Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2021

Καλέ μου φίλε


Καλέ μου φίλε, χθες βράδυ

με ρώτησες πως τα περνώ

αυτές τις δύσκολες ημέρες

του αναγκαστικού περιορισμού

και υποχρεωτικού μας πλέον εγκλεισμού

και παραξενεύτηκες που γέλασα.


Επέμενες, μάλιστα, ότι δεν αστειεύεσαι!

Πως ήθελες, δηλαδή, να μάθεις! Είχες έγνοια!

Το ξέρω, φίλε μου ακριβέ, το ξέρω...


Μα ήτανε εκείνη μια αμήχανη στιγμή για εμένα.

Μόλις είχε συνέλθει το παιδί από μία κρίση

και γελούσε, ως συνήθως όταν πρόκειται να δείξει

πως είναι μια χαρά και δεν φοβάται.

Πάλεψε το καημένο όσο μπορούσε,

τραβώντας τα χείλη με τα μάγουλα,

μα ηττήθηκε απ τα μάτια της

που τρέχαν άθελά τους.


Κι εσύ, καλέ μου φίλε.

επέμενες να μάθεις, με ένα σωρό φατσούλες

πιέζοντάς με να πληκτρολογήσω κάτι...


Μα ήταν εκείνη μια πολύ οδυνηρή στιγμή για εμάς

Η Αντιγόνη μόλις είχε αγκαλιάσει το παιδί μας

κι εκείνο τώρα σπάραζε με φριχτούς λυγμούς

που τσάκιζαν κάθε εγκαρτέρησή μου.

Γιατί το καημένο όντως είχε παλέψει όσο μπορούσε

απελπισμένα τα χείλη με τα μάγουλα τραβώντας

Μα από τα μεγάλα μάτια της προδόθηκε 

που πάντα τρέχουν μοναχά τους...


Δημοσιεύτηκε στο ΦΒ στις 24 Μαρτίου 2020 | Facebook

25 Απριλίου 2050. (Αισιόδοξο αφήγημα τού Κώστα Καλλίμαχου)

(Στις 25 Απριλίου του 2050 η Μαρία-Φωτεινή θα γιορτάσει τα 48α γενέθλιά της. Τώρα είναι 18 ετών.)

Αν και κοντεύω πια τα ογδόντα, θυμάμαι πολύ καθαρά πως πριν φύγουμε και οι τρεις για το σκολειό κι αφού είχαμε πιει μονορούφι το κακάο ή το γάλα, "ελάτε να σας νίψω", μάς έλεγε η γιαγιά, "αλλιώς θα έχετε μουστάκια" (άσπρα ή μαύρα ανάλογα με το ρόφημα ή κίντρινα απ΄ το αβγό) και τρέχαμε, ακουμπούσαμε το πηγούνι στην άκρη τού νεροχύτη, αναμένοντας τη ζεστή παλάμη με τη δροσιά που κατέβαιναν χαιδευτικά από το μέτωπο, κάμποσες αργές φορές, αναζωογονώντας την επιδερμίδα και τα χείλη (δροσίζοντας όμως και τη γλώσσα που συχνά εξείχε επίτηδες από το ανοιχτό στόμα).

Τελειώνοντας το σφούγγισμα με την πετσέτα, έστριβε το κεφάλι, το κεντράριζε κοιτώντας με στα μάτια, έφτυνε τούς αντίχειρες και έσπρωχνε τα φρύδια μου αργά και με πίεση προς τα αφτιά, δυο και τρεις φορές. "Κοίτα, τι όμορφο αγόρι είναι αυτό", είχε πει μια νηπιαγωγός δείχνοντάς με στη μαμά τής Πόπης (ήταν το γειτονάκι που αγαπούσα). "Ναι, τα φρύδια του είναι σα ζωγραφιστά", συμφώνησε εκείνη, και αμέσως στην υπόληψή μου το νίψιμο τής γιαγιάς έφτασε ως τον ουρανό.

Τώρα πια ήξερα ότι το πρόσωπό μου είχε κάτι το μαγικό χάρη σ΄ εκείνο το πρωινό τελετουργικό που κρατούσε λίγα απολαυστικά λεπτά τής ώρας και τα οποία, όμως, πολλαπλασιαζόμενα επί τρία, έδιναν την δυνατότητα στη γιαγιά να ξεθάβει πράματα και θάματα από το χτες, όπως τότε, που αφηγήθηκε "τούς πεθαμούς στο χωριό από την ισπανική γρίπη τού 1918, μια γρίπη που ξεκίνησε από τα κοτέτσια τής Άπω Ανατολής και ξεπάστρεψε εκατομμύρια κόσμο σε όλη τη γη, ξεπάτωσε και το μισό χωριό μας τότε (σαν ήλθαν οι στρατιώτες με άδεια από το μέτωπο) αλλά όχι τα παιδιά γιατί εμείς είχαμε εκεί κοντά την εκκλησία τής Αγίας Μαρίνας, τής προστάτιδας τών παιδιών και τα φύλαξε. Θα μου πεις τώρα, γλιτώσανε από τη γρίπη εκείνη και μεγαλώσαν για να τα κατασπαράξουν αργότερα ο χιονιάς και τα ηρωικά κρυοπαγήματα τής Πίνδου, η πείνα και οι σφαγές τής κατοχής και του εμφυλίου τα εκτελεστικά αποσπάσματα..."

Την αγαπούσα πολύ τη γιαγιά μου - ήτανε η μάνα τού αχαΐρευτου τού πατέρα μου, ήτανε μάνα και πατέρας για μας η γιαγιά, γιατί πατέρα δεν είχαμε (είτε ήταν εξαφανισμένος είτε επέστρεφε για να μας βασανίζει) και η μάνα μας έκανε δυο τρεις δουλειές για να ζήσουμε - τη νύχτα ερχότανε σπίτι, σκοτωμένη από την κούραση κι όπως έπεφτε, κοιμόταν σα νεκρή ώς το πρωί, για να φύγει τα χαράματα πριν καλά-καλά ξυπνήσουμε. Μονάχα τις Κυριακές τη βλέπαμε και στις αργίες, γι΄ αυτό είπα πως η γιαγιά ήτανε μάνα και πατέρας, και σπουδαία παιδαγωγός, απολύτως αυτοδίδακτη, με βαθιά χριστιανική παιδεία τής αγάπης, πολύ ευσεβής αλλά ουδέποτε θρησκόληπτη.

Πότε με τη μία ιστοριούλα και πότε με την άλλη, φτάναμε στο σκολειό, μάς φιλούσε έναν έναν, νωχελικά, έξω από την πόρτα και μας ξαπόλαγε σαν πυραύλους μέσα στο παιδομάνι...

Τώρα που γέρασα κι εγώ, διαπιστώνω πως έχω την ίδια συνήθεια τής γιαγιάς να κοιτάω κατά το χτες και να θυμάμαι πράματα και θάματα, όπως τότε που ξέσπασε ο Καιρός του Μεγάλου Φόβου και της απελπισίας όλων μας, μικρών και μεγάλων, πλουσίων και φτωχών, σπουδαίων και αφανών, πανίσχυρων και αδυνάμων...

Η Μαρία-Φωτεινή είχε πλησιάσει τα 18 και νομίζαμε ότι τίποτε πια δεν ήταν σε θέση να μας νικήσει, ότι μπορούσαμε να τη φροντίζουμε, να φέρνουμε τα φάρμακά της από το εξωτερικό, κυρίως από την Αμερική, αλλά ξαφνικά χτύπησε η πανδημία που όμοιά της δεν είχε ξαναζήσει κανείς από τους συγκαιρινούς μου και ούτε φανταζότανε κανείς πως θα συμβεί κάτι τέτοιο και άξαφνα η μία χώρα μετά την άλλη σφραγίσανε τα σύνορα. Και πώς θα ερχόντουσαν τα φάρμακα τού παιδιού μας; Άντε και  βρίσκαμε τα φάρμακα που στέλνονταν από την Ευρώπη (άλλο από τη Γαλλία, άλλο από τη Γερμανία και άλλο από την Ελβετία). Από την Αμερική, πώς στην ευχή θα έφερνε η Αντιγόνη το βασικότερο των φαρμάκων τού παιδιού, αφού τώρα έκλεισαν τα σύνορα με την Ευρώπη; Μέχρι πριν τον Καιρό του Μεγάλου Φόβου, είχαμε συναντήσει τεράστιες δυσκολίες, και τις ξεπερνούσαμε με πολύ κόπο και απελπισμένη αγάπη. Αυτό όμως το νέο εμπόδιο φάνταζε πλέον εφιαλτικό και ακατανίκητο ακόμη και για εμάς που είχαμε περάσει από σαράντα και κύματα και περνιόμασταν αποφασισμένοι για όλα...

Ήτανε, θυμάμαι, μέσα Μαρτίου τού ΄20 και η Αντιγόνη είχε βγάλει εισιτήριο για τα τέλη Μαΐου ή Ιουνίου, νομίζω, και τότε ανακοινώθηκε πως οι ΗΠΑ δεν δέχονται επισκέπτες από τις χώρες τής Ευρώπης. (Το φάρμακο αυτό μόνο ασθενείς και συγγενείς τους μπορούν αν  το βγάλουν από τις ΗΠΑ - δεν αποστέλλεται αλλιώς). Εν τω μεταξύ η Ελλάδα είχε μπει σε καραντίνα και η Κύπρος επίσης, όπως και η Ισπανία που είχε αρχίσει να μετράει τα θύματα σε εκατοντάδες, ενώ η Ιταλία τα μετρούσε σε χιλιάδες και οι ΗΠΑ είχαν αρχίσει να έχουν τους πρώτους νεκρούς. Στο Ρότσεστερ, εκεί όπου είναι το νοσοκομείο μας, η Μέιγιο Κλίνικ, είχε ήδη θύμα και πολλά κρούσματα, εξαιτίας ενός γκρουπ ορθοδόξων πιστών που είχαν επιστρέψει από τους Αγίους Τόπους... Χαμός, δηλαδή... Το εκπληκτικό ήταν ότι η Αγία Μαρίνα, όπως θα έλεγε η γιαγιά, έκανε πάλι το... θαύμα της: τα παιδιά δεν νοσούσαν, αλλά γινόντουσαν όμως φορείς και σπέρνανε το θάνατο στους γονείς και στους παππούδες! Φαίνεται πως κάποτε τα θαύματα και ο κατάρες αντικριστά χορεύουν, κατά πως λέει η ποιητής...

Τι χρονιά κι εκείνη! Μα ο Θεός τής γιαγιάς έκανε ξανά το θαύμα του. Με το που άνοιξε ο καιρός, ο κορωνοϊός λιποψύχησε από τους αυτοπεριορισμούς τών ανθρώπων και πήρε να φθίνει, οι αρρώστοι νοσούσαν ελαφρύτερα, τα κρούσματα λιγόστευαν εντελώς ανεξήγητα, και όπως ήλθε αυτή η καταιγίδα τού θανάτου μόνη της, επίσης μόνη της έφυγε για πάντα στα τέλη τού Απρίλη, οπότε τα σύνορα ανοίξαν, η δουλειά στα νεκροταφεία επανήλθε όπως και σε καιρούς ειρήνης με τη Φύση, και η Αντιγόνη μπόρεσε επιτέλους να ταξιδέψει στην Αμερική και να φέρει εκείνο το πολυπόθητο φάρμακο που ακόμη και τώρα κρατάει στη ζωή την κορούλα μας, τώρα που πλησιάζει τα πενήντα της και λέμε να τα γιορτάσουμε επαναφέροντας εκείνη την παράσταση που δεν λέει να ξεχαστεί, ίσως οι πιο παλαιοί τη θυμούνται ακόμη σαν το βαγγέλιο των λαϊκών: ΤΟ ΠΕΡΙΣΣΙΟ ΠΑΙΔΙ τού αγαπημένου μας Θανάση Τριαρίδη...

Ένα τέτοιο παιδί ήταν το παιδί μας και λέγανε πως δεν θα φτάσει στην εφηβεία και έφτασε. Και λέγανε πως δεν θα γλιτώσει από τον κορωνοίό και γλίτωσε. Και λέγανε πως θα είναι λιγόζωη κι όμως τώρα αισίως κλείνει τα πενήντα της. Γι΄ αυτό και τώρα από το μέλλον θέλω ψυχώσω όλους εκείνους τους τρομαγμένους συγκαιρινούς τού χτες:

Ψηλά το κεφάλι, κόσμε! Όπως ζήσατε εσείς κλεισμένοι στα σπίτια σας για δύο μήνες στον Καιρό τού Μεγάλου Φόβου, έτσι ζούμε κι εμείς (Η Αντιγόνη, εγώ και το παιδί μας) επί μισόν αιώνα! Αλλά με αγάπη, γιατί τίποτε άλλο δεν αξίζει στον κόσμο, πάρεξ αγάπη και αλληλεγγύη, γιατί, ακόμη και "Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. (...) Νυνί δε μένει πίστις, έλπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων η αγάπη."

Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός - Δημοσιεύσεις | Facebook

Κείμενό τής Αντιγόνης που θα μπορούσε να έχει τον τίτλο "Εμείς ζούμε την... πανδημία επί 18 χρόνια"

11 Μαρτίου 2020

Φίλες και φίλοι, αγαπητοί συμπολίτες, Όπως ζείτε εσείς τώρα, υπό την απειλή τού κορωνοϊού, και προσέχετε για να έχετε την υγεία σας, έτσι ζούμε κι εμείς επί 18 χρόνια! Διαβάστε τι λέει η Αντιγόνη μου για τη Μαρία-Φωτεινή μας και το πώς ζούμε και την προστατεύουμε καθημερινά.

Antigoni Kokkinou Kallimachou:

Μπορεί ένα άτομο να δείχνει και να φαίνεται "μια χαρά", δεν σημαίνει όμως ότι το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι κι αυτό "μια χαρά". Η κόρη μας, η Μαρία-Φωτεινή, ΚΙΝΔΥΝΕΨΕ πριν 2 χρόνια ΝΑ ΧΑΣΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ από γρίπη Β’, πνευμονία και σηψαιμία, αλλά και πιο πρόσφατα ΚΙΝΔΥΝΕΨΕ από πιο συνηθισμένες και ήπιες ασθένειες, όπως η γαστρεντερίτιδα και η ανεμοβλογιά.

Η οικογένειά μας, για 18 σχεδόν χρόνια, ζει έναν πολύ απομονωμένο τρόπο ζωής.

Δεν κάνουμε τίποτα που να εκθέτει την κόρη μας σε πιθανές εστίες μικροβίων: δεν κάνουμε οικογενειακές συνάξεις ποτέ, δεν πηγαίνουμε ποτέ σε πάρτι γενεθλίων ή χριστουγεννιάτικα τραπέζια.

Αποφεύγουμε πάντα τούς δημόσιους χώρους, πλην νοσοκομείων! Την κόρη μας δεν την στέλνουμε ούτε σχολείο.

Απολυμαίνουμε τα χέρια μας κάθε λεπτό της ώρας.

Όταν μπαίνουμε στο σπίτι μετά τη δουλειά, αμέσως κάνουμε μπάνιο κι αλλάζουμε ρούχα. (Τα παπούτσια τα αφήνουμε πάντα στην είσοδο.)

Ακόμη, αποφεύγουμε να την αγκαλιάσουμε ή να την φιλήσουμε, εάν στον χώρο εργασίας μας συναντήσαμε άρρωστα άτομα.

Διατηρούμε καθημερινά τούς χώρους τού σπιτιού μας καθαρούς και όσο μπορούμε πιο αποστειρωμένους.

Είναι απαράβατος κανόνας στο σπίτι μας, να μπαίνουμε σε απομόνωση εάν αρρωστήσουμε ο Κώστας ή εγώ, ακόμα και με μια απλή ίωση.

Γιατί; Επειδή γνωρίζουμε πολύ καλά τι μπορεί να κάνει έστω κι ένα απλό κρυολόγημα σε κάποιον με σύνδρομο Dravet, όπως τη Μαρία-Φωτεινή. Μπορεί να την σκοτώσει. Και αυτό δεν είναι καθόλου υπερβολή!

Με υπομονή και αισιοδοξία και προπαντός με όσο το δυνατόν καλύτερη πρόληψη, για μέρες χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις εν όψει κορωνοϊού...

11 Μαρτίου 2020

Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός - Δημοσιεύσεις | Facebook

Antigoni Kokkinou Kallimachou | Facebook


Τι δεν μάς είπαν για τα 152 δείγματα που βγήκαν αρνητικά:

 (10 Μαρτίου2020)

Τι δεν μάς είπαν για τα 152 δείγματα που βγήκαν αρνητικά:

Δεν μας είπαν ότι ο κορονοϊός ανιχνεύεται μετά από δύο και τρία τεστ. Το ένα δεν είναι αρκετό.

Δεν μας είπαν ότι κάποτε πρέπει να περάσουν πέντε και έξι ημέρες και να ξαναγίνει τέστ.

Δεν μας είπαν ότι ο φορέας είναι μεταδοτικός ακόμη και χωρίς συμπτώματα! Ακόμη και χωρίς θετικό τέστ!!! Γι΄ αυτό χρειάζεται η 14ημερη καραντίνα.

Το ξέρουν φυσικά, αλλιώς δεν θα κλείναν τα σχολεία...

Απλώς πρέπει να το πούνε στον κόσμο ώστε να φυλάγεται.

Με αισιοδοξία,

Κώστας

ΥΓ. Η κόρη μας Μαρία-Φωτεινή ανήκει στους ευάλωτους ασθενείς. Ακόμη και η πιο ήπια ίωση, την στέλνει στην Εντατική... Φανταστείτε λοιπόν τι μας περιμένει εάν αρπάξει κορονοϊό. Ή μάλλον, ας μην φανταστείτε. Θα σας το πω ωμά: εάν η Μαρία-Φωτεινή κολλήσει κορονοϊό, θα πεθάνει. Να το θυμάστε. Γιατί μόνο αν το θυμάστε συνεχώς, θα προστατεύετε τον εαυτό σας και ίσως έτσι προστατεύσετε και πλήθος άλλα παιδάκια σαν την Μαρία-Φωτεινή, αλλά και τους καρκινοπαθείς όπως και όλους και τους ηλικιωμένους.

Με αγάπη,

Κώστας, Αντιγόνη και Μαρία-Φωτεινή

Δημοσιεύτηκε στις 10 Μαρτίου 2020 στο Facebook

Απελπισμένη βάρκα

Γιατί διασχίζεις τα κρύα κύματα

τής παγωμένης μας καρδιάς

ψάχνοντας στη ματιά μας

λίγη στεριά ανθρωπιάς;

Δε βλέπεις τα σωσίβιά σου;

Είναι φθαρμένα, βρόμικα και τρύπια!

Μια νεκρή φωτογραφία είσαι

που βρίσκεται κι όλας στο βυθό,

στής σκέψης μας τα βράχια.


Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός

 - Δημοσιεύσηκσε στο Facebook στις 9 Μαρτίου 2020

Πώς μπορώ να βοηθήσω ένα φίλο που υποφέρει δίπλα στην καρκινοπαθή κορούλα του; (Οδηγίες ετεροβοήθειας προς καλοθελητές)

Λένε πως την ώρα τού πόνου και της αγωνίας, άσε τον άλλονε στην ησυχία του... Είναι ζήτημα ιδιωτικότητας. Υποτίθεται, το διατρανώνουν και οι διαβασμένοι που απλώς έριξαν μια ματιά στον τίτλο τού μυθιστορήματος "Μια Προσωπική Υπόθεση" τού νομπελίστα Κenzaburo Oe.

Δεν τους φτάνει το βάσανό τους, να έχουνε κι εμάς πάνω από το κεφάλι τους; Χρειάζονται χρόνο να σκεφτούνε οι άνθρωποι. Να πάρουνε αποφάσεις. Ας μην τους ζαλίζουμε κι εμείς με τις επισκέψεις μας. Ας μην τους ταλαιπωρούμε με το κουβεντολόι μας. Δεν τους βλέπεις που λιώνουνε στο ξενύχτι και στην αγωνία; Δεν τους λυπάσαι; Παράτα τους λοιπόν!!! Αντέχουνε αυτοί...

Ώστε έτσι, ε; Αντέχουνε αυτοί... Μείνατε χρόνια στα νοσοκομεία, τραβώντας το παιδί σας από τα πόδια για να μην το πάρει ο χάρος και βγάλατε το συμπέρασμα πως αντέχουνε αυτοί και ότι θέλουνε την ηρεμία τους και πως η παρέα σας τούς κουράζει. Αυτό συμπεράνατε, ε; Σωστά! Λογικοί άνθρωποι είστε!!!

Επί χρόνια συμμεριζόμουν τούς λόγους τής απουσίας σας και αυτό κράτησε ως το περασμένο καλοκαίρι, όταν για μια φορά ακόμη, καρτεράγαμε το μοιραίο έξω από την εντατική... Μόνοι μας, βέβαια. Εντελώς μόνοι... (στην αρχή, ξέρετε, τρέχουνε όλοι από αλληλεγγύη και... περιέργεια - με τον καιρό, και κυρίως, με τα χρόνια, ... συνηθίζουνε οι άνθρωποι, βρε αδελφέ, και βαριούνται: "μα πάλι στην Εντατική... νισάφι πια..."

Και ξαφνικά, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, την νεκρική ησυχία έξω από την εντατική και τις καταβεβλημένες νοσοκόμες, βλέπω ουρανοκατέβατο το Νίκο Καραγέωργο, τoν παιδικό μου φίλο, που έτυχε να έλθει στην Κύπρο για δουλειές. Και έμαθε... Και με το που κατέβηκε από το αεροπλάνο, ήλθε έξω από την Εντατική τού Παιδιατρικού Μακαρείου Νοσοκομείου. Και τι μου λέει ο αθεόφοβος; Τι μου λέει;

Ρε, Κώστα, ήλθα να μου πεις πώς μπορώ να σε βοηθήσω. Να πάω να σου φέρω κάτι να φας; Να μείνω εγώ έξω να περιμένω, να πας στο σπίτι σου για λίγο... Ή έστω να πάτε κάπου μια βόλτα με την Αντιγόνη να ανασάνετε;

Α, ρε Νίκο! Γιατί μου το έκανες αυτό; Έπρεπε να έλθεις μετά από τόσα χρόνια στη Λευκωσία, να ταξιδέψεις από το Αγρίνιο στην Αθήνα και από την Αθήνα στη Λευκωσία και να με ρωτήσεις αν χρειάζομαι κάτι, γαμώ το!

Δεν ξέρεις, ρε Νίκο, ότι εμείς οι γονείς που έχουμε βαριά άρρωστα παιδιά, δεν θέλουμε επισκέψεις και βοήθεια; Δεν ξέρεις ότι είμαστε υπεράνθρωποι; Δεν ξέρεις ότι δεν μας αγγίζει κανένας κόπος και καμία θλίψη και πως κάθε προσπάθεια να μας απαλύνει κάποιος τον πόνο είναι... ανεπιθύμητη; Δεν το ξέρεις πως μας αρκεί απλώς η... προσευχή σας, η... ευχή σας και η... σκέψη σας;

Αφιερωμένο στον Ηλία Μαγκλίνη και την Αλεξία Γιαννουζάκου 

Με αγάπη,

Κώστας

ΥΓ.1  Η Αλεξία τής οποίας ο γιος υποφέρει από τότε που γεννήθηκε (και το "υποφέρει" δεν είναι σχήμα λόγου), η πολυβασανισμένη Αλεξία, λοιπόν, έγραψε προ καιρού: Όταν σου λένε "Έχεις δυνάμεις εσύ! Αντέχεις!", ουσιαστικά σου λένε, "βγάλ΄ τα πέρα μόνος σου" [Λίγους μήνες μετά, θα χτυπήσει ο κεραυνός... Εκεί, στο θάνατο, τα χάνουμε όλοι...]

ΥΓ.2  Γνωστή ενός φίλου, προσφέρθηκε λέγοντάς του "ζήτα μας βοήθεια, γιατί κι εμείς είμαστε σοκαρισμένοι και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε". (Από μία άποψη δεν έχει άδικο). Την ενημέρωσα, λοιπόν, ότι κανένας ταλαίπωρος γονιός με άρρωστο παιδί δεν θα ζητήσει κάτι από τους άλλους. Οι άλλοι, οι απέξω, θα πρέπει να νοιαστούν για το πώς να συνδράμουν τούς άτυχους γονείς. Αν θέλουνε να μάθουν πώς, ας ρωτήσουνε άλλους γονείς, παλαίμαχους τού πόνου και τής θλίψης ή ας ζητήσουν και τη γνώμη ψυχολόγων, αν όντως επιθυμούν να δείξουν έμπρακτη αλληλεγγύη. Τα υπόλοιπα είναι φλυαρίες.

Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός 

Δημοσιεύτηκε στο Facebook στις 25 Φεβρουαρίου 2020

Κάτι σαν ευχή για ένα φίλο που δοκιμάζεται σκληρά...


Όταν επανειλημμένα και επί χρόνια ξενυχτάς έξω από την Εντατική

Δίχως να ξέρεις εάν το παιδί σου θα ξαναδεί το φως τού ήλιου

Όταν οι εφιάλτες σου πλέον είναι αυτές και μόνο αυτές οι νύχτες τής αγωνίας και του σπαραγμού

Κάποτε συμβαίνει να πετάγεσαι φωνάζοντας μέσα στη νύχτα κάθιδρος

Και να ψάχνεις μες στο σπίτι σου γιατρούς και νοσοκόμες

Να τους ρωτήσεις αν το παιδί σου αναπνέει

Αν επί τέλους άνοιξε τα μάτια του

Και ξάφνου το φως ανάβει και είναι η αγαπημένη σου

Σε αγκαλιάζει τρυφερά

Και ήρεμα σού ψιθυρίζει:

είναι καλά, είναι καλά

Εφιάλτη βλέπεις

Πέρασε...

-------------------------------------------

Κάτι Σαν Ευχή για τον Ηλία Μαγκλίνη που αυτές τις μέρες δοκιμάζεται σκληρά...

ΥΓ. Τον Ηλία Μαγκλίνη τον θαυμάζω πρώτα ως άνθρωπο. Τον νιώθω πολύ δικό μου για αρκετούς λόγους, προσωπικούς, που δεν είναι τού παρόντος. ίσως μου δοθεί κάποτε η ευκαιρία να επεκταθώ σε αυτούς με αφορμή το βιβλίο του ΕΙΜΑΙ ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΧΩ ΞΕΧΑΣΕΙ, αργότερα όμως.

Έναν λόγο θα αναφέρω τώρα: το ότι έχουμε κοινή και μεγάλη αγάπη για τον ίδιο άνθρωπο, για τον Θανάση Τριαρίδη.

Και ξέρετε, συνήθως οι φίλοι των φίλων μας γίνονται και δικοί μας αγαπημένοι μόνον όταν ξεχειλίζουν από ήθος και ανθρωπιά. Διαβάστε τα βιβλία τού Ηλία και θα καταλάβετε τι εννοώ.

Με αγάπη,

Κώστας

Δημοσιεύτηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2020 στο Facebook


Μία συγχώρεση

Στη μνήμη του μικρού Στυλιανού που αυτοκτόνησε μην αντέχοντας την κακοποίηση από τον πατέρα του

Αν εξαιρέσω τον πατέρα μου, σε όλους τούς άλλους οφείλω κάτι. Σε όλους τούς άλλους, πλην εκείνου. Σε όλους τούς άλλους!

Αν όμως, ντε και καλά, πρέπει κάτι να οφείλω και σε κείνον, αυτό είναι μια συγχώρεση.

Κάποτε πρέπει να τον συγχωρέσω που εκείνο το πρωί, έτσι χωρίς λόγο, έπιασε τη μανούλα από τα μαλλιά και της χτυπούσε το κεφάλι στη γωνία του τοίχου·

να τον συγχωρέσω που ένα απόγευμα έδερνε επί μία ώρα τον αδερφό μου κι αν δεν ερχόντουσαν οι γείτονες, θα τον είχε σκοτώσει·

να τον συγχωρέσω για τα αισχρά και τα βρισίδια με τα οποία μάς περιέλουζε μέρα-νύχτα και που τα ξεστόμιζε με μεγαλύτερη αυταρέσκεια και περισσή ευφράδεια κυρίως μπροστά σε καλεσμένους και αγνώστους, κατεξευτελίζοντάς μας·

να τον συγχωρέσω που ένα βράδυ ήρθε μεθυσμένος ζητώντας διαζύγιο από τη μανούλα. Κι όταν μπήκε στη μέση η γιαγιά (και μάνα του), την άρπαξε απ’ τα μαλλιά και την τραβούσε έξω στην αυλή και την άλλη μέρα λέγαμε: «Κι άλλη τούφα εδώ, κι άλλη εκεί…»·

να τον συγχωρέσω που, και μόνο στο άκουσμα του ονόματός του ή της άγριας φωνής του, πάθαινα ταχυπαλμία και μ’ έλουζε κρύος ιδρώτας…

Αυτό το κτήνος θα πρέπει κάποτε να το συγχωρέσω, γιατί, όπως έλεγε η γιαγιά, το ποτό έφταιγε κι όχι εκείνος…

Το μόνο που οφείλω σ’ αυτό το κτήνος είναι μια συγχώρεση

και δεν θα τη δώσω ποτέ!

Κώστας

Δημοσιεύτηκε στο ΦΒ στις 28 Νοεμβρίου 2019 

 Κάντε κλικ εδώ για να δείτε το κείμενο και τα σχόλια στο | Facebook

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2019

Πόσο αξίζει η ζωή ενός παιδιού;

Πόσο αξίζει η ζωή ενός παιδιού;   


Τελικά ο μικρούλης Παναγιώτης-Ραφαήλ (18 μηνών) θα ταξιδέψει για τη Βοστώνη. Λίγες μέρες νωρίτερα, το Ανώτατο Υγειονομικό Συμβούλιο τής Ελλάδας αρνήθηκε την κρατική επιχορήγηση τών δύο εκατομμυρίων δολαρίων, δίνοντας έμφαση στο αμφίβολο και πολυέξοδο τής θεραπείας, αντιμετωπίζοντας δηλαδή με καχυποψία τον εξεζητημένο και πρωτοποριακό της χαρακτήρα.

Εάν οι γονείς τού μικρούλη Παναγιώτη-Ραφαήλ δεν είχαν καταφύγει στην κοινωνία τών πολιτών, το νήπιο θα πέθαινε μια ώρα αρχύτερα. Τώρα όμως μπορεί να ελπίζει. Όλοι μας μπορούμε να ελπίζουμε επειδή δεκάδες χιλιάδες Έλληνες και Ελληνοκύπριοι πολίτες κατέθεσαν τον οβολόν τους υπέρ τής ζωής και της ελπίδας, δηλαδή υπέρ τής πανάκριβης θεραπείας τού Παναγιώτη-Ραφαήλ, αγνοώντας τις εισηγήσεις του ανωτάτου κρατικού επιστημονικού Συμβουλίου, το οποίο ενδεχομένως δεσμεύεται από το νόμο ως προς το ποιες θεραπείες είναι σε θέση να εγκρίνει και ποιες όχι, υποτίθεται...

Βρέθηκαν και ορισμένοι συμπολίτες μας, κάποιοι μάλιστα είναι επιστήμονες, οι οποίοι διατύπωσαν την άποψη πως εάν το παιδί τους επέπρωτο να είναι θνησιγενές λόγω μιας κάποιας γενετικής ασθένειας ή μετάλλαξης, θα προτιμούσαν να το αφήσουν να πεθάνει, παρά να επιβαρύνουν το κράτος με δύο ή τρία εκατομμύρια δολάρια ή να αποταθούν στους συμπολίτες τους για οικονομική στήριξη. Προσέθεσαν, μάλιστα ότι αυτό δεν είναι ηθικό, από τη στιγμή που υπάρχουν τόσα παιδιά στον κόσμο, τα οποία πεθαίνουν από ασιτία...

Βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, επειδή παρόμοια άποψη εξέφρασαν και δύο προσφιλή μου πρόσωπα και μάλιστα διακεκριμένοι επιστήμονες. Οπότε, έχω ένα λόγο παραπάνω, να προσεγγίσω το ζήτημα όσο πιο ψύχραιμα γίνεται και κυρίως, μιλώντας από πείρα.

Θυμίζω, λοιπόν, την περίπτωση τής κόρης μου Μαρίας-Φωτεινής, η οποία, το 2005 είχε φτάσει να έχει 100, σωστά διαβάσατε, εκατό επιληπτικές κρίσεις την ημέρα, με αποτέλεσμα οι γιατροί στη Λευκωσία, στην Αθήνα, στο Λονδίνο και στο Παρίσι (δεν θέλω να αναφέρω ονόματα - είναι όλοι τους γνωστοί επιστήμονες παιδονευρολόγοι) μάς συμβούλευαν φιλικά να κάνουμε άλλο παιδί επειδή η Μαρία-Φωτεινή σύντομα θα πεθάνει λόγω τών αλλεπάλληλων και ανεξέλεγκτων επιληπτικών της κρίσεων. Εξάλλου, το σύνδρομο Νταβέ είναι μία γονιδιακή μετάλλαξη που δεν επιτρέπει στα μισά από τα άρρωστα παιδιά να φτάσουν στην εφηβεία τους...

Ως ορθολογικά και επιστημονικά στοχαζόμενος, είχα πεισθεί ότι οι μέρες τής Μαρίας-Φωτεινής είναι μετρημένες, αφού μας το διαβεβαίωνε η αυθεντία τής ευρωπαϊκής παιδονευρολογίας στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Έτσι, όταν η Αντιγόνη βρήκε μία σπάνια και πειραματική ΔΙΑΙΤΑ, την κετογόνο δίαιτα, ως αντίπαλο στις επιληπτικές κρίσεις τού παιδιού μας, οι Ευρωπαίοι γιατροί γελάσανε πικρά (μαζί τους κι εγώ), με το σκεπτικό, αφού δεν κάνουν τίποτε τα φάρμακα πώς είναι δυνατόν μία δίαιτα να σταματήσει τις κρίσεις του παιδιού;

Η Αντιγόνη όμως είχε δει, προ ετών, την ταινία του Τζιμ Άμπραχαμς με τη Μέριλ Στριπ και θυμόταν ότι εκεί, μία οικογένεια είχε καταφέρει να ελέγξει τις επιληπτικές κρίσεις τού παιδιού της μέσω μιας πρωτοποριακής θεραπείας, της Κετογονικής Δίαιτας, η οποία εφαρμοζόταν στο Τζων Χόπκινς. (Μάλιστα, η ταινία συνοδευόταν από σχετικό ντοκιμαντέρ με πρόσωπα και πράγματα.)

Αποταθήκαμε, λοιπόν, στο Τζών Χοπκινς και μας απέρριψαν, αφού πρώτα διάβασαν το φάκελο τού παιδιού - φαίνεται το θεώρησαν χαμένη υπόθεση...

Η Αντιγόνη συνέχισε μόνη της να ψάχνει και να ψάχνει και να ψάχνει ώσπου βρήκε ένα άλλο νοσοκομείο, πάνω ψηλά, κοντά στη Μινεάπολη, το νοσοκομείο Μέιγιο Κλίνικ που δέχτηκε τη Μαρία-Φωτεινή ως ασθενή, αλλά ζήτησε διακόσιες χιλιάδες δολάρια ως εγγύηση...

Εμείς είχαμε ήδη ξοδέψει πολύ περισσότερα (μας είχε βοηθήσει και η ΠΟΕΔ με εράνους), γυρνώντας όλη την Ευρώπη, αναζητώντας θεραπείες και φάρμακα που όμως χειροτέρευσαν την κατάσταση και επιδείνωσαν τις επιληπτικές κρίσεις τής Μαρίας-Φωτεινής ή οποία ήταν κοντά στην ηλικία τού Παναγιώτη-Ραφαήλ.

Και πού να βρούμε 200 χιλιάδες δολάρια, εδώ και τώρα;

Ευτυχώς, δεν αποταθήκαμε στο Ανώτατο Υγειονομικό Συμβούλιο τής Ελλάδας.

Ευτυχώς, η Αντιγόνη δεν άκουσε κανένα από τους συγγενείς, φίλους και γνωστούς γιατρούς που μας συμβούλευαν να αποδεχτούμε και να αναμένουμε το μοιραίο.

Ευτυχώς, η ταπεινή και σεμνή Αντιγόνη μάς έγραψε όλους στα παλαιότερα τών υποδημάτων της.

Καλή τύχη, Παναγιώτη-Ραφαήλ!!!

ΥΓ. Βέβαια, ο αγώνας τής Αντιγόνης δεν σταμάτησε το 2005. Συνεχίζεται αδιάκοπα. Νυχθημερόν. Τώρα που σας μιλάω, είναι στη Μινεάπολη. Προσπαθεί να προμηθευτεί το βασικό φάρμακο τού παιδιού για έξι μήνες. Εν τω μεταξύ, η Μαρία-Φωτεινή τον ερχόμενο Απρίλη γίνεται 18.

Για να δεις τα σχόλια, κάνε κλικ εδώ .



Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2019

Το υπόγειο της αφθονίας (απόσπασμα από το ΕΠΙΛΗΨΙΑ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ)

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=1211849495665959&id=145603398957246&__tn__=K-R

«Αύριο θα έχουμε καύσωνα», μου είπε μια συμφοιτήτρια, «τι θα κάνεις;» Περίμενα κι εγώ να δω τι είναι αυτός ο περιβόητος «καύσωνας» της Αθήνας. Μετά κατάλαβα ότι εμείς στη Λευκωσία έχουμε καύσωνα όλο το καλοκαίρι!

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες μείναμε τότε για δυο-τρεις μέρες, κάτω από τον ήλιο, σε μια προσφυγική σκηνή, κι αφού η γιαγιά έπαθε ελαφρά ημιπληγία, μετακομίσαμε στο υπόγειο μιας φίλης της, της θείας Γιαννούλας, δίπλα από τον Πεδιαίο ποταμό –ούτε ρυάκι δεν είναι πια.

Το σπίτι τής θείας Γιαννούλας ήταν στο ύψος ενός ήσυχου δρομίσκου, που σε αλλοτινούς καιρούς ίσως αποτελούσε την ένδοξη όχθη ενός αληθινού ποταμού. Από την αριστερή πλευρά τού σπιτιού κατέβαινες καμιά εικοσαριά σκαλιά, προχωρούσες λίγα βήματα και στην πίσω μεριά έβρισκες μια χαμηλή σιδερένια πόρτα. Αν κατάφερνες να την ανοίξεις, έμπαινες σ’ ένα μεγάλο σκοτεινό δωμάτιο με μια σκέτη λάμπα στο ταβάνι. Στο βάθος αριστερά ήταν η τουαλέτα, απέναντί της μια υποτυπώδης κουζίνα και στη μέση κάτι προπολεμικά στρώματα και παλιατζούρες.

Εν συγκρίσει με τη ζωή στη σκηνή του Ερυθρού Σταυρού (με την τροπική ζέστη, την αποπνικτική σκόνη, το σπάνιο τρεχούμενο νερό και τις χημικές τουαλέτες με τις μόνιμες ουρές), το δροσερό υπόγειο ήταν σωστό παλάτι, αν εξαιρούσες τη λίγη μούχλα και τα πολλά ποντίκια.

Έξω από την πόρτα ήταν ο βόθρος τού κυρίως σπιτιού, όμως πολύ καλά σκεπασμένος με τσιμέντο ώστε να σχηματίζει μια αρκετά συμπαθητική αυλίτσα με θέα στην πράσινη ρεματιά.

Εκεί κάτω, στο υπόγειο, μείναμε για ένα σύντομο διάστημα: η γιαγιά, η μανούλα, ο αδελφούλης μου κι εγώ. Εκεί πρωτολατρέψαμε τις γάτες, όχι μόνο διότι μας έσωσαν από τους αρουραίους, αλλά κυρίως επειδή μάς γλύκαιναν με τη συντροφιά τους, αφού τα παιδιά τής προσωρινής μας γειτονιάς είχαν πολλούς λόγους να είναι άφαντα…

Εκεί περάσαμε, για δυο-τρεις εβδομάδες, ζωή χαρισάμενη. Δε μας έλειψε απολύτως τίποτε! Αν και η πούγκα μας ήταν άδεια, είχαμε απ’ όλα τα καλά του Θεού! Μέρα παρά μέρα ερχότανε η θεία Γιαννούλα με τα χέρια γεμάτα. Και τι δε μας έφερνε! Ρούχα, παπούτσια, φαγώσιμα, γάλα, ως κι ένα μικρό ψυγειάκι και ψωμιέρα! Χώρια τα σεντόνια, τα δυο διπλά κρεβάτια, τα καθαρά στρώματα, το μικρό καναπεδάκι και χίλια δυο άλλα χρήσιμα μικροπράγματα. Έφερε κι έναν μάστορα που πέρασε σωλήνες, έβαλε λάμπες, δυο μικρά χωρίσματα, πέταξε τη μεταλλική πόρτα και στη θέση της τοποθέτησε μια πανέμορφη ξύλινη με φωτεινό γυαλί κι έκαμε ένα σωρό κουτσοδούλια. Τα απογεύματα έμενε ώρες μαζί μας και θυμόντουσαν με τη γιαγιά (ήταν παιδικές φίλες) τα παλιά, «τότε που η Λευκωσία είχε ακόμα καλά πλάσματα», ανθρώπους δηλαδή.

Μια μέρα εξαφανίστηκε. Μάθαμε ότι είχε ένα ατύχημα και νοσηλεύεται. Πήγαμε απρόσκλητοι στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, που ήταν φίσκα από τραυματισμένους στρατιώτες και αμάχους –ό,τι χειρότερο για τα μάτια μιας παιδούλας. Μετά από απίστευτη και πολύωρη ταλαιπωρία, ρώτα εδώ, ρώτα εκεί, τη βρήκαμε γεμάτη επιδέσμους και μώλωπες. Μόλις μάς είδε ξαφνιάστηκε, όμως αμέσως χαμογέλασε. Τρέξαμε, την αγκαλιάσαμε και μας φιλούσε όλο στοργή. «Τι έπαθες, θεία Γιαννούλα, τι έγινε, πώς και κατασκοτώθηκες; Και στο πρόσωπο πώς χτύπησες; Και τα δάχτυλα πώς τα έσπασες; Και τα πλευρά σου γιατί είναι δεμένα;» Η μαμά, μέσα στην αφέλειά της, της έκανε ένα σωρό ερωτήσεις (αργότερα το μετάνιωσε) και εισέπραττε μισόλογα αντί για απαντήσεις, που θα βάζανε σε υποψίες ακόμα κι ένα πεντάχρονο κορίτσι.
Κάναμε χώρο κι η γιαγιά, που ήταν να την κλαις, έκαστε στην άκρη του κρεβατιού, της χάιδευε το χέρι και μονολογούσε σα να μοιρολογούσε: «Αχ, Γιαννούλα μου, αχ… δεν έπρεπε, δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό…»

Όταν γυρίσαμε πίσω, η γιαγιά ήταν άλλος άνθρωπος: «Φεύγουμε», διέταξε με αυστηρότητα. Δεν είχαμε και τίποτε δικό μας για να το πάρουμε μαζί μας… και το ίδιο απόγευμα επιστρέψαμε στο βουνό, σ’ εκείνο το σπίτι με τις πολλές προσφυγικές οικογένειες.

Αν κι εκεί περνούσαμε καλούτσικα, ωστόσο το υπόγειο της αιφνίδιας και ακαριαίας αφθονίας δεν έλεγε να φύγει από το νου και συνεχώς ρωτούσα τη μανούλα: «Γιατί ήρθαμε εδώ πάνω στο βουνό ξανά, αφού εκεί κάτω είχαμε τα πάντα;» Αντί γι’ απάντηση, κοιταζόντουσαν ένοχα με τη γιαγιά.

Το μικρό εμπορικό κατάστημα που είχε τότε ο άντρας της, τώρα είναι ένα τεράστιο σούπερ-μάρκετ και το διευθύνουν τα παιδιά τους. Βέβαια, η θεία Γιαννούλα έχει «φύγει» από χρόνια, όμως ποτέ δεν έπαψα να τη μνημονεύω με ευγνωμοσύνη και κάμποσες ενοχές, αφού όλη εκείνη η αναπάντεχη αφθονία που ζήσαμε στο υπόγειό της, έστω για λίγο, ερχότανε κρυφά από τα ράφια του άντρα της, που σαν το έμαθε…

«Τι να έκανε κι εκείνος ο φτωχός;» μου εκμυστηρεύτηκε κάποτε η μανούλα. «Ήταν λίγο μετά την καταστροφή… τόσα στόματα είχε να θρέψει…»
--------------------------------------------

The basement of plenty (and the cost) (Flashback)

“Tomorrow we’re going to have a heatwave,” one of my fellow students told me, “What are you going to do?” I too was waiting to see what this notorious Athenian “heatwave” was like. Afterwards, I understood that in Nicosia we have that heatwave all summer long!

We remained in circumstances like these for two or three days, under the sun, in a tent, and then, since grandma was suffering slightly from hemiplegia, we moved into the basement of one of her friends’ houses, Aunt Yiannoula, next to the Pedieos River – which wasn’t even a trickle at the time.
Aunt Yiannoula's house was on a quiet lane which, in days of yore, may have been the glorious bank of a real river. If you went down the twenty or so steps on the left-hand side on the house, a couple of metres further on you would find a low iron door at the back of the building. If you managed to open that, you entered a large, dark room with a single bulb hanging from the ceiling. In the back on the left was a toilet, opposite a very primitive cooker and, in the middle of the room, some pre-war mattresses and a pile of junk.

Compared to life in the tent at the Red Cross (in the tropical heat, the suffocating dust, the scarce running water and chemical toilets with permanent queues), this cool basement was a true palace, with the exception of a little mould and the multitude of mice.

Outside the door was the cesspit for the main house, but it was very well covered with cement, making a fairly appealing little yard with a view of the green ravine. We lived down there in the basement for only a short time: Grandma, mother, my brother and myself. There we first fell in love with the cats, not only because they saved us from the nifitses (as we call rats in Cyprus), but mainly because they soothed us with their company, since the children of our temporary neighbourhood had many reasons to be absent.

We spent two or three weeks there, a blissful life. We lacked absolutely nothing! Even though our purse was empty, we had all the gifts of God! Every other day, Aunt Yiannoula would visit with her arms full. What didn’t she bring us? Clothes, shoes, food, milk, even a tiny fridge and a bread basket! And sheets, two double beds, clean mattresses, a small sofa and a thousand and one other useful things. She even brought in a workman in who sorted out the pipes, fixed the lights, put in two small dividing screens, threw away the metal door and replaced it with a beautiful wooden one with glass, and she had a huge number of menial jobs and minor repairs done. She would stay with us for hours in the evenings, reminiscing with Grandma (they were childhood friends) about the old times “when Nicosia still had good creatures," – as they referred to the people.

One day she vanished. We discovered that she’d had an accident. We went, uninvited, to Nicosia General Hospital, which was full to bursting with wounded soldiers and civilians – the worst thing for the eyes of a young child. After an unbelievable amount of hassle, asking here and asking there, we found her covered in bandages and bruises. She was startled when she saw us, but immediately smiled warmly. We ran to embrace her, and she kissed us, full of affection. “What happened, Aunt Yiannoula, what happened? How did you get so badly hurt? How did you hit yourself in the face? How did you break your fingers? Why is your side bandaged?” Mother, in her naivety, asked her dozens of questions (she regretted them later) and got half-truths in return rather than answers, which would have made even a five-year-old child suspicious.
Grandma didn’t say a word. She stroked Aunt Yiannoula’s hand and hair with sadness and gratitude, and said to her, very quietly: “Dear Yiannoula, you shouldn’t have done that, it wasn't necessary...” When we got back to the house, Grandma was a different person: “We're leaving,” she ordered sternly. We had nothing of our own to take with us... and that same evening we returned to the mountain, to the house with its many families.

Even though we passed our time there tolerably, the basement of sudden and brief abundance hadn't left my mind, and I kept on asking mother: “Why have we come back here to the mountain when down there we had everything?” Instead of answering, she and Grandma looked at each other guiltily.

The small trade shop Aunt Yiannoula owned back then with her husband is now an enormous supermarket, run by their children. Even though she "left” us years ago, I never stopped remembering her with gratitude, and a touch of guilt, because all that boundless plenty we had in her basement – even if just for a little while – had come sneakily from her husband’s shelves, and when he found out...

“What could he do, the poor man?” mother revealed to me once. “It was just after the disaster... he had so many mouths to feed...”

Για τη μετάφραση συνεργάστηκαν: Νίκος Δήμου, Αντιγόνη Καλλιμάχου, Παναγιώτα Μανόλη, Μαίρη Κιτρόεφ, Loura Bodger και Mary Coran

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=1211849495665959&id=145603398957246&__tn__=K-R

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Όταν πέσαμε στον γκρεμό

Ήμουνα αυτό που λένε μυαλωμένο παιδί: ο μόνος που απέφευγε καβγάδες και έβρισκε λύσεις με την κουβέντα.

Μια νύχτα όμως παραφερθήκαμε σε ένα κακόφημο μπαρ. Η παρέα μας ήτανε τύφλα στο μεθύσι και στα... λοιπά. Εγώ, όντας νηφάλιος (αφού το ποτό με ενοχλεί στο στομάχι) άκουσα τον μπάρμαν που ζήτησε από τούς μπράβους να κλειδώσουν την πόρτα για να μας τουλουμιάσουν.

Ορμάω λοιπόν στον μπράβο να τον εμποδίσω (του πήρα τα κλειδιά) και άρχισα να... τρώω της χρονιάς μου. Όταν η παρέα είδε επιτέλους τη φάση, του την πέσανε άγρια, με σώσανε και βγήκαμε έξω όλοι σώοι, σπάζοντας στο διάβα μας τις τζαμαρίες και κραδαίνοντας γυαλιά.

Δίπλα από την έξοδο τού μπαρ ήτανε ένα νεόκτιστο με κάμποσα πλακάκια που εμείς τα κάναμε... αεροπλανάκια και... βομβαρδίζαμε το μαγαζί και τους μπράβους που δεν τολμούσανε ούτε να ξεμυτίσουν και... κάλεσαν την αστυνομία.

Με το που ακούμε τη σειρήνα, σκορπίσαμε. Εγώ, ο αδελφός μου κι άλλο ένα παιδί που ήτανε αγρίως μαστουρωμένο, μπήκαμε σ΄ ένα σοκάκι θεοσκότεινο που δυστυχώς κατέληγε σε ένα γκρεμό ρεματιάς. Εκεί πέσαμε, κουτρουβαλώντας, πρώτα ο αδελφός μου, μετά εγώ και στη συνέχεια το φιλαράκι το χασισωμένο που προσγειώθηκε στο χέρι μου και μου το έκανε κομμάτια...

Στα μάτια τού αδελφού μου είχανε μπει φύλλα και κλαδιά, αλλά εμείς βλέπαμε μόνο δάκρυα και αίμα - νομίζαμε ότι τυφλώθηκε...

Ήταν Αύγουστος και το φεγγάρι βοήθησε να εντοπίσουμε μία ανηφορούλα προς τον κεντρικό δρόμο, αλλά εκεί μας πέτυχε το περιπολικό που πήγε τον αδελφό μου στο νοσοκομείο κι εμένα στο κρατητήριο, μαζί με το χασισωμένο, που ούτε μιλούσε ούτε λαλούσε, κάτι που ο αξιωματικός υπηρεσίας εξέλαβε ως... ειλικρινή μεταμέλεια και συστολή και τα έβαλε μαζί μου.

Με ανέκρινε όλη τη νύχτα και δώσε ξανά και ξανά κατάθεση, πες κι εκείνο, πες και το άλλο... Πρέπει να ήτανε σαδιστής ο άνθρωπος. Του έλεγα ότι δεν αντέχω άλλο και του έδειχνα το δεξί χέρι που κρεμότανε στρεβλό και τουμπανισμένο (τέσσερα κατάγματα έδειξε η ακτινογραφία το πρωί). Αλλά το γαϊδούρι αρνιότανε να με στείλουν στο νοσοκομείο...

Κατά το ξημέρωμα, άκουσα απ΄ έξω γυναικείες φωνές. Ήταν η μάνα μου, που μπήκε στο γραφείο τού αξιωματικού υπηρεσίας με το ζόρι, κι όταν είδε το χέρι μου... πάρτηνε κάτω και... σώθηκα εγώ!!!

Αυτή ήταν η τελευταία μου τρέλα. Μετά επανεξέτασα τις παρέες μου και φρόντισα να μη ξανασυναναστραφώ ούτε με εριστικούς αλκοολικούς ούτε με ναρκομανείς μπούφους, καθώς ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορούνε, άθελά τους, να σε μπλέξουν και να μην πάρεις χαμπάρι...

Ο αδελφός μου ξαναβρήκε το φως του ύστερα από μήνες βασανιστικής ανάρρωσης κι εγώ το χέρι μου μετά από κάμποσες βδομάδες στο γύψο. Βγήκανε και τα αποτελέσματα, είχα περάσει στο πανεπιστήμιο, οπότε άλλαξα ζωή για τα καλά (με βοήθησε ο Βαγγέλης) γιατί το πανεπιστήμιο, που μού υποσχέθηκε επαγγελματική κατάρτιση και προκοπή, κράτησε το λόγο του.

Από την παρέα εκείνης τής βραδιάς, οι περισσότεροι συνέχισαν το ίδιο βιολί. Μονάχα ο Φώτης πρόκοψε κάπως. Ο Γιώργος και ο Παναγιώτης πέθαναν από ναρκωτικά. ο Βασίλης και ο Αποστόλης είναι αλκοολικοί του θανατά, ο Πάνος και Γιώργος χρόνιοι άνεργοι και ο Θανάσης ο ανάρχας, αν ζει, θα ρίχνει ακόμη ακόμη μολότοφ στο Πολυτεχνείο...

Πριν χρόνια με επισκέφτηκε ο Φώτης: "Α, ρε Κώστα, τυχερέ, καλά τα πας..." (Τώρα, πόσο τυχερός είναι ένας πατέρας που το παιδί του γεννήθηκε με την πιο σπάνια και επιθετική μορφή επιληψίας, αυτό είναι άλλο ζήτημα...)

ΥΓ. Η μάνα μου ποτέ δεν μου είπε κουβέντα. Ήξερε ότι απλώς έτυχε και θα φρόντιζα να μη μου ξανασυμβεί. Το διάβαζα στα μάτια της κι εγώ με τα μάτια μου συγκατάνευα...

(Αφιερώνεται στο φίλο και συμφοιτητή Βαγγέλη Τσαμπαλά που με βοήθησε να βρω το δρόμο μου)

Αναδημοσιεύτηκε στο FB στις 9 Αυγούστου 2019 - Κάντε εδώ κλικ για να δείτε πολλά σχόλια.

Ο Θύμιος - Ματωμένη Άνοιξη

Από καιρό είχε αφήσει το σχολείο
τον διώξανε τα ήθη τα σεμνά
κανείς δεν ήξερε που έμενε στ΄ αλήθεια
κι όσοι γνωρίζαμε, το λέγαμε κλεφτά.

Είχε συνήθειο του να δίνει μαργαρίτες
σε όλα μας τα παιδιά τής γειτονιάς
κι ανάμεσά μας έτρεχε με χάρη
στα χέρια του έχοντας ανθούς πορτοκαλιάς

Μες στα χωράφια ολημερίς και στις αλάνες
μπάλες κλωτσούσαμε, φωνάζοντας τρελά
μαζί κι ο Θύμιος μας που τόσο λαχταρούσε
να τραγουδά, να χαίρεται, να παίζει, να γελά.

Κανείς ποτέ δεν πρόσεξε πού χάθηκε ο δόλιος
οι άνοιξες κυλήσανε νωρθά και σιωπηρά
ώσπου μια μέρα φάνηκε, ερείπιο και μόνος.
Φαρμάκια τον ποτίζανε και καταθλιπτικά.

Ήταν, θυμάμαι, μια άνοιξη περήφανη, γενναία
τα χρώματα κι οι μυρωδιές πονούσαν τη ματιά
τόση ζωή, τόση ομορφιά, τόση γιορτή ωραία
κυνηγώντας πλησιάσαμε, στον Αϊ-Γιάννη Ριγανά

κι ομοβροντίες ρίχναμε, στις ράχες, στο νερό
«δώστε να ρίξω, ρε παιδιά, κι εγώ στον ουρανό",

μάτια, μυαλά κι αίμα πηχτό, στα ρούχα μας, στα χείλη

στα χείλη που τον φώναζαν «πούστη», κρυφά παντού
το Θύμιο που μας έραινε μ΄ ανθούς πορτοκαλιού.

Με ενοχές,
Κ.

(Στη μνήμη τού Θύμιου Ραμόπουλου που αυτοκτόνησε μπροστά μας, στον Αϊ-Γιάννη Ριγανά, πριν τριάντα χρόνια)

.

Ενός λεπτού κραυγή

Εσείς, οι τυχεροί γονείς
Με τα παιδιά που σφύζουνε από ζωή,
με τα παιδιά που δρέπουνε διακρίσεις και πτυχία

Εσείς οι γονείς οι ευλογημένοι,
με τα πλατιά χαμόγελα και τις ωραίες στιγμές
στις διακοπές και στα φατσοβιβλία

"Κοκκινίσατε άραγε ποτέ με την τόση ευτυχία;
Σκεφτήκατε ποτέ να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή"
για τα παιδιά που λιώνουνε μες στα νοσοκομεία;

Κώστας Καλλίμαχος
Μακάρειο Νοσοκομείο Παιδιατρικής
Χαράματα 28ης Ιουλίου 2019

Οφειλη στον άνθρωπο Δημήτρη Χριστόφια

Η ανοιχτή επιστολή μου (21/2/2008) προς τον Δημήτρη Χριστόφια, όταν εξελέγη Πρόεδρος τής Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τίτλος: «Ήλθε πράγματι η ώρα τής κοινωνικής δικαιοσύνης;»

Κύριε Πρόεδρε,

1. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι, τώρα που αναλάβατε το ύπατο αξίωμα και νυχθημερόν θα περιδιαβαίνετε τους διαδρόμους της εξουσίας, δεν θα δικαιώσετε τον Κορνήλιο Καστοριάδη που υποστήριζε ότι μονάχα δύο κοινωνικές τάξεις υπάρχουν: οι προνομιούχοι που κυβερνούν και οι μη προνομιούχοι που κυβερνώνται.

Ειλικρινά, κύριε Πρόεδρε, ελπίζουμε ότι η προεδρική σας περιβολή και το νυν φωτεινό και γεμάτο ευθύνες και μεγαλεία αξίωμά σας («Τα μεγαλεία να φοβάσαι ω ψυχή», έλεγε ο Αλεξανδρινός) δεν θα αμβλύνουν τις έσω λαϊκές σας καταβολές, τις ιδεολογικές σας αρχές αλλά και τους στόχους της Αριστεράς που ουδέποτε έπαψε να διατρανώνει την αφοσίωσή της στο αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη, που διαρκώς αγωνίζεται υπέρ των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, που είχε και έχει πάντοτε ως έμβλημά της το ιδεώδες της κοινωνικής αλληλεγγύης.

2. Όλοι θυμόμαστε ότι κατά την προεκλογική σας περίοδο, μιλούσατε τόσο για την επανένωση της πατρίδας μας όσο και για μία «δίκαιη κοινωνία».

Και ενώ το όραμα για επανένωση της Κύπρου είναι πολύπλοκο και δυσπρόσιτο, καθώς δεν εξαρτάται μόνον από εσάς και από εμάς τους πολίτες, αλλά και από άλλους εξωγενείς παράγοντες, από την άλλη μεριά το όραμα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης βρίσκεται, κύριε Πρόεδρε, εξ ολοκλήρου στα χέρια σας!

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, στην κοινωνία μας υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες αναξιοπαθούντες συμπολίτες μας, άντρες, γυναίκες και παιδιά που έχουν ανάγκη την στήριξη της πολιτείας. Πίσω από τις επίσημες αισιόδοξες στατιστικές κρύβεται δυστυχώς πολύς κόσμος φτωχός που έχει την πενία του για ντροπή, με αποτέλεσμα να ζει στο περιθώριο, στον ίσκιο και στη σιωπή.

Και μακάρι ένας φτωχός να έχει τη σωματική και ψυχική του υγεία, γιατί, αν έχει υγεία κάποιος, μπορεί να αγωνιστεί για να ανατρέψει το πεπρωμένο του. Αν δεν έχει υγεία όμως, τι γίνεται;

3. Εμείς, κύριε Πρόεδρε, ζούμε σχεδόν καθημερινά ανάμεσα σε κόσμο ταλαίπωρο και άρρωστο. Όσο μας επιτρέπουν οι πενιχρές μας δυνάμεις, έχουμε στρατευθεί εθελοντικά στο αγώνα υπέρ των Ατόμων με Επιληψία και κυρίως υπέρ των αδύναμων οικογενειών. Το τι δυστυχία βλέπουν καθημερινά τα μάτια μας, δεν μπορεί να φανταστεί ανθρώπου νους! Ξέρω ενήλικες που έχουν συχνά επιληπτικά επεισόδια εξαιτίας κάποιου όγκου στον εγκέφαλο, ανθρώπους δηλαδή με εκατό τοις εκατό αναπηρία, και οι οποίοι καλούνται να ζήσουν ; με ένα ξεροκόμματο 350 ευρώ που τους δίνει το Γραφείο Ευημερίας!

Ξέρω μητέρες διαζευγμένες που για να πάρουν ένα νυχτοκάματο τής πείνας αναγκάζονται να αφήνουν το ημιανάπηρο παιδί τους μόνο του στο σπίτι, χωρίς επίβλεψη (θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τη ζωή του), αφού το βοήθημα των 600 ευρώ που παίρνουν δεν επαρκεί καλά-καλά για ενοίκιο και διατροφή, πόσω μάλλον για ειδικούς φροντιστές, φυσιοθεραπευτές, λογοθεραπευτές και εργοθεραπευτές!

4. Κύριε Πρόεδρε, δεν θέλω να σας κουράσω άλλο. Πάνω στην ώρα όμως θυμήθηκα τον Λυσία που έλεγε ότι «η μοίρα στερεί από αρκετούς ανθρώπους την υγεία και την ευδαιμονία και πως επειδή η τύχη των ανθρώπων είναι κοινή, γι΄ αυτό η πολιτεία οφείλει να βρίσκεται στο πλευρό των αδυνάμων».

Αναμφίβολα και η δική μας πολιτεία, κύριε Πρόεδρε, μέχρι σήμερα έδινε στους ανήμπορους συνανθρώπους μας κάποιο βοήθημα, που όμως, κατά κοινήν ομολογία, δεν τους εξασφαλίζει ούτε στοιχειωδώς αξιοπρεπή ζωή.

Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε καλύτερα από όλους μας ότι δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, όπως έλεγε ο γενάρχης της ανιδιοτελούς ευρωπαϊκής φιλανθρωπίας, ο Άλμπερτ Σβάιτσερ, δεν έχουν μόνο οι υγιείς! Αν είναι, λοιπόν, να σημάνει για την Κύπρο μας η ώρα της κοινωνικής δικαιοσύνης, θα το μάθουμε μόλις αποφασίσετε, εδώ και τώρα, να διπλασιαστούν τα βοηθήματα που ήδη δίδονται, όχι μόνο στα άτομα με επιληψία, αλλά σε όλα τα άτομα με κινητικά, νευρολογικά, ψυχιατρικά και άλλα προβλήματα υγείας.

Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν!!!

Μετά τιμής
Κωνσταντίνος Καλλίμαχος, συγγραφέας-εκπαιδευτικός & Εκπρόσωπος του Κυπριακού Συνδέσμου Στήριξης Ατόμων με Επιληψία

Εφημερίδα Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ – 28 Φεβρουαρίου 2008
-------------------------------------------------------------------------------------------------

Υστερόγραφο 25ης Ιουνίου 2019:

1) Λίγες μέρες μετά την επιστολή μου, μάλλον από σύμπτωση, ανακοινώθηκε μια σημαντική αύξηση στα εν λόγω επιδόματα.
2) Το 2008, και με προσωπική παρέμβαση τού Δημήτρη Χριστόφια, η κόρη μας Μαρία-Φωτεινή νοσηλεύτηκε στη Μέιγιο Κλίνικ με έξοδα τού κράτους και σταμάτησαν οι επιληπτικές της κρίσεις.
3) Το φθινόπωρο του 2011, με προσωπική παρέμβαση τού Δημήτρη Χριστόφια και τής συζύγου του, εξοφλήθηκαν τα αμερικάνικα φάρμακα τής Μαρίας-Φωτεινής.
4) Και κάτι τελευταίο: όλες οι πιο πάνω παρεμβάσεις έγιναν υπέρ της Μαρίας-Φωτεινής ενώ είναι γνωστόν ότι η Αντιγόνη δεν ανήκει στην αριστερά και εγώ είμαι απλώς ένας ανέντακτος πολίτης, φιλελεύθερα σκεπτόμενος.

Καλό Ταξίδι, Δημήτρη Χριστόφια!

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

Γράμμα στην άλλη μας κόρη

Βικτώρια μου, σπλάχνο μου, κορούλα μου, ψυχή μου, δεν σε κακίζω που έφυγες μακριά μας για σπουδές κι έπαψες να ρωτάς πώς είναι η μικρή σου άρρωστη αδελφούλα.

Λες ότι, επιτέλους, βρήκες την ευτυχία, ότι ανακάλυψες τι σημαίνει ηρεμία, χαρούμενη ζωή, ή, έστω, ζωή χωρίς σκοτούρες, φόβο κι αγωνία!

Λες ότι επιτέλους γλίτωσες από εκείνο το χτυποκάρδι που σού προκαλούσε η διαρκής απειλή τού επικείμενου θανάτου τής βαριά άρρωστης αδελφούλας σου με τις τόσες και τόσες αιφνίδιες, τραυματικές και παρατεταμένες κρίσεις επιληψίας.

Δεν σε αδικώ, ζωή μου, Βικτώριά μου!

Και όταν δάκρυσα, δεν ήταν για αυτά που μού είπες, αλλά επειδή συνειδητοποίησα πόσο μεγάλωσες, ότι είσαι πια γυναίκα πεντάμορφη σαν τη μανούλα σου και ότι έχεις κι εσύ δικαίωμα να χαράξεις το δικό σου ταξίδι στον κόσμο, να γνωρίσεις φίλους και φίλες που στερήθηκες στα μικράτα σου, να φλερτάρεις με το πέταγμα τών χελιδονιών, να ερωτευτείς στο φλοίσβο τών κυμάτων.

Γι΄ αυτό δάκρυσα. Επειδή όλα αυτά σού τα στερήσαμε όταν ήσουνα μαζί μας, καθώς μάς έβλεπες μονίμως να αντιστεκόμαστε στο χάρο που ξημεροβράδιαζε πάνω από το προσκεφάλι τής αδελφούλα σου.

Αχ, Βικτώριά μου, φως μου και πνοή μου, δεν σού θυμώνω!

Θυμώνει η έρημος με τη βροχή και η άνοιξη με τα λουλούδια; Θυμώνουν τα παιδιά με τη γιορτή και ο έρωτας με τα τραγούδια; Θυμώνει με το ψωμί ο πεινασμένος, με τη δροσιά ο διψασμένος, με τη χαρά ο λυπημένος, με τον αέρα ο πνιγμένος, με τη στεριά ο ναυαγός;

Όχι, καρδιά μου. Δεν σού θυμώνω.

Με ρωτάς τί κάνει η Μαρία-Φωτεινή, πώς νιώθει τώρα που είσαι μακριά της, αν τής λείπεις...

Τώρα, ψυχούλα μου, πώς να σού απαντήσω δίχως να σε στεναχωρήσω; Θα σού πω. Αλλά μη μαραζώσεις. Σ΄ αγαπάει πολύ και η αγάπη της δεν πρέπει να είναι λόγος για να λυπηθείς.

Λίγους μήνες μετά που έφυγες, η Μαρία-Φωτεινή απαρνήθηκε το όνομά της.

Πρώτα θυμήθηκε ότι έχεις κι εσύ δύο ονόματα, ότι σε λένε Βικτώρια-Άντρεα.

Και μετά άρχισε να μας ρωτάει επίμονα, πώς τη λένε την αδελφούλα σου; για να την ρωτήσουμε κι εμείς, πώς τη λένε την αδελφούλα σου; Κι απαντούσε: τη λένε Μαρία-Φωτεινή!!!

Κι εσένα, πώς σε λένε, τη ρωτούσαμε. Και μας απαντούσε: με λένε Βικτώρια-Άντρεα!!!

Τώρα πια δεν ακούει όταν την λέμε Μαρία-Φωτεινή. Αντιδράει άσχημα.

Για να πιει νερό, πρέπει να την παρακαλέσουμε: Βικτώρια-Άντρεα, πιες νερό.

Για να φάει το φαγητό της, πρέπει να την ικετεύσουμε: Βικτώρια-Άντρεα, φάε το φαγητό σου.

Για να πιει τα δέκα οχτώ της φάρμακα και σκευάσματα, πρέπει να την καλοπιάσουμε: Σε παρακαλώ, Βικτώρια-Άντρεα, πιες τις βιταμίνες σου. Βικτώρια-Άντρεα, πιες και την καρνιτίνη σου. Πιες κι αυτό το φάρμακό σου, Βικτώρια-Άντρεα...

Α, συνέβη και το άλλο: από τότε που έφυγες, ζήτησε να την πηγαίνουμε συχνά στο σούπερ-μάρκετ, στο Μετρό τής γειτονιάς μας, όπου πηγαίνατε μαζί.

Εκεί, από το προσωπικό, λάτρεψε τέσσερις υπαλλήλους τις οποίες συνεχώς αποζητά και όταν τις πετυχαίνει, τις αγκαλιάζει θερμά και τις φιλάει με πάθος.

Πρόκειται για την Αρετή, τη Μαργαρίτα, την Ειρήνη και τη Μαρία. Ξέρει τα ονόματά τους, αλλά αρνείται να τα πει. Τις βάφτισε κι αυτές... Βικτώριες και... Άντρεες... Χα χα χα!

Έτσι σε θέλω, καρδούλα μου, Βικτώριά μου, να γελάς!!!

Σ΄ αγαπώ μέχρι τον ουρανό, όπως σάς λέει και η μανούλα σου.

Γεια σου, αγαπούλα μου!

ΥΓ.1 Δεν έχουμε άλλη κόρη. Η Μαρία-Φωτεινή είναι το μοναχοπαίδι και μοναχοκόρη μας. Ωστόσο αληθεύει η μισή ιστορία, ότι η Μαρία-Φωτεινή αυτοαποκαλείται πλέον Μάριον, Βικτώρια και Άντρεα. Η Μάριον και η Άντρεα είναι ξαδελφούλες της. Η Βικτώρια, παιδική της φίλη. Πραγματικά είναι επίσης και τα πρόσωπα της Αρετής, της Μαργαρίτας, της Ειρήνης και της Μαρίας που εργάζονται στο Μετρό (στο Πλατύ Αγλαντζιάς). Πραγματική και η... αναβάπτισή τους σε Βικτώριες και Άντρεες. (Όλο το προσωπικό τού Μετρό έχει αγκαλιάσει τη Μαρία-Φωτεινή με απέραντη στοργή και τους ευγνωμονούμε!)

ΥΓ.2 Η φανταστική αυτή επιστολή αφιερώνεται στα αδέλφια τών παιδιών με ειδικές ανάγκες και βαριά νοσήματα.


Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Τέρας, ήξερες

Τέρας,
Να ξέρεις
Δεν φταις εσύ
Ούτε κι εμείς
εδώ που ζούμε.

Τέρας,
Φταίνε οι νεκρές
Ήτανε ξένες
και ήξερες
πως δεν θα τις νοιαστούμε.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο ΦΒ στις 25 Απριλίου - Κάντε κλικ για να πάτε εκεί και να δείτε τα σχόλια

Εμείς είμαστε όλοι μας αθώοι


Εμείς είμαστε όλοι μας αθώοι.
Μη μας φορτώνεις τέτοια απαίσια εγκλήματα.
Ακούς τι σου λέω;
Δεν τις παρασύραμε εμείς στα δίχτυα του.
Δεν τις βιάσαμε εμείς.
Δεν τις βασανίσαμε εμείς.
Δεν τις δέσαμε εμείς.
Δεν τις σαβανώσαμε εμείς.
Δεν τις πετάξαμε εμείς στα βρομερά νερά τού πηγαδιού!
Ακούς τι σου λέω;
Και μη μου ξαναπείς ότι δεν αρκεί η αθωότητα για να είμαστε εμείς αθώοι!
Εμείς έχουμε τη συνείδησή μας πεντακάθαρη.
Την ξεπλύναμε σε κείνο το πηγάδι
Που τώρα ξεχειλίζει θάνατο.

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ


Ακόμη δεν σωριάστηκες
κι ο κόσμος θρηνεί το χαμό σου.
Μα κάποιοι τρέχουν και μας παρηγορούν
ότι δεν ήσουν απλώς μία εκκλησία
"ένα θριαμβικό κατόρθωμα τής Τέχνης" είσαι
μια ιδέα παντοτινή που δεν θα σβήσει ποτέ της
το φως της θα καίει ες αεί
εις τους αιώνας των αιώνων
και τα λοιπά και τα λοιπά...
Να ξέρεις όμως
πως πρώτοι εκείνοι, σαν μείνουνε μόνοι
φριχτά θα θρηνήσουν
που σε είδαν να λιώνεις μπροστά μας
για πάντα.

Δημοσιεύτηκε στις 15 Απριλίο του 2019 στο ΦΒ