Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Ουράνιος χαρταετός

Ξύπνησα από το πολύ φως. Ξημέρωσε, σκέφτηκα. Αλλά ο διακόπτης ήταν κλειστός. Ήταν ξεκίνημα θεομηνίας που δεν έχω ξαναζήσει στη Λευκωσία. Το σπίτι έτριζε από κεραυνούς και αστραπές, ο αέρας ξεχαρβάλωνε τις τέντες και τα μεταλλικά μπρακέτα χτυπούσαν μελωδικά τους τοίχους, η βροχή ή μήπως το χαλάζι, έπεφτε στα κεραμίδια σαν πυροβολισμοί.

Κοιτάζω το ρολόι, τέσσερις το πρωί. Ήλθε κι ο Μπουτς (το μικρό σκυλάκι μας) στα πόδια μου. Φοβήθηκα ότι θα μας κατουρήσει από την τρομάρα του κι έκανα το λάθος να βγούμε έξω. Χαλασμός, κακό! Επιστρέψαμε και στάζαμε. Άλλαξα, ανέβασα τα υπολείμματα από τις ηλεκτρικές τέντες, στέγνωσα τον Μπουτς με το πιστολάκι, άνοιξα το μεγάλο εξώφυλλο κι άραξα για να χαρώ την αντάρα. Κάτω στο δρόμο βλέπω... κίνηση! Μα τέτοια ώρα; Τελικά ήτανε τα... καπάκια από τους σπουπιδοτενεκέδες που κάνανε αγώνες δρόμου πότε προς τη μια μεριά και πότε προς την άλλη.

Θύμαμαι, τέτοιον καιρό, στο χωριό τής γιαγιάς, όπου είχαμε πάει για να πετάξουμε έναν αγορασμένο μικρό μπλε χαρταετό - ζυγισμένο, ανθεκτικό, τέλειο. Του βάλαμε για ουρά, ατελείωτες χοντρές λωρίδες από πλαστικά τσουβάλια λιπασμάτων και στο τέλος ανέβηκε κάθετα στα ουράνια, προς τη ράχη, με μια ουρά όσο δυο σπίτια ύψος, κι όσο απομακρυνότανε, γινότανε άφαντος, ουράνιος...

Ο σπάγκος έκοβε τα χέρια μας και αφήναμε και αφήναμε. Βάλαμε και δεύτερο και τρίτο δεμάτι και όσα είχανε απομείνει από το καλοκαιρινό βελόνιασμα του καπνού, και την άκρη τη δέσαμε σε ένα γερό κλαδί από ελιά για να μη μας φύγει. "Πάρε και εσύ να τον κρατήσεις", μου λένε, "αλλά με τις φούχτες στη μέση". Όμως εγώ έπιασα τις άκρες, το κλαδί έσπασε κι ο μπλε χαρταετός ακόμη πάει...

Πολλά φιλιά σε όλους,

Κάπα