Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2019

Το υπόγειο της αφθονίας (απόσπασμα από το ΕΠΙΛΗΨΙΑ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ)

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=1211849495665959&id=145603398957246&__tn__=K-R

«Αύριο θα έχουμε καύσωνα», μου είπε μια συμφοιτήτρια, «τι θα κάνεις;» Περίμενα κι εγώ να δω τι είναι αυτός ο περιβόητος «καύσωνας» της Αθήνας. Μετά κατάλαβα ότι εμείς στη Λευκωσία έχουμε καύσωνα όλο το καλοκαίρι!

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες μείναμε τότε για δυο-τρεις μέρες, κάτω από τον ήλιο, σε μια προσφυγική σκηνή, κι αφού η γιαγιά έπαθε ελαφρά ημιπληγία, μετακομίσαμε στο υπόγειο μιας φίλης της, της θείας Γιαννούλας, δίπλα από τον Πεδιαίο ποταμό –ούτε ρυάκι δεν είναι πια.

Το σπίτι τής θείας Γιαννούλας ήταν στο ύψος ενός ήσυχου δρομίσκου, που σε αλλοτινούς καιρούς ίσως αποτελούσε την ένδοξη όχθη ενός αληθινού ποταμού. Από την αριστερή πλευρά τού σπιτιού κατέβαινες καμιά εικοσαριά σκαλιά, προχωρούσες λίγα βήματα και στην πίσω μεριά έβρισκες μια χαμηλή σιδερένια πόρτα. Αν κατάφερνες να την ανοίξεις, έμπαινες σ’ ένα μεγάλο σκοτεινό δωμάτιο με μια σκέτη λάμπα στο ταβάνι. Στο βάθος αριστερά ήταν η τουαλέτα, απέναντί της μια υποτυπώδης κουζίνα και στη μέση κάτι προπολεμικά στρώματα και παλιατζούρες.

Εν συγκρίσει με τη ζωή στη σκηνή του Ερυθρού Σταυρού (με την τροπική ζέστη, την αποπνικτική σκόνη, το σπάνιο τρεχούμενο νερό και τις χημικές τουαλέτες με τις μόνιμες ουρές), το δροσερό υπόγειο ήταν σωστό παλάτι, αν εξαιρούσες τη λίγη μούχλα και τα πολλά ποντίκια.

Έξω από την πόρτα ήταν ο βόθρος τού κυρίως σπιτιού, όμως πολύ καλά σκεπασμένος με τσιμέντο ώστε να σχηματίζει μια αρκετά συμπαθητική αυλίτσα με θέα στην πράσινη ρεματιά.

Εκεί κάτω, στο υπόγειο, μείναμε για ένα σύντομο διάστημα: η γιαγιά, η μανούλα, ο αδελφούλης μου κι εγώ. Εκεί πρωτολατρέψαμε τις γάτες, όχι μόνο διότι μας έσωσαν από τους αρουραίους, αλλά κυρίως επειδή μάς γλύκαιναν με τη συντροφιά τους, αφού τα παιδιά τής προσωρινής μας γειτονιάς είχαν πολλούς λόγους να είναι άφαντα…

Εκεί περάσαμε, για δυο-τρεις εβδομάδες, ζωή χαρισάμενη. Δε μας έλειψε απολύτως τίποτε! Αν και η πούγκα μας ήταν άδεια, είχαμε απ’ όλα τα καλά του Θεού! Μέρα παρά μέρα ερχότανε η θεία Γιαννούλα με τα χέρια γεμάτα. Και τι δε μας έφερνε! Ρούχα, παπούτσια, φαγώσιμα, γάλα, ως κι ένα μικρό ψυγειάκι και ψωμιέρα! Χώρια τα σεντόνια, τα δυο διπλά κρεβάτια, τα καθαρά στρώματα, το μικρό καναπεδάκι και χίλια δυο άλλα χρήσιμα μικροπράγματα. Έφερε κι έναν μάστορα που πέρασε σωλήνες, έβαλε λάμπες, δυο μικρά χωρίσματα, πέταξε τη μεταλλική πόρτα και στη θέση της τοποθέτησε μια πανέμορφη ξύλινη με φωτεινό γυαλί κι έκαμε ένα σωρό κουτσοδούλια. Τα απογεύματα έμενε ώρες μαζί μας και θυμόντουσαν με τη γιαγιά (ήταν παιδικές φίλες) τα παλιά, «τότε που η Λευκωσία είχε ακόμα καλά πλάσματα», ανθρώπους δηλαδή.

Μια μέρα εξαφανίστηκε. Μάθαμε ότι είχε ένα ατύχημα και νοσηλεύεται. Πήγαμε απρόσκλητοι στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, που ήταν φίσκα από τραυματισμένους στρατιώτες και αμάχους –ό,τι χειρότερο για τα μάτια μιας παιδούλας. Μετά από απίστευτη και πολύωρη ταλαιπωρία, ρώτα εδώ, ρώτα εκεί, τη βρήκαμε γεμάτη επιδέσμους και μώλωπες. Μόλις μάς είδε ξαφνιάστηκε, όμως αμέσως χαμογέλασε. Τρέξαμε, την αγκαλιάσαμε και μας φιλούσε όλο στοργή. «Τι έπαθες, θεία Γιαννούλα, τι έγινε, πώς και κατασκοτώθηκες; Και στο πρόσωπο πώς χτύπησες; Και τα δάχτυλα πώς τα έσπασες; Και τα πλευρά σου γιατί είναι δεμένα;» Η μαμά, μέσα στην αφέλειά της, της έκανε ένα σωρό ερωτήσεις (αργότερα το μετάνιωσε) και εισέπραττε μισόλογα αντί για απαντήσεις, που θα βάζανε σε υποψίες ακόμα κι ένα πεντάχρονο κορίτσι.
Κάναμε χώρο κι η γιαγιά, που ήταν να την κλαις, έκαστε στην άκρη του κρεβατιού, της χάιδευε το χέρι και μονολογούσε σα να μοιρολογούσε: «Αχ, Γιαννούλα μου, αχ… δεν έπρεπε, δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό…»

Όταν γυρίσαμε πίσω, η γιαγιά ήταν άλλος άνθρωπος: «Φεύγουμε», διέταξε με αυστηρότητα. Δεν είχαμε και τίποτε δικό μας για να το πάρουμε μαζί μας… και το ίδιο απόγευμα επιστρέψαμε στο βουνό, σ’ εκείνο το σπίτι με τις πολλές προσφυγικές οικογένειες.

Αν κι εκεί περνούσαμε καλούτσικα, ωστόσο το υπόγειο της αιφνίδιας και ακαριαίας αφθονίας δεν έλεγε να φύγει από το νου και συνεχώς ρωτούσα τη μανούλα: «Γιατί ήρθαμε εδώ πάνω στο βουνό ξανά, αφού εκεί κάτω είχαμε τα πάντα;» Αντί γι’ απάντηση, κοιταζόντουσαν ένοχα με τη γιαγιά.

Το μικρό εμπορικό κατάστημα που είχε τότε ο άντρας της, τώρα είναι ένα τεράστιο σούπερ-μάρκετ και το διευθύνουν τα παιδιά τους. Βέβαια, η θεία Γιαννούλα έχει «φύγει» από χρόνια, όμως ποτέ δεν έπαψα να τη μνημονεύω με ευγνωμοσύνη και κάμποσες ενοχές, αφού όλη εκείνη η αναπάντεχη αφθονία που ζήσαμε στο υπόγειό της, έστω για λίγο, ερχότανε κρυφά από τα ράφια του άντρα της, που σαν το έμαθε…

«Τι να έκανε κι εκείνος ο φτωχός;» μου εκμυστηρεύτηκε κάποτε η μανούλα. «Ήταν λίγο μετά την καταστροφή… τόσα στόματα είχε να θρέψει…»
--------------------------------------------

The basement of plenty (and the cost) (Flashback)

“Tomorrow we’re going to have a heatwave,” one of my fellow students told me, “What are you going to do?” I too was waiting to see what this notorious Athenian “heatwave” was like. Afterwards, I understood that in Nicosia we have that heatwave all summer long!

We remained in circumstances like these for two or three days, under the sun, in a tent, and then, since grandma was suffering slightly from hemiplegia, we moved into the basement of one of her friends’ houses, Aunt Yiannoula, next to the Pedieos River – which wasn’t even a trickle at the time.
Aunt Yiannoula's house was on a quiet lane which, in days of yore, may have been the glorious bank of a real river. If you went down the twenty or so steps on the left-hand side on the house, a couple of metres further on you would find a low iron door at the back of the building. If you managed to open that, you entered a large, dark room with a single bulb hanging from the ceiling. In the back on the left was a toilet, opposite a very primitive cooker and, in the middle of the room, some pre-war mattresses and a pile of junk.

Compared to life in the tent at the Red Cross (in the tropical heat, the suffocating dust, the scarce running water and chemical toilets with permanent queues), this cool basement was a true palace, with the exception of a little mould and the multitude of mice.

Outside the door was the cesspit for the main house, but it was very well covered with cement, making a fairly appealing little yard with a view of the green ravine. We lived down there in the basement for only a short time: Grandma, mother, my brother and myself. There we first fell in love with the cats, not only because they saved us from the nifitses (as we call rats in Cyprus), but mainly because they soothed us with their company, since the children of our temporary neighbourhood had many reasons to be absent.

We spent two or three weeks there, a blissful life. We lacked absolutely nothing! Even though our purse was empty, we had all the gifts of God! Every other day, Aunt Yiannoula would visit with her arms full. What didn’t she bring us? Clothes, shoes, food, milk, even a tiny fridge and a bread basket! And sheets, two double beds, clean mattresses, a small sofa and a thousand and one other useful things. She even brought in a workman in who sorted out the pipes, fixed the lights, put in two small dividing screens, threw away the metal door and replaced it with a beautiful wooden one with glass, and she had a huge number of menial jobs and minor repairs done. She would stay with us for hours in the evenings, reminiscing with Grandma (they were childhood friends) about the old times “when Nicosia still had good creatures," – as they referred to the people.

One day she vanished. We discovered that she’d had an accident. We went, uninvited, to Nicosia General Hospital, which was full to bursting with wounded soldiers and civilians – the worst thing for the eyes of a young child. After an unbelievable amount of hassle, asking here and asking there, we found her covered in bandages and bruises. She was startled when she saw us, but immediately smiled warmly. We ran to embrace her, and she kissed us, full of affection. “What happened, Aunt Yiannoula, what happened? How did you get so badly hurt? How did you hit yourself in the face? How did you break your fingers? Why is your side bandaged?” Mother, in her naivety, asked her dozens of questions (she regretted them later) and got half-truths in return rather than answers, which would have made even a five-year-old child suspicious.
Grandma didn’t say a word. She stroked Aunt Yiannoula’s hand and hair with sadness and gratitude, and said to her, very quietly: “Dear Yiannoula, you shouldn’t have done that, it wasn't necessary...” When we got back to the house, Grandma was a different person: “We're leaving,” she ordered sternly. We had nothing of our own to take with us... and that same evening we returned to the mountain, to the house with its many families.

Even though we passed our time there tolerably, the basement of sudden and brief abundance hadn't left my mind, and I kept on asking mother: “Why have we come back here to the mountain when down there we had everything?” Instead of answering, she and Grandma looked at each other guiltily.

The small trade shop Aunt Yiannoula owned back then with her husband is now an enormous supermarket, run by their children. Even though she "left” us years ago, I never stopped remembering her with gratitude, and a touch of guilt, because all that boundless plenty we had in her basement – even if just for a little while – had come sneakily from her husband’s shelves, and when he found out...

“What could he do, the poor man?” mother revealed to me once. “It was just after the disaster... he had so many mouths to feed...”

Για τη μετάφραση συνεργάστηκαν: Νίκος Δήμου, Αντιγόνη Καλλιμάχου, Παναγιώτα Μανόλη, Μαίρη Κιτρόεφ, Loura Bodger και Mary Coran

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=1211849495665959&id=145603398957246&__tn__=K-R

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Όταν πέσαμε στον γκρεμό

Ήμουνα αυτό που λένε μυαλωμένο παιδί: ο μόνος που απέφευγε καβγάδες και έβρισκε λύσεις με την κουβέντα.

Μια νύχτα όμως παραφερθήκαμε σε ένα κακόφημο μπαρ. Η παρέα μας ήτανε τύφλα στο μεθύσι και στα... λοιπά. Εγώ, όντας νηφάλιος (αφού το ποτό με ενοχλεί στο στομάχι) άκουσα τον μπάρμαν που ζήτησε από τούς μπράβους να κλειδώσουν την πόρτα για να μας τουλουμιάσουν.

Ορμάω λοιπόν στον μπράβο να τον εμποδίσω (του πήρα τα κλειδιά) και άρχισα να... τρώω της χρονιάς μου. Όταν η παρέα είδε επιτέλους τη φάση, του την πέσανε άγρια, με σώσανε και βγήκαμε έξω όλοι σώοι, σπάζοντας στο διάβα μας τις τζαμαρίες και κραδαίνοντας γυαλιά.

Δίπλα από την έξοδο τού μπαρ ήτανε ένα νεόκτιστο με κάμποσα πλακάκια που εμείς τα κάναμε... αεροπλανάκια και... βομβαρδίζαμε το μαγαζί και τους μπράβους που δεν τολμούσανε ούτε να ξεμυτίσουν και... κάλεσαν την αστυνομία.

Με το που ακούμε τη σειρήνα, σκορπίσαμε. Εγώ, ο αδελφός μου κι άλλο ένα παιδί που ήτανε αγρίως μαστουρωμένο, μπήκαμε σ΄ ένα σοκάκι θεοσκότεινο που δυστυχώς κατέληγε σε ένα γκρεμό ρεματιάς. Εκεί πέσαμε, κουτρουβαλώντας, πρώτα ο αδελφός μου, μετά εγώ και στη συνέχεια το φιλαράκι το χασισωμένο που προσγειώθηκε στο χέρι μου και μου το έκανε κομμάτια...

Στα μάτια τού αδελφού μου είχανε μπει φύλλα και κλαδιά, αλλά εμείς βλέπαμε μόνο δάκρυα και αίμα - νομίζαμε ότι τυφλώθηκε...

Ήταν Αύγουστος και το φεγγάρι βοήθησε να εντοπίσουμε μία ανηφορούλα προς τον κεντρικό δρόμο, αλλά εκεί μας πέτυχε το περιπολικό που πήγε τον αδελφό μου στο νοσοκομείο κι εμένα στο κρατητήριο, μαζί με το χασισωμένο, που ούτε μιλούσε ούτε λαλούσε, κάτι που ο αξιωματικός υπηρεσίας εξέλαβε ως... ειλικρινή μεταμέλεια και συστολή και τα έβαλε μαζί μου.

Με ανέκρινε όλη τη νύχτα και δώσε ξανά και ξανά κατάθεση, πες κι εκείνο, πες και το άλλο... Πρέπει να ήτανε σαδιστής ο άνθρωπος. Του έλεγα ότι δεν αντέχω άλλο και του έδειχνα το δεξί χέρι που κρεμότανε στρεβλό και τουμπανισμένο (τέσσερα κατάγματα έδειξε η ακτινογραφία το πρωί). Αλλά το γαϊδούρι αρνιότανε να με στείλουν στο νοσοκομείο...

Κατά το ξημέρωμα, άκουσα απ΄ έξω γυναικείες φωνές. Ήταν η μάνα μου, που μπήκε στο γραφείο τού αξιωματικού υπηρεσίας με το ζόρι, κι όταν είδε το χέρι μου... πάρτηνε κάτω και... σώθηκα εγώ!!!

Αυτή ήταν η τελευταία μου τρέλα. Μετά επανεξέτασα τις παρέες μου και φρόντισα να μη ξανασυναναστραφώ ούτε με εριστικούς αλκοολικούς ούτε με ναρκομανείς μπούφους, καθώς ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορούνε, άθελά τους, να σε μπλέξουν και να μην πάρεις χαμπάρι...

Ο αδελφός μου ξαναβρήκε το φως του ύστερα από μήνες βασανιστικής ανάρρωσης κι εγώ το χέρι μου μετά από κάμποσες βδομάδες στο γύψο. Βγήκανε και τα αποτελέσματα, είχα περάσει στο πανεπιστήμιο, οπότε άλλαξα ζωή για τα καλά (με βοήθησε ο Βαγγέλης) γιατί το πανεπιστήμιο, που μού υποσχέθηκε επαγγελματική κατάρτιση και προκοπή, κράτησε το λόγο του.

Από την παρέα εκείνης τής βραδιάς, οι περισσότεροι συνέχισαν το ίδιο βιολί. Μονάχα ο Φώτης πρόκοψε κάπως. Ο Γιώργος και ο Παναγιώτης πέθαναν από ναρκωτικά. ο Βασίλης και ο Αποστόλης είναι αλκοολικοί του θανατά, ο Πάνος και Γιώργος χρόνιοι άνεργοι και ο Θανάσης ο ανάρχας, αν ζει, θα ρίχνει ακόμη ακόμη μολότοφ στο Πολυτεχνείο...

Πριν χρόνια με επισκέφτηκε ο Φώτης: "Α, ρε Κώστα, τυχερέ, καλά τα πας..." (Τώρα, πόσο τυχερός είναι ένας πατέρας που το παιδί του γεννήθηκε με την πιο σπάνια και επιθετική μορφή επιληψίας, αυτό είναι άλλο ζήτημα...)

ΥΓ. Η μάνα μου ποτέ δεν μου είπε κουβέντα. Ήξερε ότι απλώς έτυχε και θα φρόντιζα να μη μου ξανασυμβεί. Το διάβαζα στα μάτια της κι εγώ με τα μάτια μου συγκατάνευα...

(Αφιερώνεται στο φίλο και συμφοιτητή Βαγγέλη Τσαμπαλά που με βοήθησε να βρω το δρόμο μου)

Αναδημοσιεύτηκε στο FB στις 9 Αυγούστου 2019 - Κάντε εδώ κλικ για να δείτε πολλά σχόλια.

Ο Θύμιος - Ματωμένη Άνοιξη

Από καιρό είχε αφήσει το σχολείο
τον διώξανε τα ήθη τα σεμνά
κανείς δεν ήξερε που έμενε στ΄ αλήθεια
κι όσοι γνωρίζαμε, το λέγαμε κλεφτά.

Είχε συνήθειο του να δίνει μαργαρίτες
σε όλα μας τα παιδιά τής γειτονιάς
κι ανάμεσά μας έτρεχε με χάρη
στα χέρια του έχοντας ανθούς πορτοκαλιάς

Μες στα χωράφια ολημερίς και στις αλάνες
μπάλες κλωτσούσαμε, φωνάζοντας τρελά
μαζί κι ο Θύμιος μας που τόσο λαχταρούσε
να τραγουδά, να χαίρεται, να παίζει, να γελά.

Κανείς ποτέ δεν πρόσεξε πού χάθηκε ο δόλιος
οι άνοιξες κυλήσανε νωρθά και σιωπηρά
ώσπου μια μέρα φάνηκε, ερείπιο και μόνος.
Φαρμάκια τον ποτίζανε και καταθλιπτικά.

Ήταν, θυμάμαι, μια άνοιξη περήφανη, γενναία
τα χρώματα κι οι μυρωδιές πονούσαν τη ματιά
τόση ζωή, τόση ομορφιά, τόση γιορτή ωραία
κυνηγώντας πλησιάσαμε, στον Αϊ-Γιάννη Ριγανά

κι ομοβροντίες ρίχναμε, στις ράχες, στο νερό
«δώστε να ρίξω, ρε παιδιά, κι εγώ στον ουρανό",

μάτια, μυαλά κι αίμα πηχτό, στα ρούχα μας, στα χείλη

στα χείλη που τον φώναζαν «πούστη», κρυφά παντού
το Θύμιο που μας έραινε μ΄ ανθούς πορτοκαλιού.

Με ενοχές,
Κ.

(Στη μνήμη τού Θύμιου Ραμόπουλου που αυτοκτόνησε μπροστά μας, στον Αϊ-Γιάννη Ριγανά, πριν τριάντα χρόνια)

.

Ενός λεπτού κραυγή

Εσείς, οι τυχεροί γονείς
Με τα παιδιά που σφύζουνε από ζωή,
με τα παιδιά που δρέπουνε διακρίσεις και πτυχία

Εσείς οι γονείς οι ευλογημένοι,
με τα πλατιά χαμόγελα και τις ωραίες στιγμές
στις διακοπές και στα φατσοβιβλία

"Κοκκινίσατε άραγε ποτέ με την τόση ευτυχία;
Σκεφτήκατε ποτέ να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή"
για τα παιδιά που λιώνουνε μες στα νοσοκομεία;

Κώστας Καλλίμαχος
Μακάρειο Νοσοκομείο Παιδιατρικής

Οφειλη στον άνθρωπο Δημήτρη Χριστόφια

Η ανοιχτή επιστολή μου (21/2/2008) προς τον Δημήτρη Χριστόφια, όταν εξελέγη Πρόεδρος τής Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τίτλος: «Ήλθε πράγματι η ώρα τής κοινωνικής δικαιοσύνης;»

Κύριε Πρόεδρε,

1. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι, τώρα που αναλάβατε το ύπατο αξίωμα και νυχθημερόν θα περιδιαβαίνετε τους διαδρόμους της εξουσίας, δεν θα δικαιώσετε τον Κορνήλιο Καστοριάδη που υποστήριζε ότι μονάχα δύο κοινωνικές τάξεις υπάρχουν: οι προνομιούχοι που κυβερνούν και οι μη προνομιούχοι που κυβερνώνται.

Ειλικρινά, κύριε Πρόεδρε, ελπίζουμε ότι η προεδρική σας περιβολή και το νυν φωτεινό και γεμάτο ευθύνες και μεγαλεία αξίωμά σας («Τα μεγαλεία να φοβάσαι ω ψυχή», έλεγε ο Αλεξανδρινός) δεν θα αμβλύνουν τις έσω λαϊκές σας καταβολές, τις ιδεολογικές σας αρχές αλλά και τους στόχους της Αριστεράς που ουδέποτε έπαψε να διατρανώνει την αφοσίωσή της στο αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη, που διαρκώς αγωνίζεται υπέρ των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, που είχε και έχει πάντοτε ως έμβλημά της το ιδεώδες της κοινωνικής αλληλεγγύης.

2. Όλοι θυμόμαστε ότι κατά την προεκλογική σας περίοδο, μιλούσατε τόσο για την επανένωση της πατρίδας μας όσο και για μία «δίκαιη κοινωνία».

Και ενώ το όραμα για επανένωση της Κύπρου είναι πολύπλοκο και δυσπρόσιτο, καθώς δεν εξαρτάται μόνον από εσάς και από εμάς τους πολίτες, αλλά και από άλλους εξωγενείς παράγοντες, από την άλλη μεριά το όραμα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης βρίσκεται, κύριε Πρόεδρε, εξ ολοκλήρου στα χέρια σας!

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, στην κοινωνία μας υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες αναξιοπαθούντες συμπολίτες μας, άντρες, γυναίκες και παιδιά που έχουν ανάγκη την στήριξη της πολιτείας. Πίσω από τις επίσημες αισιόδοξες στατιστικές κρύβεται δυστυχώς πολύς κόσμος φτωχός που έχει την πενία του για ντροπή, με αποτέλεσμα να ζει στο περιθώριο, στον ίσκιο και στη σιωπή.

Και μακάρι ένας φτωχός να έχει τη σωματική και ψυχική του υγεία, γιατί, αν έχει υγεία κάποιος, μπορεί να αγωνιστεί για να ανατρέψει το πεπρωμένο του. Αν δεν έχει υγεία όμως, τι γίνεται;

3. Εμείς, κύριε Πρόεδρε, ζούμε σχεδόν καθημερινά ανάμεσα σε κόσμο ταλαίπωρο και άρρωστο. Όσο μας επιτρέπουν οι πενιχρές μας δυνάμεις, έχουμε στρατευθεί εθελοντικά στο αγώνα υπέρ των Ατόμων με Επιληψία και κυρίως υπέρ των αδύναμων οικογενειών. Το τι δυστυχία βλέπουν καθημερινά τα μάτια μας, δεν μπορεί να φανταστεί ανθρώπου νους! Ξέρω ενήλικες που έχουν συχνά επιληπτικά επεισόδια εξαιτίας κάποιου όγκου στον εγκέφαλο, ανθρώπους δηλαδή με εκατό τοις εκατό αναπηρία, και οι οποίοι καλούνται να ζήσουν ; με ένα ξεροκόμματο 350 ευρώ που τους δίνει το Γραφείο Ευημερίας!

Ξέρω μητέρες διαζευγμένες που για να πάρουν ένα νυχτοκάματο τής πείνας αναγκάζονται να αφήνουν το ημιανάπηρο παιδί τους μόνο του στο σπίτι, χωρίς επίβλεψη (θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τη ζωή του), αφού το βοήθημα των 600 ευρώ που παίρνουν δεν επαρκεί καλά-καλά για ενοίκιο και διατροφή, πόσω μάλλον για ειδικούς φροντιστές, φυσιοθεραπευτές, λογοθεραπευτές και εργοθεραπευτές!

4. Κύριε Πρόεδρε, δεν θέλω να σας κουράσω άλλο. Πάνω στην ώρα όμως θυμήθηκα τον Λυσία που έλεγε ότι «η μοίρα στερεί από αρκετούς ανθρώπους την υγεία και την ευδαιμονία και πως επειδή η τύχη των ανθρώπων είναι κοινή, γι΄ αυτό η πολιτεία οφείλει να βρίσκεται στο πλευρό των αδυνάμων».

Αναμφίβολα και η δική μας πολιτεία, κύριε Πρόεδρε, μέχρι σήμερα έδινε στους ανήμπορους συνανθρώπους μας κάποιο βοήθημα, που όμως, κατά κοινήν ομολογία, δεν τους εξασφαλίζει ούτε στοιχειωδώς αξιοπρεπή ζωή.

Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε καλύτερα από όλους μας ότι δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, όπως έλεγε ο γενάρχης της ανιδιοτελούς ευρωπαϊκής φιλανθρωπίας, ο Άλμπερτ Σβάιτσερ, δεν έχουν μόνο οι υγιείς! Αν είναι, λοιπόν, να σημάνει για την Κύπρο μας η ώρα της κοινωνικής δικαιοσύνης, θα το μάθουμε μόλις αποφασίσετε, εδώ και τώρα, να διπλασιαστούν τα βοηθήματα που ήδη δίδονται, όχι μόνο στα άτομα με επιληψία, αλλά σε όλα τα άτομα με κινητικά, νευρολογικά, ψυχιατρικά και άλλα προβλήματα υγείας.

Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν!!!

Μετά τιμής
Κωνσταντίνος Καλλίμαχος, συγγραφέας-εκπαιδευτικός & Εκπρόσωπος του Κυπριακού Συνδέσμου Στήριξης Ατόμων με Επιληψία

Εφημερίδα Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ – 28 Φεβρουαρίου 2008
-------------------------------------------------------------------------------------------------

Υστερόγραφο 25ης Ιουνίου 2019:

1) Λίγες μέρες μετά την επιστολή μου, μάλλον από σύμπτωση, ανακοινώθηκε μια σημαντική αύξηση στα εν λόγω επιδόματα.
2) Το 2008, και με προσωπική παρέμβαση τού Δημήτρη Χριστόφια, η κόρη μας Μαρία-Φωτεινή νοσηλεύτηκε στη Μέιγιο Κλίνικ με έξοδα τού κράτους και σταμάτησαν οι επιληπτικές της κρίσεις.
3) Το φθινόπωρο του 2011, με προσωπική παρέμβαση τού Δημήτρη Χριστόφια και τής συζύγου του, εξοφλήθηκαν τα αμερικάνικα φάρμακα τής Μαρίας-Φωτεινής.
4) Και κάτι τελευταίο: όλες οι πιο πάνω παρεμβάσεις έγιναν υπέρ της Μαρίας-Φωτεινής ενώ είναι γνωστόν ότι η Αντιγόνη δεν ανήκει στην αριστερά και εγώ είμαι απλώς ένας ανέντακτος πολίτης, φιλελεύθερα σκεπτόμενος.

Καλό Ταξίδι, Δημήτρη Χριστόφια!