Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Η Ανάσταση της Φωτεινής


Μεγάλη Παρασκευή τού 1944

Η Μαρία-Φωτεινή και η μάνα μου (Φωτεινή κι εκείνη) έχουν παρόμοιες ουλές λίγο πιο πάνω από το αριστερό γόνατο. Η Μαρία-Φωτεινή απ΄ όταν ήταν έξι μηνών και της σκίζανε (στο νοσοκομείο) το μηρό για να βρούνε αρτηρία να βάλουνε καθετήρα, και η μάνα μου απ΄ όταν ήταν πέντε χρονών και…

Το σπίτι τού παππού είχε τεράστια αυλή κι εκεί οι Γερμανοί, απέναντι από το φυλάκιό τους, στήσανε, με το έτσι θέλω, μια παιδική χαρά (για… ασπίδα, υποθέτω) με κούνιες και σβούρες, όπου μαζευότανε το παιδομάνι του χωριού, μαζί κι η πεντάχρονη μάνα μου, την οποία οι στρατιώτες υπεραγαπούσαν (την φωνάζανε με το μικρό της όνομα Φωτεινή) επειδή είχε μάτια καταγάλανα και μαλλιά κατάξανθα και την πειράζανε «είσαι Γερμανίδα, θα σε πάρουμε στη Γερμανία να σπουδάσεις» κι εκείνη φοβόταν κι έκλαιγε, αλλά τι να έκανε; να έμενε κλεισμένη σπίτι; έξω πάλι, ξανά παιγνίδι, πείραγμα και δώσ΄ του κλάματα, γέλια τών στρατιωτών και οργή του παππού που ψιθύριζε μέσα από τα δόντια του: «κουφάλες, γαμώ το καράβι που σας έφερε στο σπίτι μας». 

Ένα απόγευμα, η μάνα μου χτύπησε λίγο πιο πάνω από το αριστερό γόνατο - ή μήπως απλώς ένιωσε πόνο και είπε ότι χτύπησε; δεν θυμάται. Το πόδι πρήστηκε, να περπατήσει δεν μπορούσε και σε λίγο έπεσε του θανατά. Ένας από τους στρατιώτες που την πείραζε, την αναζήτησε, έμαθε, την επισκέφτηκε, είδε το πόδι της «τούμπανο» και τα μάτια της να κοιτάνε αλλού, έτρεξε στο φυλάκιο, έφερε γιατρό κι εκείνος, αφού την εξέτασε, έφυγε βιαστικά κι επέστρεψε με τα χειρουργικά, και χωρίς αναισθητικό (ούτως ή άλλως ήταν μισοπεθαμένη, δεν ένιωσε τίποτε) έσκισε σε τρεις μεριές τη σάρκα, βαθιά ως το κόκκαλο, εκεί μέσα στρίμωξε από ένα σωληνάκι ασημένιο, τύλιξε το μηρό απαλά και την άλλη μέρα η μάνα μου πήρε να συνέρχεται…

Μια μέρα πριν έλθει ο γιατρός να κάνει την αλλαγή, μαθεύτηκε ότι επειδή είχε γίνει ένα σαμποτάζ στη Σταμνά, δόθηκε εντολή να διακόψει ο στρατός την όποια παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης προς τους αμάχους, και η μάνα μου, μια βδομάδα μετά, άρχισε πάλι να σβήνει. Δεν θα βγάλει άλλη μέρα, είπε η γιαγιά κλαίγοντας και αργά το βράδυ τής Μεγάλης Πέμπτης, ο παππούς στερέωσε τη Φωτεινούλα σ΄ ένα γαϊδουράκι και ξεκίνησαν για το Αγρίνιο. Φτάνοντας τα χαράματα, άκουγε από μακριά πυροβολισμούς, κάτι σαν ομοβροντίες και μετά τον αντίλαλό τους. Ξύπνησε το γιατρό, δεν είχε φέξει ακόμη, εκείνος έλυσε τους επιδέσμους και έριξε μέσα… πετρέλαιο, η μάνα μου ούρλιαξε από τον άλλον κόσμο, ο γιατρός τη χαστούκισε, ο παππούς τον γρονθοκόπησε και φύγανε όπως όπως. Βγαίνοντας στην πλατεία είδε και τους κρεμασμένους και κοψοχολιάστηκε. Παρακάτω άκουσε ότι από τα χαράματα οι Γερμανοί εκτελούν κόσμο και κοσμάκη πίσω από την Αγία Τριάδα (εκεί εκτελέστηκε κι ένας ξάδελφος τού πατέρα μου, ο Σωτήρης Καλλίμαχος).

Κακήν κακώς έφυγε από το Αγρίνιο, σχεδόν τρέχοντας, κι ούτε που κατάλαβε για πότε βρέθηκε στο χωριό, όπου τα νέα είχανε φτάσει νωρίτερα (πάνω από εκατό, 117 για την ακρίβεια, είχαν εκτελεστεί και τρεις είχανε κρεμαστεί στην κεντρική πλατεία τού Αγρινίου για αντίποινα), οπότε σκέφτηκε ότι τώρα είναι που δεν υπάρχει ελπίδα και κάλεσε τον παπά να την κοινωνήσει. Εκείνος ήλθε, αρχίσανε τις προσευχές, η γιαγιά τις γονυκλισίες και τα κλάματα και ο παπα-Κώστας είπε ότι θα μείνει ώσπου να φύγει η ψυχή του παιδιού, συμπληρώνοντας με σκυμένο κεφάλι, «Κουράγιο Κωσταντή! Έτσι θέλησε ο Θεός!" Τότε έσπασε και ο παππούς...

Όμως, κατά τα χαράματα, ακούστηκε ένας παράξενος θόρυβος από την πίσω πόρτα. Παίζοντας κορώνα γράμματα τη ζωή τους, είχαν έλθει ο μικρός στρατιώτης που πείραζε τη μαμά και ο γιατρός (είχαν μάθει, από τα χωριατόπουλα, για το άδοξο ταξίδι του παππού) ο οποίος επανέλαβε την επέμβαση και τον καθαρισμό (του... πετρελαίου) και ανήμερα τής Ανάστασης αναστήθηκε και η μάνα μου, που κάθε χρόνο τέτοια εποχή, μας λέει την ίδια ιστορία, ξανά και ξανά, κι εμείς, αν και την ξέρουμε απ΄ έξω κι ανακατωτά, την ακούμε πάντα με την ίδια κατάνυξη.

Καλή Ανάσταση σε όλους σας!

Με αγάπη,
Κωσταντής

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Το "θαύμα" τής Ανάστασης

Νόμιζα ότι είχα λύσει όλες τις ασκήσεις και θα έπαιρνα πάλι άριστα. Πάνω στη βιασύνη μου όμως παρέλειψα ένα πρόβλημα και αντί για άριστα, πήρα εννιά. Και πώς να πάω σπίτι με το εννιά; Τα αδέλφια μου θα με περιγελούσαν ως συνήθως, ο πατέρας μου θα μου κρατούσε μούτρα όπως πάντα, και η μητέρα μου θα υπέφερε πολύ περισσότερο από εμένα, αφού θα με έβλεπε λυπημένο και καταγέλαστο.

Έπρεπε όμως να πω την αλήθεια γιατί πίστευα ότι όποιος λέει ψέματα, πάει στην κόλαση κι εγώ τη φοβόμουνα την κόλαση όπως ο... διάολος το λιβάνι.

Το Σάββατο τού Λαζάρου ξεχάστηκα με τα πρωινά κάλαντα: "Σήμερον έρχεται ο Χριστός ο επουράνιος Θεός // Εν τη πόλει Βηθανία Μάρθα κλαίει και Μαρία...". Μάζεψα κάμποσα λεφτά και πήγα στο σχολείο κατευθείαν - το πενθήμερο αργούσε ακόμη. Ο Δάσκαλος μάς ζήτησε να δώσουμε κάτι για τα ορφανά κι εγώ άδειασα τις τσέπες μου, όχι επειδή μού περισσεύανε, αλλά επειδή ήλπιζα ότι  με αυτή μου την καλή πράξη ίσως με λυπηθεί ο Εσταυρωμένος και μου δώσει δύναμη να πω στη μάνα μου ότι δεν είμαι πλέον άριστος, ότι απέτυχα. Αλλά δεν βοήθησε, γιατί όταν τη νύχτα οι άλλοι πέσανε για ύπνο, εγώ πλάνταξα στο κλάμα.

Την Κυριακή τών Βαΐων πήγαμε στο Μεσολόγγι και ξεχάστηκα λίγο. Βγάλαμε αναμνηστικές φωτογραφίες οικογενειακώς (με το φωτογράφο χωμένο σε μια σκούρα υφασμάτινη φυσούνα), επισκεφτήκαμε τον Κήπο τών Ηρώων, ψηλαφίσαμε τις μπάλες τών κανονιών με τα χοντρά μαύρα τοιχώματα, μαγευτήκαμε από τον πίνακα τής Εξόδου στο Δημαρχείο, τρελαθήκαμε στο ψάρι πάνω σε μια ανεμοδαρμένη πελάδα και το απόγευμα παρακολουθήσαμε την αναπαράσταση τής Εξόδου και τη λιτάνευση της Εικόνας και του Σταυρού (κάτι σαν λάβαρο) που κρατούσανε με καμάρι αγέρωχοι λοκατζήδες τής Χούντας, των οποίων οι μπότες είχαν στην άκρη μεταλλικά ελάσματα για να σκούζει ο δρόμος κατά τον σερνάμενο βηματισμό τους.

Τη Μεγάλη Δευτέρα ήλθε σπίτι η γειτονοπούλα μου, το καλό φιλαράκι, με ρώτησε τι έγινε, άρχισα πάλι να κλαίω και μου υποσχέθηκε ότι το βράδυ στην εκκλησία θα προσευχηθεί κι εκείνη να βρω το κουράγιο να μιλήσω.

Η Μεγάλη Βδομάδα δεν κυλούσε, η αγωνία με έπνιγε και μαζί με το Χριστό βίωνα κι εγώ τα δικά μου Πάθη: την ατίμωση, όταν ο Σπύρος με είδε στο προαύλιο τής εκκλησίας κι άρχισε να φωνάζει δυνατά "εεεννιά-εεεεννιά", τη Σταύρωση και το Τετέλεσται, όταν συνειδητοποίησα ότι δεν αντέχω να παραδεχθώ την αποτυχία και σκεφτόμουν πλέον, σοβαρά, να ανέβω στο καμπαναριό και να βουτήξω - ανέβηκα αλλά είχε πολύ κόσμο και ντράπηκα.

Όμως το πρωί τής Ανάστασης πήγα στην Εκκλησία ως παπαδάκι με εντελώς άλλη διάθεση. Απόδειξη ότι με το Στέφανο πλακωθήκαμε στο ανάμα - είχαμε δει τον παπα-Γιώργη που τα έπινε, τον μιμηθήκαμε κι αρχίσαμε να κυλιόμαστε στο Ιερό και να γελάμε.

"Τόν επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κεκραγότα, και λέγοντα...": ήταν το σύνθημα ότι έπρεπε να δώσουμε το ζεστό νερό με το ιερό σκεύος για να φτιάξει ο παππάς τη Θεία Κοινωνία. Έκανε να του το δώσει ο Στέφανος και το απομάκρυνε. Μία, δυο, τρεις, τσαντίζεται ο παπάς και φωνάζει (το μικρόφωνο ήταν στη διαπασών) "δωσ΄ το μου, ρε κωλόπαιδο, μη σου σπάσω το κεφάλι"...

Και πήραμε έξωση από τον παράδεισο. Και ω του θαύματος, βρήκα το κουράγιο, το ίδιο πρωί να πω στη μάνα μου, "ξέρεις, πήρα εννιά" και ούτε που νοιάστηκε κανείς.

Καλό Πάσχα με υγεία σε όλους σας!!!

Με αγάπη,
Κώστας