Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Το "θαύμα" τής Ανάστασης

Νόμιζα ότι είχα λύσει όλες τις ασκήσεις και θα έπαιρνα πάλι άριστα. Πάνω στη βιασύνη μου όμως παρέλειψα ένα πρόβλημα και αντί για άριστα, πήρα εννιά. Και πώς να πάω σπίτι με το εννιά; Τα αδέλφια μου θα με περιγελούσαν ως συνήθως, ο πατέρας μου θα μου κρατούσε μούτρα όπως πάντα, και η μητέρα μου θα υπέφερε πολύ περισσότερο από εμένα, αφού θα με έβλεπε λυπημένο και καταγέλαστο.

Έπρεπε όμως να πω την αλήθεια γιατί πίστευα ότι όποιος λέει ψέματα, πάει στην κόλαση κι εγώ τη φοβόμουνα την κόλαση όπως ο... διάολος το λιβάνι.

Το Σάββατο τού Λαζάρου ξεχάστηκα με τα πρωινά κάλαντα: "Σήμερον έρχεται ο Χριστός ο επουράνιος Θεός // Εν τη πόλει Βηθανία Μάρθα κλαίει και Μαρία...". Μάζεψα κάμποσα λεφτά και πήγα στο σχολείο κατευθείαν - το πενθήμερο αργούσε ακόμη. Ο Δάσκαλος μάς ζήτησε να δώσουμε κάτι για τα ορφανά κι εγώ άδειασα τις τσέπες μου, όχι επειδή μού περισσεύανε, αλλά επειδή ήλπιζα ότι  με αυτή μου την καλή πράξη ίσως με λυπηθεί ο Εσταυρωμένος και μου δώσει δύναμη να πω στη μάνα μου ότι δεν είμαι πλέον άριστος, ότι απέτυχα. Αλλά δεν βοήθησε, γιατί όταν τη νύχτα οι άλλοι πέσανε για ύπνο, εγώ πλάνταξα στο κλάμα.

Την Κυριακή τών Βαΐων πήγαμε στο Μεσολόγγι και ξεχάστηκα λίγο. Βγάλαμε αναμνηστικές φωτογραφίες οικογενειακώς (με το φωτογράφο χωμένο σε μια σκούρα υφασμάτινη φυσούνα), επισκεφτήκαμε τον Κήπο τών Ηρώων, ψηλαφίσαμε τις μπάλες τών κανονιών με τα χοντρά μαύρα τοιχώματα, μαγευτήκαμε από τον πίνακα τής Εξόδου στο Δημαρχείο, τρελαθήκαμε στο ψάρι πάνω σε μια ανεμοδαρμένη πελάδα και το απόγευμα παρακολουθήσαμε την αναπαράσταση τής Εξόδου και τη λιτάνευση της Εικόνας και του Σταυρού (κάτι σαν λάβαρο) που κρατούσανε με καμάρι αγέρωχοι λοκατζήδες τής Χούντας, των οποίων οι μπότες είχαν στην άκρη μεταλλικά ελάσματα για να σκούζει ο δρόμος κατά τον σερνάμενο βηματισμό τους.

Τη Μεγάλη Δευτέρα ήλθε σπίτι η γειτονοπούλα μου, το καλό φιλαράκι, με ρώτησε τι έγινε, άρχισα πάλι να κλαίω και μου υποσχέθηκε ότι το βράδυ στην εκκλησία θα προσευχηθεί κι εκείνη να βρω το κουράγιο να μιλήσω.

Η Μεγάλη Βδομάδα δεν κυλούσε, η αγωνία με έπνιγε και μαζί με το Χριστό βίωνα κι εγώ τα δικά μου Πάθη: την ατίμωση, όταν ο Σπύρος με είδε στο προαύλιο τής εκκλησίας κι άρχισε να φωνάζει δυνατά "εεεννιά-εεεεννιά", τη Σταύρωση και το Τετέλεσται, όταν συνειδητοποίησα ότι δεν αντέχω να παραδεχθώ την αποτυχία και σκεφτόμουν πλέον, σοβαρά, να ανέβω στο καμπαναριό και να βουτήξω - ανέβηκα αλλά είχε πολύ κόσμο και ντράπηκα.

Όμως το πρωί τής Ανάστασης πήγα στην Εκκλησία ως παπαδάκι με εντελώς άλλη διάθεση. Απόδειξη ότι με το Στέφανο πλακωθήκαμε στο ανάμα - είχαμε δει τον παπα-Γιώργη που τα έπινε, τον μιμηθήκαμε κι αρχίσαμε να σερνόμαστε στο Ιερό και να γελάμε.

"Τόν επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κεκραγότα, και λέγοντα...": ήταν το σύνθημα ότι έπρεπε να δώσουμε το ζεστό νερό με το ιερό σκεύος για να φτιάξει ο παππάς τη Θεία Κοινωνία. Έκανε να του το δώσει ο Στέφανος και το απομάκρυνε. Μία, δυο, τρεις, τσαντίζεται ο παπάς και φωνάζει (το μικρόφωνο ήταν στη διαπασών) "δωσ΄ το μου, ρε κωλόπαιδο, μη σου σπάσω το κεφάλι"...

Και πήραμε έξωση από τον παράδεισο. Και ω του θαύματος, βρήκα το κουράγιο, το ίδιο πρωί να πω στη μάνα μου, "ξέρεις, πήρα εννιά" και ούτε που νοιάστηκε κανείς.

Καλό Πάσχα με υγεία σε όλους σας!!!

Με αγάπη,
Κώστας