Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Ματωμένη άνοιξη



Ο ΘΥΜΙΟΣ

Από καιρό είχε αφήσει το σχολείο
τον διώξανε τα ήθη τα σεμνά
κανείς δεν ήξερε που έμενε στ΄ αλήθεια
κι όσοι γνωρίζαμε, το λέγαμε κλεφτά.

Είχε συνήθειο του να δίνει μαργαρίτες
σε όλα μας τα παιδιά τής γειτονιάς
κι ανάμεσά μας έτρεχε με χάρη
στα χέρια του έχοντας ανθούς πορτοκαλιάς

Μες στα χωράφια ολημερίς και στις αλάνες
μπάλες κλωτσούσαμε, φωνάζοντας τρελά
μαζί κι ο Θύμιος μας που τόσο λαχταρούσε
να τραγουδά, να χαίρεται, να παίζει, να γελά.

Κανείς ποτέ δεν πρόσεξε πού χάθηκε ο δόλιος
οι άνοιξες κυλήσανε νωρθά και σιωπηρά
ώσπου μια μέρα φάνηκε, ερείπιο και μόνος.
Φαρμάκια τον ποτίζανε και καταθλιπτικά.

Ήταν, θυμάμαι, μια άνοιξη περήφανη, γενναία
τα χρώματα κι οι μυρωδιές πονούσαν τη ματιά
τόση ζωή, τόση ομορφιά, τόση γιορτή ωραία
κυνηγώντας πλησιάσαμε, στον Αϊ-Γιάννη Ριγανά

κι ομοβροντίες ρίχναμε, στις ράχες, στο νερό
«δώστε  να ρίξω, ρε παιδιά, κι εγώ στον ουρανό",

μάτια, μυαλά κι αίμα πηχτό, στα ρούχα μας, στα χείλη

στα χείλη που τον φώναζαν «πούστη», κρυφά παντού
το Θύμιο που μας έραινε μ΄ ανθούς πορτοκαλιού.


Στη μνήμη τού Θύμιου που αυτοκτόνησε μπροστά μας
Αϊ-Γιάννης Ριγανάς, Ερμίτσα, 1988(;)

Με ενοχές,
Κάπα