμιση, να παίξουμε μπάλα στο άδειο πάρκινγκ τού μικρού στίβου της Κυρηνείας, πίσω από το αρχηγείο τής Αστυνομίας και τής Εθνικής Φρουράς, στο Πλατύ. 

Της αρέσει πολύ να με ταλαιπωρεί (κι εμένα περισσότερο): αν δει ότι δυσκολεύεται να βάλει γκολ, γυρνάει και κλοτσάει αλλού, για να με κάνει να τρέξω ψευδοπαραπονούμενος «Παιδί μου, βλέπεις κανέναν εκεί;» κι αν δεν το πω, με κοροϊδεύει: «Παιδί μου, βλέπεις κανέναν εκεί;» κι αμέσως με προστάζει: "Πες το!" και το φωνάζω, σπεύδοντας προς τού διαόλου τη μάνα για να φέρω πίσω την μπάλα, με τη ΜαρίαΦωτεινή ικανοποιημένη να με ακολουθεί όσο πιο γρήγορα μπορεί. Από κοντά και η Λινσευ που νομίζει ότι μιμείται τη ΜαρίαΦωτεινή: «Πεντί μου, λεπεις ανεναν εγκει;», και σκάμε στα γέλια κι οι τρεις μας.

Σε λίγο τα δρώματα τρέχουνε που πάνω ως κάτω μου. Και η... ερυθρόδερμη Λίνσευ δείχνει εξουθενωμένη, παρά το δροσερό αεράκι που θερίζει το ξέφωτο. Όχι όμως και η ΜαρίαΦωτεινή, η οποία, απτόητη, τρέχει και ξανατρέχει, με κίνδυνο να παραζεσταθεί και να μπλέξουμε - και μπλέξαμε...

Τη Δευτέρα το βράδυ πάμε να φύγουμε, εκείνη κοντοστάθηκε, στράβωσε το χείλος, γύρισαν τα μάτια πάνω κι άρχισε να περιστρέφεται αργά, κοιτώντας ψηλά... Δεν προλάβαμε να τη βάλουμε στη θέση τού συνοδηγού και συνήλθε, πήρε στα χέρια της τον Μπουτς (το μικρό σκυλάκι, που όπου κι αν πάμε το έχουμε συνεχώς μαζί μας) κι άρχισε να παίζει. Τέλος καλό, όλα καλά!  

Όμως τη μεθεπομένη, τα ίδια και χειρότερα. Την αποθέσαμε τρέμοντας στη θέση τού συνοδηγού όρθια (την κρατούσε η Λίνσευ), μα στο κάθισμα ο σεισμός επιδεινώθηκε, οπότε την ξαπλώσαμε στη μαξιλάρα κι έτρεξα να φέρω το βαλιτσάκι με τις Πρώτες Βοήθειες, αλλά στεζολίντ πουθενά... Το αναποδογυρίζω, πέφτει κάτι μαύρο στην σκοτεινή άσφαλτο κι όπως σκύβω, από τον ιδρώτα, γλιστράνε στο θεοσκόταδο τα γυαλιά μου (έχω εφτά βαθμούς μυωπία) και προκόψαμε...

Η καημένη η Λίνσευ μάλλον θα αναλογιζότανε πού στο διάολο πήγε κι έμπλεξε, ώσπου, για καλή μας τύχη, ακούμε τη Μαρία-Φωτεινή να αναστενάζει (σα να βγήκε, επιτέλους από παρατεταμένο μακροβούτι). 
Μέχρι να φτάσουμε σπίτι συνήλθε εντελώς, κι άρχισε τα αστεία και τις γκριμάτσες, προσπαθώντας να διασκεδάσει το βάσανό της κι εμάς που δεν λέγαμε να συνέλθουμε… 

Ήξερα ότι προκαλούμε την τύχη μας, Όμως από την τελευταία μεγάλη κρίση έχουνε περάσει πέντε χρόνια και σκέφτηκα ότι άξιζε να ρισκάρουμε λίγη χαρά και παιγνίδι, έστω ως πείραμα, που δυστυχώς απέτυχε. Οπότε, πάλι μέσα στο σπίτι, φυλακισμένη. Χειμώνα - Καλοκαίρι.

Με αισιοδοξία,
Κάπα   

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

Οχτώ χιλιάδες λόγοι


"Θα είχα άθλια γεράματα, αν δεν είχα γίνει ακαδημαϊκός", δήλωσε προ καιρού ο Θανάσης Βαλτινός, ενώ ο Χριστιανόπουλος, καταμεσής της κρίσης είχε πει ότι τα εξακόσια ευρώ που παίρνει σύνταξη, του φτάνουν, αλλά εύχεται να μη μειωθούν. Ο Τατσόπουλος είναι επίσης θαρραλέα φωνή, γιατί από τη στιγμή που (προς τιμήν του) έφυγε από το Σύριζα, ήξερε ότι μάλλον θα έχανε οριστικά τις 8000 ευρώ το μήνα.

Τέτοιους ενδοιασμούς δεν είχαν οι συνταξιούχοι ή και οι εν ενεργεία πανεπιστημιακοί τών 1200 ή και 1600 ευρώ το μήνα. Με το που είδαν φως, τρέξανε! (Γι΄ αυτό παραγέμισε "πανεπιστημιακούς" η βουλή.) Ακόμη κι αν ο Σύριζα ζητάει το 40% τού μισθού των βουλευτών του (τα ζητάει, αλλά ποιος τα δίνει...), ακόμη και αν αντί για 8000 το μήνα, πάρουν 5000 "αποζημίωση", ουδείς είναι τόσο κουτός ώστε για... χάρη της συνείδησής του να αρνηθεί τις 60 έως και 100 χιλιάδες ευρώ το χρόνο!!!

Αυτό είναι ΤΟ μέγα διακύβευμα των περισσοτέρων βουλευτών: τι θα απογίνει ο μισθός τους, ολόκληρος ή μη. Αν ψηφίσουν νέο μνημόνιο, κινδυνεύουν να μη ξαναδούνε επανεκλογή, άρα και ανανέωση των 8 χιλιάδων ευρώ το μήνα. Αν όμως δεν ψηφίσουν το μνημόνιο και το παίξουν τσαμπουκάδες, ο κοσμάκης (εικάζουν) θα τους ανανεώσει τα οχταχίλιαρα για κάμποσο ακόμα... Και πάλι όμως, δεν είναι βέβαιο...

Και φθείρονται και νευριάζουν εντελώς, γιατί μπορεί να μείνουν άνεργοι και με δανεικά θα ψευτοσυντηρούνται, οπότε σέρνονται από τηλεόραση σε ραδιόφωνο, και συνεντεύξεις ολημερίς, κουβαλώντας με ανία της ιδεολογίας τους το μαράζι. Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό! Οχτώ χιλιάδες λόγοι είναι αυτοί...

Μετά τιμής,