Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Ενας τρόπος να μνημονεύεις...

Η δυσοσμία δεν ξέσπασε αμέσως. Την νιώθανε περισσότερο οι περαστικοί (που κλείνανε με τα δάχτυλα τη μύτη) και λιγότερο οι γείτονές του που εδώ και είκοσι μέρες είχανε αρχίσει σταδιακά να εξοικειώνονται με τη βρόμα η οποία όμως όλο και δυνάμωνε. Ώσπου ειδοποιήθηκε το Δημαρχείο, ήλθε η αστυνομία, έσπασαν την πόρτα και τον βρήκανε να τρέχουνε από πάνω του ατελείωτες κινούμενες κρεμ κορδέλες από μικροσκοπικά στρουμπουλά σκουλήκια...

Η αστυνομία ενημέρωσε την από χρόνια σε διάσταση γυναίκα του (εύκολα βρήκε το τηλέφωνό της) ότι ο άλλοτε σύζυγός της το και το.... και πως θα πρέπει τώρα να τρέξει για κηδείες και τα συναφή... Εκείνη ταράχτηκε και απάντησε ότι ο λεγάμενος ήτανε ένα κτήνος και μισό... Τους θύμισε τις παλαιότερες αλλά και τις πρόσφατες σε βάρος του καταγγελίες, όταν επανειλημμένα είχε επιχειρήσει να σπάσει την πόρτα τού σπιτιού της να τη σκοτώσει (ευτυχώς ο μικρός της γιος τής είχε δώσει λεφτά και θωράκισε το διαμέρισμα) κι εκείνοι παρά τις εκκλήσεις της για βοήθεια, ερχόντουσαν με το πάσο τους ώρες αργότερα, και επειδή ήτανε και γνωστός τους, συνεχώς θάβανε την υπόθεση ώστε να μη φτάσει ποτέ στον εισαγγελέα... 

"Να πάτε τον θάψετε εσείς που τον προστατεύατε τόσα χρόνια", τους είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο κλαίγοντας... Αμέσως μετά τηλεφώνησε στον καλύτερό φίλο του μικρού της γιου, κι εκείνος αμέσως τον ειδοποίησε να τηλεφωνήσει στη μάνα του...

- "Δεν πειράζει, ρε μάνα. Αναλαμβάνω εγώ όλα τα έξοδα. Μπορεί για εμάς να ήτανε λυκάνθρωπος, στον κόσμο όμως ήτανε αγαπητός." - "Τα έξοδα είναι πολλά, η απολύμανση, η νεκροψία, το ψυγειο..."

Τής είπα, δεν πειράζει, ρε μάνα. Κάν΄ του μια κηδεία, σα να ήτανε ο αγαπημένος σου άντρας και καλός πατέρα μας. Πες στο γραφείο κηδειών να κολλήσουνε παντού, σε όλους τους στύλους, όχι μόνο στην παλιά μας γειτονιά, αλλά και σε όλη την πόλη, αν είναι δυνατόν, το αγγελτήριο θανάτου: "Μιχαήλ Καλλίμαχος τού Θεοδώρου, ετών 85. Η εν διαστάσει του σύζυγός και τα παιδιά του" (μη γράψεις ότι αυτά δεν θα παραστούνε) "καλούν τους φίλους και γνωστούς του που θέλουν να τον αποχαιρετήσουν..."

Μετά την τελετή, μου ξανατηλεφώνησε. Έκλαιγε πάλι... Μου είπε ότι ήρθανε εκατοντάδες γνωστοί και άγνωστοι, ότι η εκκλησία είχε να δει τόσο κόσμο από την εποχή της... Χούντας και πως ελάχιστοι τής είπανε "συλλυπητήρια". Οι πιο πολλοί (αφού σχεδόν όλοι ξέρανε... ) και κυρίως οι παλιοί γνωστοί μας, την αγκαλιάζανε τρυφερά και της δίνανε συγχαρητήρια για τη στάση μας, που δεν τον πετάξαμε στα σκουπίδια κι ότι έτσι που τα κατάφερε καλά να πάθει...

Από εκείνο το βράδυ, βλέπω πάλι τους γνωστούς εφιάλτες: πότε ότι δέρνει τη μάνα μου κι εκείνη μού ζητάει βοήθεια, πότε ότι δέρνει τον αδελφό μου κι εκείνος μου φωνάζει "σώσε με" και πότε ότι τραβάει τα μαλλιά της γιαγιάς και μετά μαζεύουμε τις τούφες μία-μία... 

Είναι κι αυτός ένα τρόπος να μνημονεύεις τον νεκρό πατέρα σου.

Είναι;