Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2019

Το υπόγειο της αφθονίας (απόσπασμα από το ΕΠΙΛΗΨΙΑ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ)

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=1211849495665959&id=145603398957246&__tn__=K-R

«Αύριο θα έχουμε καύσωνα», μου είπε μια συμφοιτήτρια, «τι θα κάνεις;» Περίμενα κι εγώ να δω τι είναι αυτός ο περιβόητος «καύσωνας» της Αθήνας. Μετά κατάλαβα ότι εμείς στη Λευκωσία έχουμε καύσωνα όλο το καλοκαίρι!

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες μείναμε τότε για δυο-τρεις μέρες, κάτω από τον ήλιο, σε μια προσφυγική σκηνή, κι αφού η γιαγιά έπαθε ελαφρά ημιπληγία, μετακομίσαμε στο υπόγειο μιας φίλης της, της θείας Γιαννούλας, δίπλα από τον Πεδιαίο ποταμό –ούτε ρυάκι δεν είναι πια.

Το σπίτι τής θείας Γιαννούλας ήταν στο ύψος ενός ήσυχου δρομίσκου, που σε αλλοτινούς καιρούς ίσως αποτελούσε την ένδοξη όχθη ενός αληθινού ποταμού. Από την αριστερή πλευρά τού σπιτιού κατέβαινες καμιά εικοσαριά σκαλιά, προχωρούσες λίγα βήματα και στην πίσω μεριά έβρισκες μια χαμηλή σιδερένια πόρτα. Αν κατάφερνες να την ανοίξεις, έμπαινες σ’ ένα μεγάλο σκοτεινό δωμάτιο με μια σκέτη λάμπα στο ταβάνι. Στο βάθος αριστερά ήταν η τουαλέτα, απέναντί της μια υποτυπώδης κουζίνα και στη μέση κάτι προπολεμικά στρώματα και παλιατζούρες.

Εν συγκρίσει με τη ζωή στη σκηνή του Ερυθρού Σταυρού (με την τροπική ζέστη, την αποπνικτική σκόνη, το σπάνιο τρεχούμενο νερό και τις χημικές τουαλέτες με τις μόνιμες ουρές), το δροσερό υπόγειο ήταν σωστό παλάτι, αν εξαιρούσες τη λίγη μούχλα και τα πολλά ποντίκια.

Έξω από την πόρτα ήταν ο βόθρος τού κυρίως σπιτιού, όμως πολύ καλά σκεπασμένος με τσιμέντο ώστε να σχηματίζει μια αρκετά συμπαθητική αυλίτσα με θέα στην πράσινη ρεματιά.

Εκεί κάτω, στο υπόγειο, μείναμε για ένα σύντομο διάστημα: η γιαγιά, η μανούλα, ο αδελφούλης μου κι εγώ. Εκεί πρωτολατρέψαμε τις γάτες, όχι μόνο διότι μας έσωσαν από τους αρουραίους, αλλά κυρίως επειδή μάς γλύκαιναν με τη συντροφιά τους, αφού τα παιδιά τής προσωρινής μας γειτονιάς είχαν πολλούς λόγους να είναι άφαντα…

Εκεί περάσαμε, για δυο-τρεις εβδομάδες, ζωή χαρισάμενη. Δε μας έλειψε απολύτως τίποτε! Αν και η πούγκα μας ήταν άδεια, είχαμε απ’ όλα τα καλά του Θεού! Μέρα παρά μέρα ερχότανε η θεία Γιαννούλα με τα χέρια γεμάτα. Και τι δε μας έφερνε! Ρούχα, παπούτσια, φαγώσιμα, γάλα, ως κι ένα μικρό ψυγειάκι και ψωμιέρα! Χώρια τα σεντόνια, τα δυο διπλά κρεβάτια, τα καθαρά στρώματα, το μικρό καναπεδάκι και χίλια δυο άλλα χρήσιμα μικροπράγματα. Έφερε κι έναν μάστορα που πέρασε σωλήνες, έβαλε λάμπες, δυο μικρά χωρίσματα, πέταξε τη μεταλλική πόρτα και στη θέση της τοποθέτησε μια πανέμορφη ξύλινη με φωτεινό γυαλί κι έκαμε ένα σωρό κουτσοδούλια. Τα απογεύματα έμενε ώρες μαζί μας και θυμόντουσαν με τη γιαγιά (ήταν παιδικές φίλες) τα παλιά, «τότε που η Λευκωσία είχε ακόμα καλά πλάσματα», ανθρώπους δηλαδή.

Μια μέρα εξαφανίστηκε. Μάθαμε ότι είχε ένα ατύχημα και νοσηλεύεται. Πήγαμε απρόσκλητοι στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, που ήταν φίσκα από τραυματισμένους στρατιώτες και αμάχους –ό,τι χειρότερο για τα μάτια μιας παιδούλας. Μετά από απίστευτη και πολύωρη ταλαιπωρία, ρώτα εδώ, ρώτα εκεί, τη βρήκαμε γεμάτη επιδέσμους και μώλωπες. Μόλις μάς είδε ξαφνιάστηκε, όμως αμέσως χαμογέλασε. Τρέξαμε, την αγκαλιάσαμε και μας φιλούσε όλο στοργή. «Τι έπαθες, θεία Γιαννούλα, τι έγινε, πώς και κατασκοτώθηκες; Και στο πρόσωπο πώς χτύπησες; Και τα δάχτυλα πώς τα έσπασες; Και τα πλευρά σου γιατί είναι δεμένα;» Η μαμά, μέσα στην αφέλειά της, της έκανε ένα σωρό ερωτήσεις (αργότερα το μετάνιωσε) και εισέπραττε μισόλογα αντί για απαντήσεις, που θα βάζανε σε υποψίες ακόμα κι ένα πεντάχρονο κορίτσι.
Κάναμε χώρο κι η γιαγιά, που ήταν να την κλαις, έκαστε στην άκρη του κρεβατιού, της χάιδευε το χέρι και μονολογούσε σα να μοιρολογούσε: «Αχ, Γιαννούλα μου, αχ… δεν έπρεπε, δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό…»

Όταν γυρίσαμε πίσω, η γιαγιά ήταν άλλος άνθρωπος: «Φεύγουμε», διέταξε με αυστηρότητα. Δεν είχαμε και τίποτε δικό μας για να το πάρουμε μαζί μας… και το ίδιο απόγευμα επιστρέψαμε στο βουνό, σ’ εκείνο το σπίτι με τις πολλές προσφυγικές οικογένειες.

Αν κι εκεί περνούσαμε καλούτσικα, ωστόσο το υπόγειο της αιφνίδιας και ακαριαίας αφθονίας δεν έλεγε να φύγει από το νου και συνεχώς ρωτούσα τη μανούλα: «Γιατί ήρθαμε εδώ πάνω στο βουνό ξανά, αφού εκεί κάτω είχαμε τα πάντα;» Αντί γι’ απάντηση, κοιταζόντουσαν ένοχα με τη γιαγιά.

Το μικρό εμπορικό κατάστημα που είχε τότε ο άντρας της, τώρα είναι ένα τεράστιο σούπερ-μάρκετ και το διευθύνουν τα παιδιά τους. Βέβαια, η θεία Γιαννούλα έχει «φύγει» από χρόνια, όμως ποτέ δεν έπαψα να τη μνημονεύω με ευγνωμοσύνη και κάμποσες ενοχές, αφού όλη εκείνη η αναπάντεχη αφθονία που ζήσαμε στο υπόγειό της, έστω για λίγο, ερχότανε κρυφά από τα ράφια του άντρα της, που σαν το έμαθε…

«Τι να έκανε κι εκείνος ο φτωχός;» μου εκμυστηρεύτηκε κάποτε η μανούλα. «Ήταν λίγο μετά την καταστροφή… τόσα στόματα είχε να θρέψει…»
--------------------------------------------

The basement of plenty (and the cost) (Flashback)

“Tomorrow we’re going to have a heatwave,” one of my fellow students told me, “What are you going to do?” I too was waiting to see what this notorious Athenian “heatwave” was like. Afterwards, I understood that in Nicosia we have that heatwave all summer long!

We remained in circumstances like these for two or three days, under the sun, in a tent, and then, since grandma was suffering slightly from hemiplegia, we moved into the basement of one of her friends’ houses, Aunt Yiannoula, next to the Pedieos River – which wasn’t even a trickle at the time.
Aunt Yiannoula's house was on a quiet lane which, in days of yore, may have been the glorious bank of a real river. If you went down the twenty or so steps on the left-hand side on the house, a couple of metres further on you would find a low iron door at the back of the building. If you managed to open that, you entered a large, dark room with a single bulb hanging from the ceiling. In the back on the left was a toilet, opposite a very primitive cooker and, in the middle of the room, some pre-war mattresses and a pile of junk.

Compared to life in the tent at the Red Cross (in the tropical heat, the suffocating dust, the scarce running water and chemical toilets with permanent queues), this cool basement was a true palace, with the exception of a little mould and the multitude of mice.

Outside the door was the cesspit for the main house, but it was very well covered with cement, making a fairly appealing little yard with a view of the green ravine. We lived down there in the basement for only a short time: Grandma, mother, my brother and myself. There we first fell in love with the cats, not only because they saved us from the nifitses (as we call rats in Cyprus), but mainly because they soothed us with their company, since the children of our temporary neighbourhood had many reasons to be absent.

We spent two or three weeks there, a blissful life. We lacked absolutely nothing! Even though our purse was empty, we had all the gifts of God! Every other day, Aunt Yiannoula would visit with her arms full. What didn’t she bring us? Clothes, shoes, food, milk, even a tiny fridge and a bread basket! And sheets, two double beds, clean mattresses, a small sofa and a thousand and one other useful things. She even brought in a workman in who sorted out the pipes, fixed the lights, put in two small dividing screens, threw away the metal door and replaced it with a beautiful wooden one with glass, and she had a huge number of menial jobs and minor repairs done. She would stay with us for hours in the evenings, reminiscing with Grandma (they were childhood friends) about the old times “when Nicosia still had good creatures," – as they referred to the people.

One day she vanished. We discovered that she’d had an accident. We went, uninvited, to Nicosia General Hospital, which was full to bursting with wounded soldiers and civilians – the worst thing for the eyes of a young child. After an unbelievable amount of hassle, asking here and asking there, we found her covered in bandages and bruises. She was startled when she saw us, but immediately smiled warmly. We ran to embrace her, and she kissed us, full of affection. “What happened, Aunt Yiannoula, what happened? How did you get so badly hurt? How did you hit yourself in the face? How did you break your fingers? Why is your side bandaged?” Mother, in her naivety, asked her dozens of questions (she regretted them later) and got half-truths in return rather than answers, which would have made even a five-year-old child suspicious.
Grandma didn’t say a word. She stroked Aunt Yiannoula’s hand and hair with sadness and gratitude, and said to her, very quietly: “Dear Yiannoula, you shouldn’t have done that, it wasn't necessary...” When we got back to the house, Grandma was a different person: “We're leaving,” she ordered sternly. We had nothing of our own to take with us... and that same evening we returned to the mountain, to the house with its many families.

Even though we passed our time there tolerably, the basement of sudden and brief abundance hadn't left my mind, and I kept on asking mother: “Why have we come back here to the mountain when down there we had everything?” Instead of answering, she and Grandma looked at each other guiltily.

The small trade shop Aunt Yiannoula owned back then with her husband is now an enormous supermarket, run by their children. Even though she "left” us years ago, I never stopped remembering her with gratitude, and a touch of guilt, because all that boundless plenty we had in her basement – even if just for a little while – had come sneakily from her husband’s shelves, and when he found out...

“What could he do, the poor man?” mother revealed to me once. “It was just after the disaster... he had so many mouths to feed...”

Για τη μετάφραση συνεργάστηκαν: Νίκος Δήμου, Αντιγόνη Καλλιμάχου, Παναγιώτα Μανόλη, Μαίρη Κιτρόεφ, Loura Bodger και Mary Coran

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=1211849495665959&id=145603398957246&__tn__=K-R

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Όταν πέσαμε στον γκρεμό

Ήμουνα αυτό που λένε μυαλωμένο παιδί: ο μόνος που απέφευγε καβγάδες και έβρισκε λύσεις με την κουβέντα.

Μια νύχτα όμως παραφερθήκαμε σε ένα κακόφημο μπαρ. Η παρέα μας ήτανε τύφλα στο μεθύσι και στα... λοιπά. Εγώ, όντας νηφάλιος (αφού το ποτό με ενοχλεί στο στομάχι) άκουσα τον μπάρμαν που ζήτησε από τούς μπράβους να κλειδώσουν την πόρτα για να μας τουλουμιάσουν.

Ορμάω λοιπόν στον μπράβο να τον εμποδίσω (του πήρα τα κλειδιά) και άρχισα να... τρώω της χρονιάς μου. Όταν η παρέα είδε επιτέλους τη φάση, του την πέσανε άγρια, με σώσανε και βγήκαμε έξω όλοι σώοι, σπάζοντας στο διάβα μας τις τζαμαρίες και κραδαίνοντας γυαλιά.

Δίπλα από την έξοδο τού μπαρ ήτανε ένα νεόκτιστο με κάμποσα πλακάκια που εμείς τα κάναμε... αεροπλανάκια και... βομβαρδίζαμε το μαγαζί και τους μπράβους που δεν τολμούσανε ούτε να ξεμυτίσουν και... κάλεσαν την αστυνομία.

Με το που ακούμε τη σειρήνα, σκορπίσαμε. Εγώ, ο αδελφός μου κι άλλο ένα παιδί που ήτανε αγρίως μαστουρωμένο, μπήκαμε σ΄ ένα σοκάκι θεοσκότεινο που δυστυχώς κατέληγε σε ένα γκρεμό ρεματιάς. Εκεί πέσαμε, κουτρουβαλώντας, πρώτα ο αδελφός μου, μετά εγώ και στη συνέχεια το φιλαράκι το χασισωμένο που προσγειώθηκε στο χέρι μου και μου το έκανε κομμάτια...

Στα μάτια τού αδελφού μου είχανε μπει φύλλα και κλαδιά, αλλά εμείς βλέπαμε μόνο δάκρυα και αίμα - νομίζαμε ότι τυφλώθηκε...

Ήταν Αύγουστος και το φεγγάρι βοήθησε να εντοπίσουμε μία ανηφορούλα προς τον κεντρικό δρόμο, αλλά εκεί μας πέτυχε το περιπολικό που πήγε τον αδελφό μου στο νοσοκομείο κι εμένα στο κρατητήριο, μαζί με το χασισωμένο, που ούτε μιλούσε ούτε λαλούσε, κάτι που ο αξιωματικός υπηρεσίας εξέλαβε ως... ειλικρινή μεταμέλεια και συστολή και τα έβαλε μαζί μου.

Με ανέκρινε όλη τη νύχτα και δώσε ξανά και ξανά κατάθεση, πες κι εκείνο, πες και το άλλο... Πρέπει να ήτανε σαδιστής ο άνθρωπος. Του έλεγα ότι δεν αντέχω άλλο και του έδειχνα το δεξί χέρι που κρεμότανε στρεβλό και τουμπανισμένο (τέσσερα κατάγματα έδειξε η ακτινογραφία το πρωί). Αλλά το γαϊδούρι αρνιότανε να με στείλουν στο νοσοκομείο...

Κατά το ξημέρωμα, άκουσα απ΄ έξω γυναικείες φωνές. Ήταν η μάνα μου, που μπήκε στο γραφείο τού αξιωματικού υπηρεσίας με το ζόρι, κι όταν είδε το χέρι μου... πάρτηνε κάτω και... σώθηκα εγώ!!!

Αυτή ήταν η τελευταία μου τρέλα. Μετά επανεξέτασα τις παρέες μου και φρόντισα να μη ξανασυναναστραφώ ούτε με εριστικούς αλκοολικούς ούτε με ναρκομανείς μπούφους, καθώς ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορούνε, άθελά τους, να σε μπλέξουν και να μην πάρεις χαμπάρι...

Ο αδελφός μου ξαναβρήκε το φως του ύστερα από μήνες βασανιστικής ανάρρωσης κι εγώ το χέρι μου μετά από κάμποσες βδομάδες στο γύψο. Βγήκανε και τα αποτελέσματα, είχα περάσει στο πανεπιστήμιο, οπότε άλλαξα ζωή για τα καλά (με βοήθησε ο Βαγγέλης) γιατί το πανεπιστήμιο, που μού υποσχέθηκε επαγγελματική κατάρτιση και προκοπή, κράτησε το λόγο του.

Από την παρέα εκείνης τής βραδιάς, οι περισσότεροι συνέχισαν το ίδιο βιολί. Μονάχα ο Φώτης πρόκοψε κάπως. Ο Γιώργος και ο Παναγιώτης πέθαναν από ναρκωτικά. ο Βασίλης και ο Αποστόλης είναι αλκοολικοί του θανατά, ο Πάνος και Γιώργος χρόνιοι άνεργοι και ο Θανάσης ο ανάρχας, αν ζει, θα ρίχνει ακόμη ακόμη μολότοφ στο Πολυτεχνείο...

Πριν χρόνια με επισκέφτηκε ο Φώτης: "Α, ρε Κώστα, τυχερέ, καλά τα πας..." (Τώρα, πόσο τυχερός είναι ένας πατέρας που το παιδί του γεννήθηκε με την πιο σπάνια και επιθετική μορφή επιληψίας, αυτό είναι άλλο ζήτημα...)

ΥΓ. Η μάνα μου ποτέ δεν μου είπε κουβέντα. Ήξερε ότι απλώς έτυχε και θα φρόντιζα να μη μου ξανασυμβεί. Το διάβαζα στα μάτια της κι εγώ με τα μάτια μου συγκατάνευα...

(Αφιερώνεται στο φίλο και συμφοιτητή Βαγγέλη Τσαμπαλά που με βοήθησε να βρω το δρόμο μου)

Αναδημοσιεύτηκε στο FB στις 9 Αυγούστου 2019 - Κάντε εδώ κλικ για να δείτε πολλά σχόλια.

Ο Θύμιος - Ματωμένη Άνοιξη

Από καιρό είχε αφήσει το σχολείο
τον διώξανε τα ήθη τα σεμνά
κανείς δεν ήξερε που έμενε στ΄ αλήθεια
κι όσοι γνωρίζαμε, το λέγαμε κλεφτά.

Είχε συνήθειο του να δίνει μαργαρίτες
σε όλα μας τα παιδιά τής γειτονιάς
κι ανάμεσά μας έτρεχε με χάρη
στα χέρια του έχοντας ανθούς πορτοκαλιάς

Μες στα χωράφια ολημερίς και στις αλάνες
μπάλες κλωτσούσαμε, φωνάζοντας τρελά
μαζί κι ο Θύμιος μας που τόσο λαχταρούσε
να τραγουδά, να χαίρεται, να παίζει, να γελά.

Κανείς ποτέ δεν πρόσεξε πού χάθηκε ο δόλιος
οι άνοιξες κυλήσανε νωρθά και σιωπηρά
ώσπου μια μέρα φάνηκε, ερείπιο και μόνος.
Φαρμάκια τον ποτίζανε και καταθλιπτικά.

Ήταν, θυμάμαι, μια άνοιξη περήφανη, γενναία
τα χρώματα κι οι μυρωδιές πονούσαν τη ματιά
τόση ζωή, τόση ομορφιά, τόση γιορτή ωραία
κυνηγώντας πλησιάσαμε, στον Αϊ-Γιάννη Ριγανά

κι ομοβροντίες ρίχναμε, στις ράχες, στο νερό
«δώστε να ρίξω, ρε παιδιά, κι εγώ στον ουρανό",

μάτια, μυαλά κι αίμα πηχτό, στα ρούχα μας, στα χείλη

στα χείλη που τον φώναζαν «πούστη», κρυφά παντού
το Θύμιο που μας έραινε μ΄ ανθούς πορτοκαλιού.

Με ενοχές,
Κ.

(Στη μνήμη τού Θύμιου Ραμόπουλου που αυτοκτόνησε μπροστά μας, στον Αϊ-Γιάννη Ριγανά, πριν τριάντα χρόνια)

.

Ενός λεπτού κραυγή

Εσείς, οι τυχεροί γονείς
Με τα παιδιά που σφύζουνε από ζωή,
με τα παιδιά που δρέπουνε διακρίσεις και πτυχία

Εσείς οι γονείς οι ευλογημένοι,
με τα πλατιά χαμόγελα και τις ωραίες στιγμές
στις διακοπές και στα φατσοβιβλία

"Κοκκινίσατε άραγε ποτέ με την τόση ευτυχία;
Σκεφτήκατε ποτέ να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή"
για τα παιδιά που λιώνουνε μες στα νοσοκομεία;

Κώστας Καλλίμαχος
Μακάρειο Νοσοκομείο Παιδιατρικής

Οφειλη στον άνθρωπο Δημήτρη Χριστόφια

Η ανοιχτή επιστολή μου (21/2/2008) προς τον Δημήτρη Χριστόφια, όταν εξελέγη Πρόεδρος τής Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τίτλος: «Ήλθε πράγματι η ώρα τής κοινωνικής δικαιοσύνης;»

Κύριε Πρόεδρε,

1. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι, τώρα που αναλάβατε το ύπατο αξίωμα και νυχθημερόν θα περιδιαβαίνετε τους διαδρόμους της εξουσίας, δεν θα δικαιώσετε τον Κορνήλιο Καστοριάδη που υποστήριζε ότι μονάχα δύο κοινωνικές τάξεις υπάρχουν: οι προνομιούχοι που κυβερνούν και οι μη προνομιούχοι που κυβερνώνται.

Ειλικρινά, κύριε Πρόεδρε, ελπίζουμε ότι η προεδρική σας περιβολή και το νυν φωτεινό και γεμάτο ευθύνες και μεγαλεία αξίωμά σας («Τα μεγαλεία να φοβάσαι ω ψυχή», έλεγε ο Αλεξανδρινός) δεν θα αμβλύνουν τις έσω λαϊκές σας καταβολές, τις ιδεολογικές σας αρχές αλλά και τους στόχους της Αριστεράς που ουδέποτε έπαψε να διατρανώνει την αφοσίωσή της στο αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη, που διαρκώς αγωνίζεται υπέρ των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, που είχε και έχει πάντοτε ως έμβλημά της το ιδεώδες της κοινωνικής αλληλεγγύης.

2. Όλοι θυμόμαστε ότι κατά την προεκλογική σας περίοδο, μιλούσατε τόσο για την επανένωση της πατρίδας μας όσο και για μία «δίκαιη κοινωνία».

Και ενώ το όραμα για επανένωση της Κύπρου είναι πολύπλοκο και δυσπρόσιτο, καθώς δεν εξαρτάται μόνον από εσάς και από εμάς τους πολίτες, αλλά και από άλλους εξωγενείς παράγοντες, από την άλλη μεριά το όραμα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης βρίσκεται, κύριε Πρόεδρε, εξ ολοκλήρου στα χέρια σας!

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, στην κοινωνία μας υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες αναξιοπαθούντες συμπολίτες μας, άντρες, γυναίκες και παιδιά που έχουν ανάγκη την στήριξη της πολιτείας. Πίσω από τις επίσημες αισιόδοξες στατιστικές κρύβεται δυστυχώς πολύς κόσμος φτωχός που έχει την πενία του για ντροπή, με αποτέλεσμα να ζει στο περιθώριο, στον ίσκιο και στη σιωπή.

Και μακάρι ένας φτωχός να έχει τη σωματική και ψυχική του υγεία, γιατί, αν έχει υγεία κάποιος, μπορεί να αγωνιστεί για να ανατρέψει το πεπρωμένο του. Αν δεν έχει υγεία όμως, τι γίνεται;

3. Εμείς, κύριε Πρόεδρε, ζούμε σχεδόν καθημερινά ανάμεσα σε κόσμο ταλαίπωρο και άρρωστο. Όσο μας επιτρέπουν οι πενιχρές μας δυνάμεις, έχουμε στρατευθεί εθελοντικά στο αγώνα υπέρ των Ατόμων με Επιληψία και κυρίως υπέρ των αδύναμων οικογενειών. Το τι δυστυχία βλέπουν καθημερινά τα μάτια μας, δεν μπορεί να φανταστεί ανθρώπου νους! Ξέρω ενήλικες που έχουν συχνά επιληπτικά επεισόδια εξαιτίας κάποιου όγκου στον εγκέφαλο, ανθρώπους δηλαδή με εκατό τοις εκατό αναπηρία, και οι οποίοι καλούνται να ζήσουν ; με ένα ξεροκόμματο 350 ευρώ που τους δίνει το Γραφείο Ευημερίας!

Ξέρω μητέρες διαζευγμένες που για να πάρουν ένα νυχτοκάματο τής πείνας αναγκάζονται να αφήνουν το ημιανάπηρο παιδί τους μόνο του στο σπίτι, χωρίς επίβλεψη (θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τη ζωή του), αφού το βοήθημα των 600 ευρώ που παίρνουν δεν επαρκεί καλά-καλά για ενοίκιο και διατροφή, πόσω μάλλον για ειδικούς φροντιστές, φυσιοθεραπευτές, λογοθεραπευτές και εργοθεραπευτές!

4. Κύριε Πρόεδρε, δεν θέλω να σας κουράσω άλλο. Πάνω στην ώρα όμως θυμήθηκα τον Λυσία που έλεγε ότι «η μοίρα στερεί από αρκετούς ανθρώπους την υγεία και την ευδαιμονία και πως επειδή η τύχη των ανθρώπων είναι κοινή, γι΄ αυτό η πολιτεία οφείλει να βρίσκεται στο πλευρό των αδυνάμων».

Αναμφίβολα και η δική μας πολιτεία, κύριε Πρόεδρε, μέχρι σήμερα έδινε στους ανήμπορους συνανθρώπους μας κάποιο βοήθημα, που όμως, κατά κοινήν ομολογία, δεν τους εξασφαλίζει ούτε στοιχειωδώς αξιοπρεπή ζωή.

Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε καλύτερα από όλους μας ότι δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, όπως έλεγε ο γενάρχης της ανιδιοτελούς ευρωπαϊκής φιλανθρωπίας, ο Άλμπερτ Σβάιτσερ, δεν έχουν μόνο οι υγιείς! Αν είναι, λοιπόν, να σημάνει για την Κύπρο μας η ώρα της κοινωνικής δικαιοσύνης, θα το μάθουμε μόλις αποφασίσετε, εδώ και τώρα, να διπλασιαστούν τα βοηθήματα που ήδη δίδονται, όχι μόνο στα άτομα με επιληψία, αλλά σε όλα τα άτομα με κινητικά, νευρολογικά, ψυχιατρικά και άλλα προβλήματα υγείας.

Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν!!!

Μετά τιμής
Κωνσταντίνος Καλλίμαχος, συγγραφέας-εκπαιδευτικός & Εκπρόσωπος του Κυπριακού Συνδέσμου Στήριξης Ατόμων με Επιληψία

Εφημερίδα Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ – 28 Φεβρουαρίου 2008
-------------------------------------------------------------------------------------------------

Υστερόγραφο 25ης Ιουνίου 2019:

1) Λίγες μέρες μετά την επιστολή μου, μάλλον από σύμπτωση, ανακοινώθηκε μια σημαντική αύξηση στα εν λόγω επιδόματα.
2) Το 2008, και με προσωπική παρέμβαση τού Δημήτρη Χριστόφια, η κόρη μας Μαρία-Φωτεινή νοσηλεύτηκε στη Μέιγιο Κλίνικ με έξοδα τού κράτους και σταμάτησαν οι επιληπτικές της κρίσεις.
3) Το φθινόπωρο του 2011, με προσωπική παρέμβαση τού Δημήτρη Χριστόφια και τής συζύγου του, εξοφλήθηκαν τα αμερικάνικα φάρμακα τής Μαρίας-Φωτεινής.
4) Και κάτι τελευταίο: όλες οι πιο πάνω παρεμβάσεις έγιναν υπέρ της Μαρίας-Φωτεινής ενώ είναι γνωστόν ότι η Αντιγόνη δεν ανήκει στην αριστερά και εγώ είμαι απλώς ένας ανέντακτος πολίτης, φιλελεύθερα σκεπτόμενος.

Καλό Ταξίδι, Δημήτρη Χριστόφια!

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

Γράμμα στην άλλη μας κόρη

Βικτώρια μου, σπλάχνο μου, κορούλα μου, ψυχή μου, δεν σε κακίζω που έφυγες μακριά μας για σπουδές κι έπαψες να ρωτάς πώς είναι η μικρή σου άρρωστη αδελφούλα.

Λες ότι, επιτέλους, βρήκες την ευτυχία, ότι ανακάλυψες τι σημαίνει ηρεμία, χαρούμενη ζωή, ή, έστω, ζωή χωρίς σκοτούρες, φόβο κι αγωνία!

Λες ότι επιτέλους γλίτωσες από εκείνο το χτυποκάρδι που σού προκαλούσε η διαρκής απειλή τού επικείμενου θανάτου τής βαριά άρρωστης αδελφούλας σου με τις τόσες και τόσες αιφνίδιες, τραυματικές και παρατεταμένες κρίσεις επιληψίας.

Δεν σε αδικώ, ζωή μου, Βικτώριά μου!

Και όταν δάκρυσα, δεν ήταν για αυτά που μού είπες, αλλά επειδή συνειδητοποίησα πόσο μεγάλωσες, ότι είσαι πια γυναίκα πεντάμορφη σαν τη μανούλα σου και ότι έχεις κι εσύ δικαίωμα να χαράξεις το δικό σου ταξίδι στον κόσμο, να γνωρίσεις φίλους και φίλες που στερήθηκες στα μικράτα σου, να φλερτάρεις με το πέταγμα τών χελιδονιών, να ερωτευτείς στο φλοίσβο τών κυμάτων.

Γι΄ αυτό δάκρυσα. Επειδή όλα αυτά σού τα στερήσαμε όταν ήσουνα μαζί μας, καθώς μάς έβλεπες μονίμως να αντιστεκόμαστε στο χάρο που ξημεροβράδιαζε πάνω από το προσκεφάλι τής αδελφούλα σου.

Αχ, Βικτώριά μου, φως μου και πνοή μου, δεν σού θυμώνω!

Θυμώνει η έρημος με τη βροχή και η άνοιξη με τα λουλούδια; Θυμώνουν τα παιδιά με τη γιορτή και ο έρωτας με τα τραγούδια; Θυμώνει με το ψωμί ο πεινασμένος, με τη δροσιά ο διψασμένος, με τη χαρά ο λυπημένος, με τον αέρα ο πνιγμένος, με τη στεριά ο ναυαγός;

Όχι, καρδιά μου. Δεν σού θυμώνω.

Με ρωτάς τί κάνει η Μαρία-Φωτεινή, πώς νιώθει τώρα που είσαι μακριά της, αν τής λείπεις...

Τώρα, ψυχούλα μου, πώς να σού απαντήσω δίχως να σε στεναχωρήσω; Θα σού πω. Αλλά μη μαραζώσεις. Σ΄ αγαπάει πολύ και η αγάπη της δεν πρέπει να είναι λόγος για να λυπηθείς.

Λίγους μήνες μετά που έφυγες, η Μαρία-Φωτεινή απαρνήθηκε το όνομά της.

Πρώτα θυμήθηκε ότι έχεις κι εσύ δύο ονόματα, ότι σε λένε Βικτώρια-Άντρεα.

Και μετά άρχισε να μας ρωτάει επίμονα, πώς τη λένε την αδελφούλα σου; για να την ρωτήσουμε κι εμείς, πώς τη λένε την αδελφούλα σου; Κι απαντούσε: τη λένε Μαρία-Φωτεινή!!!

Κι εσένα, πώς σε λένε, τη ρωτούσαμε. Και μας απαντούσε: με λένε Βικτώρια-Άντρεα!!!

Τώρα πια δεν ακούει όταν την λέμε Μαρία-Φωτεινή. Αντιδράει άσχημα.

Για να πιει νερό, πρέπει να την παρακαλέσουμε: Βικτώρια-Άντρεα, πιες νερό.

Για να φάει το φαγητό της, πρέπει να την ικετεύσουμε: Βικτώρια-Άντρεα, φάε το φαγητό σου.

Για να πιει τα δέκα οχτώ της φάρμακα και σκευάσματα, πρέπει να την καλοπιάσουμε: Σε παρακαλώ, Βικτώρια-Άντρεα, πιες τις βιταμίνες σου. Βικτώρια-Άντρεα, πιες και την καρνιτίνη σου. Πιες κι αυτό το φάρμακό σου, Βικτώρια-Άντρεα...

Α, συνέβη και το άλλο: από τότε που έφυγες, ζήτησε να την πηγαίνουμε συχνά στο σούπερ-μάρκετ, στο Μετρό τής γειτονιάς μας, όπου πηγαίνατε μαζί.

Εκεί, από το προσωπικό, λάτρεψε τέσσερις υπαλλήλους τις οποίες συνεχώς αποζητά και όταν τις πετυχαίνει, τις αγκαλιάζει θερμά και τις φιλάει με πάθος.

Πρόκειται για την Αρετή, τη Μαργαρίτα, την Ειρήνη και τη Μαρία. Ξέρει τα ονόματά τους, αλλά αρνείται να τα πει. Τις βάφτισε κι αυτές... Βικτώριες και... Άντρεες... Χα χα χα!

Έτσι σε θέλω, καρδούλα μου, Βικτώριά μου, να γελάς!!!

Σ΄ αγαπώ μέχρι τον ουρανό, όπως σάς λέει και η μανούλα σου.

Γεια σου, αγαπούλα μου!

ΥΓ.1 Δεν έχουμε άλλη κόρη. Η Μαρία-Φωτεινή είναι το μοναχοπαίδι και μοναχοκόρη μας. Ωστόσο αληθεύει η μισή ιστορία, ότι η Μαρία-Φωτεινή αυτοαποκαλείται πλέον Μάριον, Βικτώρια και Άντρεα. Η Μάριον και η Άντρεα είναι ξαδελφούλες της. Η Βικτώρια, παιδική της φίλη. Πραγματικά είναι επίσης και τα πρόσωπα της Αρετής, της Μαργαρίτας, της Ειρήνης και της Μαρίας που εργάζονται στο Μετρό (στο Πλατύ Αγλαντζιάς). Πραγματική και η... αναβάπτισή τους σε Βικτώριες και Άντρεες. (Όλο το προσωπικό τού Μετρό έχει αγκαλιάσει τη Μαρία-Φωτεινή με απέραντη στοργή και τους ευγνωμονούμε!)

ΥΓ.2 Η φανταστική αυτή επιστολή αφιερώνεται στα αδέλφια τών παιδιών με ειδικές ανάγκες και βαριά νοσήματα.


Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Τέρας, ήξερες

Τέρας,
Να ξέρεις
Δεν φταις εσύ
Ούτε κι εμείς
εδώ που ζούμε.

Τέρας,
Φταίνε οι νεκρές
Ήτανε ξένες
και ήξερες
πως δεν θα τις νοιαστούμε.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο ΦΒ στις 25 Απριλίου - Κάντε κλικ για να πάτε εκεί και να δείτε τα σχόλια

Εμείς είμαστε όλοι μας αθώοι


Εμείς είμαστε όλοι μας αθώοι.
Μη μας φορτώνεις τέτοια απαίσια εγκλήματα.
Ακούς τι σου λέω;
Δεν τις παρασύραμε εμείς στα δίχτυα του.
Δεν τις βιάσαμε εμείς.
Δεν τις βασανίσαμε εμείς.
Δεν τις δέσαμε εμείς.
Δεν τις σαβανώσαμε εμείς.
Δεν τις πετάξαμε εμείς στα βρομερά νερά τού πηγαδιού!
Ακούς τι σου λέω;
Και μη μου ξαναπείς ότι δεν αρκεί η αθωότητα για να είμαστε εμείς αθώοι!
Εμείς έχουμε τη συνείδησή μας πεντακάθαρη.
Την ξεπλύναμε σε κείνο το πηγάδι
Που τώρα ξεχειλίζει θάνατο.

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ


Ακόμη δεν σωριάστηκες
κι ο κόσμος θρηνεί το χαμό σου.
Μα κάποιοι τρέχουν και μας παρηγορούν
ότι δεν ήσουν απλώς μία εκκλησία
"ένα θριαμβικό κατόρθωμα τής Τέχνης" είσαι
μια ιδέα παντοτινή που δεν θα σβήσει ποτέ της
το φως της θα καίει ες αεί
εις τους αιώνας των αιώνων
και τα λοιπά και τα λοιπά...
Να ξέρεις όμως
πως πρώτοι εκείνοι, σαν μείνουνε μόνοι
φριχτά θα θρηνήσουν
που σε είδαν να λιώνεις μπροστά μας
για πάντα.

Δημοσιεύτηκε στις 15 Απριλίο του 2019 στο ΦΒ

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Κακή Γρίπη – Πέρσι, τέτοιον καιρό, παραλίγο να χάσουμε τη Μαρία-Φωτεινή

Την Πέμπτη, 1η Φεβρουαρίου, η Μαρία-Φωτεινή ξύπνησε με 39.2 πυρετό αλλά χωρίς επιληπτικές κρίσεις! Δεν προλάβαμε να χαρούμε και ως το μεσημέρι τη μιμήθηκε και η Αντιγόνη. Εγώ είχα τα μαύρα μου χάλια από την προηγούμενη βδομάδα και ψιλοσυνερχόμουνα, αλλά και πάλι δεν ήξερα τι να πρωτοκάνω, αφού η Αντιγόνη κατέχει τα της φροντίδας τού παιδιού (φάρμακα, κετογενικά γεύματα, σκευάσματα κλπ). Της δίνουμε αντιπυρετικά, πέφτει λίγο ο πυρετός αλλά και την Παρασκευή το πρωί και το Σάββατο πιάσαμε πάλι τριανταεννιάρια με τη διαφορά ότι τώρα το παιδί έφθινε, οπότε, το Σάββατο (τρεις Φεβρουαρίου) το μεσημέρι καλούμε το γιατρό στο σπίτι: «αφού δεν πίνει υγρά, κινδυνεύει να αφυδατωθεί, χρειάζεται ορό». Τηλεφωνάει στο Αρεταίειο, συνεννοείται με την παιδίατρο και το απόγευμα εγκατασταθήκαμε εκεί σε ένα δωμάτιο μόνοι μας, αλλά η Μαρία-Φωτεινή άρχισε πλέον να «αποσύρεται» και να «απουσιάζει» όλο και περισσότερο… (Πέθαινε κι εμείς ούτε που το πήραμε χαμπάρι…)
Η γιατρός, αν και της είπαμε ότι το παιδί είναι ευάλωτη ασθενής και πολλά παιδιά με Ντραβέ πεθαίνουν εξαιτίας της γρίπης (η οποία πυροδοτεί ανεξέλεγκτες κρίσεις), δεν έδρασε άμεσα  και αποφασιστικά (ακτινογραφίες, λοιπές αιματολογικές διαγνωστικές εξετάσεις και φάρμακα).  Έτσι η Μαρία-Φωτεινή παρέμενε στην κλινική με υψηλούς πυρετούς, εντελώς αβοήθητη επί τρεις ημέρες, με μοναδική βοήθεια εμάς συνεχώς δίπλα της και έναν… ορό. 

Τη Δευτέρα, αργά το βράδυ, διαπίστωσε η Αντιγόνη ότι το παιδί έχασε εντελώς το χρώμα του και μόλις που ανάπνεε. Φωνάζουμε τη νοσοκόμα, ζητάμε οξύμετρο και δεν είχαν! Φέρνουν από τις Πρώτες Βοήθειες (το δωμάτιό μας ήταν στην από εδώ πλευρά του δευτέρου ορόφου και οι Πρώτες βοήθειες στου διαόλου τη μάνα, στην άλλη πλευρά τού ισογείου) και βλέπουμε ότι το οξυγόνο είχε πέσει κάτω από 70 (το φυσιολογικό είναι γύρω στο 95 με 97). Πανικός…
Αμέσως, χαράματα τής Τρίτης, η  Αντιγόνη απαιτεί τώρα αμέσως να κάνουν ακτινογραφία στη Μαρία-Φωτεινή, η οποία έδειξε ότι μόνο ο μισός πνεύμονας είναι ανοιχτός! Φτάνει και η γιατρός έντρομη, της δίνει κορτιζόνη, αντιβίωση και συνεχή παροχή οξυγόνου στο φουλ, αλλά ξαναπήγαν το… οξύμετρο στις Πρώτες Βοήθειες! Πετάχτηκε η Αντιγόνη σπίτι και έφερε ένα (προ ετών είχε αγοράσει δύο στην Αμερική) κι εκεί μείναμε κολλημένοι να κοιτάμε τις διακυμάνσεις τού οξυγόνου.
Λίγο πριν φέξει η Τρίτη, βλέπω ότι παρά το οξυγόνο που δίναμε στο παιδί, το οξύμετρο έδειχνε πως το οξυγόνο τού οργανισμού έπεφτε συνεχώς… 

Βάζουμε το παιδί στην Εντατική του Αρεταίειου (όπου μία τουαλέτα εντός της ήταν φουλ περιττώματα) στις δέκα το πρωί, οπότε άρχισαν οι εντατικολόγοι να το κατατρυπούν εναλλάξ, δίχως προφανή λόγο, πότε στο ένα χέρι και πότε στο άλλο, αδυνατώντας να βρουν φλέβα – μού ήλθε να τους πνίξω. (Η αρχι-νοσοκόμα που είχαμε κάτω, έβρισκε φλέβα με την πρώτη). 

Κατά το μεσημέρι φτάνει κι ένας γνωστός πνευμονολόγος ο οποίος βλέποντας την ακτινογραφία και την κατάσταση του παιδιού (βρισκόταν σε συνεχή λήθαργο) έφριξε: «το παιδί πρέπει επειγόντως να φύγει αμέσως για την Εντατική του Μακαρείου» – ήταν σα να έλεγε, εγώ νίπτω τας χείρας μου, ή φεύγετε και ζείτε ή μένετε και πεθαίνετε…
Εμείς βέβαια, από τις εφτά το πρωί είχαμε επιστρατεύσει Θεούς και Δαίμονες, προσπαθώντας να διακομιστεί το παιδί στο Μακάρειο, αλλά δεν τη δεχόντουσαν επειδή είναι πάνω από 15 (16 παρά δύο μηνών). Παράλληλα, οι δικοί μας, καλού κακού, τηλεφωνούσαν και στο Γενικό Νοσοκομείο που απαντούσε ότι, ναι μεν της έχουμε κρεβάτι, αλλά σε μια τέτοια κρίσιμη κατάσταση θα ήταν καλύτερα για το παιδί να πάει στο Μακάρειο αφού ο σωματότυπός του είναι παιδικός… (Το παιδί πέθαινε κι αυτοί παίζανε πινγκ-πονγκ…)
Η Αντιγόνη, αν και βαριά άρρωστη με υψηλό πυρετό, τηλεφωνούσε και πίεζε εχθρούς και φίλους, αλλά μάταια, όπως κι εγώ. Έτσι ανέλαβε η μάνα της η οποία είχε δραστήριο ρόλο στην προεκλογική εκστρατεία του Αναστασιάδη. Στέλνει απειλητικό sms στον Αβέρωφ Νεοφύτου (ήταν και κι εκείνος με γρίπη και σαράντα πυρετό) και του λέει έτσι κι έτσι κι αν δεν μπει στο Μακάρειο θα βγω στα κανάλια κι όποιον πάρει ο χάρος! Τηλεφώνησε και στη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας η οποία αμέσως κάλεσε το Διευθυντή τής Παιδιατρικής τού Μακαρείου να δεχθεί τη Μαρία-Φωτεινή αλλά εκείνος αρνούνταν με το πρόσχημα ότι δεν έχει κρεβάτι, οπότε παρενέβη ο διευθυντής της παιδοχειρουργικής (ξάδελφος της Αντιγόνης) και συμφώνησαν να βγάλουν ένα παιδάκι από την Εντατική και να το μεταφέρουν στο παιδοχειρουργικό ώστε να βρεθεί κρεβάτι για τη Μαρία-Φωτεινή η οποία εν τω μεταξύ κατέφθασε με ασθενοφόρο στο Μακάρειο σχεδόν σε κώμα, αφού πρώτα ο διευθυντής του Μακαρείου μάς ανάγκασε να κάνουμε μία… αξονική στο Αρεταίειο όπου ήταν το παιδί (ώστε να φαίνεται σε τι κατάσταση ήταν όταν έφυγε από εκεί και να μην μπλέξουν οι γιατροί στο Μακάρειο, εάν έλθει το μοιραίο), το cd της οποίας όμως δεν μπόρεσαν να ανοίξουν στο Μακάρειο, επειδή τα μηχανήματά τους δεν είναι… συμβατά. 
Στο Μακάρειο, την Τρίτη, στις έξι το απόγευμα, επιτέλους πέσανε οι γιατροί με τα μούτρα: αντιβιώσεις, διουρητικά, οξυγόνα, φάρμακα, μάσκες κλπ. Ψάχνουνε για μία συσκευή εξωτερικού αναπνευστήρα αλλά δεν είχαν και στείλανε τον… Κλεάνθη, τον αδελφό της Αντιγόνης, να φέρει από το Γενικό Νοσοκομείο,  κι άρχισε το παιδί να αναπνέει… Αυτά το βραδάκι στις 6 Φεβρουαρίου, ανήμερα των γενεθλίων μου...  
Και το πρωινό της Τετάρτης μάς βρίσκει και τους δύο ξάγρυπνους και απελπισμένους (η Αντιγόνη έκλαιγε κι εγώ της κρατούσα το χέρι) αυτή τη φορά έξω από την εντατική του Μακαρείου. Ξάφνου, βγαίνει μία νοσοκόμα, φωνάζει το όνομά μας και την ακολουθούμε στο γραφείο των γιατρών αλαφιασμένοι. Εκείνοι, αντί να μας ενημερώσουν για την υγεία τού παιδιού (που εξακολουθούσε να βρίσκεται ένας Θεός ξέρει σε ποια κατάσταση) προστάζουν αυστηρά να φύγει η Μαρία-Φωτεινή από το Μακάρειο, να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο,  γιατί έρχονται δύο παιδάκια μισοπεθαμένα και δεν υπάρχει χώρος… Η Αντιγόνη σωριάστηκε στην καρέκλα, η μάνα της πήγε να πάθει συγκοπή κι εγώ δεν πίστευα στ΄ αφτιά μου! Ο διευθυντής και μία άλλη διευθύντρια νομίζω (δεν ξέρω από ποιο τμήμα) μας είδαν αποσβολωμένους,  πήρανε θάρρος και άρχισαν να φωνάζουν και να προκαλούν: «κύριε Καλλίμαχε, δεν θα μας βάλετε εσείς σε ηθικά διλήμματα», πολύ εριστικά και σχεδόν ακαταλαβίστικα. (Δεν ξέρω αν το έκαναν επίτηδες, αλλά μου έδωσαν στην εντύπωση ότι ήθελαν να με προκαλέσουν, να παραφερθώ, να έλθει η Αστυνομία και να γίνει το δικό τους). Η πεθερά μου κινήθηκε εναντίον τους απειλητικά αλλά εγώ της ένευσα πολύ αυστηρά να κάνε μείνει στην άκρη.  
Πολύ ήρεμα και ευγενικά ζήτησα διευκρινίσεις από το διευθυντή. (Την άλλη γιατρό ή και διευθύντρια (;) που δεν την ήξερα, αλλά κάτι μού θύμιζε η φάτσα της, και η οποία ήταν ανεξήγητα επιθετική ενάντια στην απελπιστικά καταβεβλημένη Αντιγόνη, την αγνόησα εντελώς και επιδεικτικότατα.) Κοιτούσα μόνο το διευθυντή, ο οποίος είχε πλέον καλμάρει. Του λέω, δεν έχω αντίρρηση να φύγει η Μαρία-Φωτεινή από το Μακάρειο, φτάνει να μου εγγυηθείτε γραπτώς ότι δεν θα πεθάνει στο Γενικό. Και μου απαντάει «Δεν σας το εγγυώμαι». Κι εγώ τους λέω, δεν συναινώ. «Μα θα πεθάνουν δύο άλλα παιδάκια πιο μικρά», άρχισαν πάλι να φωνάζουν: «Κύριε Καλλίμαχε, το όριο είναι τα δεκαπέντε. Η κόρη σας είναι σχεδόν δεκαέξι». Συμφωνώ, τους λέω, όμως ο σωματότυπος τού παιδιού είναι δωδεκάχρονου, γι΄ αυτό στο Αρεταίειο δεν ξέραν τι να κάνουν. «Μα ο νόμος είναι ξεκάθαρος», μου λένε. «Αν με πάνε στον Εισαγγελέα...». – Ο δικαστής θα συνεκτιμήσει και άλλους παράγοντες, του απαντώ, και κυρίως το γεγονός ότι η 16χρονη, μικρόσωμη Μαρία-Φωτεινή βρίσκεται σχεδόν σε κώμα. Είδαν κι απόειδαν: «εσείς τι θα κάνατε στη θέση μας;» με ρωτούν. Και τους είπα έχω λύση: βρείτε μας εδώ μέσα ένα μικρό χώρο κοντά στην Εντατική, να τον μετατρέψουμε σε αποκλειστική εντατική για τη Μαρία-Φωτεινή κι εκεί θα είμαστε εμείς μέρα-νύχτα να παρακολουθούμε τα μόνιτορς και αναλόγως θα καλούμε πότε τη νοσοκόμα και πότε τον εντατικολόγο. Έτσι θα απελευθερωθεί ο χώρος για τα άλλα παιδάκια, τα οποία εν τω μεταξύ κατέφθασαν με ασθενοφόρα σε αθλία κατάσταση κι αυτά και οι κατακαημένοι οι γονείς τους...
Σκεφτείτε το, τους είπα και κατεβήκαμε να ενημερώσουμε τον παιδονευρολόγο, ο οποίος μας πληροφορεί ότι το πρωί, όταν εξέτασε τη Μαρία-Φωτεινή διαπίστωσε πως αν και ανέπνεε, ωστόσο δεν ανταποκρινόταν στα εξωτερικά ερεθίσματα, γι΄ αυτό και εξεπλάγην με όσα του είπαμε, αλλά δεν διανοήθηκε να συγκρουστεί με τον προϊστάμενο του.
Επιστρέφοντας, πήγα κατευθείαν έξω από το παραθυράκι τής Εντατικής και φύλαγα σκοπιά να μην αγγίξει κανείς τη Μαρία-Φωτεινή. Κατάλαβαν ότι δεν κάνουμε πίσω και μας ξανακάλεσαν, αυτή τη φορά ήσυχα και πολιτισμένα και τα βρήκαμε. Μετέφεραν κάπου αλλού ένα παιδάκι (με νεφρική ανεπάρκεια, νομίζω) που είχαν σε αποκλειστικό θάλαμο δίπλα από την Εντατική, και σε αυτήν την καμαρούλα θα στριμώχνανε τη Μαρία-Φωτεινή και εμάς με όλα τα χρειώδη: οξυγόνα, ορούς, μόνιτορς, οξύμετρα, αισθητήρες κλπ.
Εν τω μεταξύ, κοιτώντας από το παράθυρο τής Εντατικής, διαπιστώνω ότι η Μαρία-Φωτεινή άνοιξε τα μάτια! Της κάνω νόημα, με βλέπει, τη χαιρετώ, σηκώνει ψηλά τα τρεμάμενα χέρια με τους ορούς και με χαιρετάει. Έτρεξα, το είπα στην Αντιγόνη και παραλίγο να εκραγούν τα μάτια της… Επέστρεψα πάλι στο παράθυρο και την ξαναχαιρετώ και μου κάνει νόημα να μπω μέσα,  αλλά απαγορεύεται, οπότε τής ψιθύρισα «κοιμήσου, αγαπούλα, να ξεκουραστείς» και υπάκουσε!
Ξαναπάμε στο διευθυντή: «Εντάξει, θα μεταφέρουμε σε λίγο τη Μαρία στο μικρό θάλαμο που είναι δίπλα στην Εντατική, θα είστε κι εσείς εκεί μέσα συνέχεια και εγώ θα δώσω εντολή στις νοσοκόμες να σας εξυπηρετούν». Πράγματι, τής εξασφάλισαν τα πάντα: συνεχή παροχή οξυγόνου, φάρμακα και διουρητικά με σωληνάκι που κατέβαινε από τη μύτη στο στομάχι (από εκεί αρχίσαμε να της δίνουμε σιγά-σιγά και το διατροφικό της σκεύασμα), και αντιβιοτικά και αντιπυρετικά από τον ενδοφλέβιο ορό κι αρχίσαμε κάθε μέρα να πηγαίνουμε όλο και καλύτερα!
Τη Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου ήλθε ο ένας εντατικολόγος (που μας αγάπησε πολύ – ο άλλος μας κρατούσε μούτρα) και μας λέει «έχουμε θεαματική βελτίωση! Ο ένας πνεύμονας καθάρισε εντελώς και ο άλλος έχει λίγα στίγματα». Την Τρίτη βγάλανε το σωληνάκι και την Τετάρτη το μεσημέρι (στις 14 Φεβρουαρίου) τον ορό και φύγαμε. Πέμπτη πρωί ξυπνήσαμε στο σπίτι μας αισιόδοξοι, αν και λιγάκι κουρασμένοι… Σήμερα, Καθαρά Δευτέρα, σχεδόν είκοσι μέρες μετά τον πρώτο πυρετό, η Μαρία-Φωτεινή παίζει, χορεύει και τραγουδά στο σπίτι. Είναι όμως αρκετά αδύναμη - αραιά και που παραπατάει.
Α, προχτές την Παρασκευή ήλθε ταχυδρομικώς και ο λογαριασμός από την κλινική που πήγε να μας πεθάνει το παιδί: 2245 ευρώ. Δεν πειράζει. Τέλος καλό, όλα καλά!
Με αγάπη, Κώστας
ΥΓ. Το εκπληκτικό ήταν ότι παρά τους υψηλούς πυρετούς, δεν είχαμε επιληπτικές κρίσεις – παλιά, μόλις ανέβαινε στο 37 πάθαινε γενικευμένους σπασμούς. Η Αντιγόνη έψαξε και βρήκε ότι αυτό συνέβη και σε ένα παιδί με Σύνδρομο Ντραβέ, του οποίου όμως άρχισαν οι κρίσεις μόλις πέρασε η γρίπη… Ίδωμεν.
Καθαρά Δευτέρα τού 2018

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Κυπριακό Δίκαιο και Δικαιοσύνη: Η Διαφθορά, το Νόμιμο και το Ηθικό, το Περί Δικαίου Αίσθημα και η Αμεροληψία

Θυμάμαι, στις αρχές τής δεκαετίας του ΄80 (αρχίζοντας τις σπουδές μου στη Σχολή Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών), όλους τούς πρωτοετείς, που δεν είχαμε δικηγόρους γονείς και δικαστές, μάς περίμενε μία φριχτή απογοήτευση, όταν, εν χορώ, οι Αριστόβουλος Μάνεσης και Δημήτρης Τσάτσος, (αμφότεροι επιφανείς καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου) στην κατάμεστη Αίθουσα Σβώλου, νέτα σκέτα και σταράτα, μάς ξεκαθάρισαν ότι, ακόμη και στα πλαίσια τής Φιλοσοφίας τού σύγχρονου Δικαίου, δεν υπάρχει Δικαιοσύνη. Υπάρχουν απλώς δικαστικές αποφάσεις.

Καθώς συνειδητοποίησα τι εννοούσαν, μου ήρθε να βάλω τα κλάματα. Εν τω μεταξύ, πάγωσε και το αμφιθέατρο. Το κατάλαβαν και γύρεψαν να μας παρηγορήσουν λέγοντας ότι, παρά ταύτα, μπορούμε να μιλάμε για "το περί δικαίου αίσθημα" που όμως είναι κάτι το απολύτως θεωρητικό και ενδεχομένως εντελώς κουτό στα μάτια τής νομικής γραφειοκρατίας, το οποίο, ωστόσο, όταν πληγώνεται, δικαστές και δικαστήρια ευτελίζονται στα μάτια τών πολιτών, παρασύροντας και το κύρος τών δημοκρατικών θεσμών συλλήβδην. Εν πάση περιπτώσει, Δικαιοσύνη, ως κάτι το ορατό και χειροπιαστό, δεν υφίσταται, ούτε παράγει έννομες συνέπειες.

(Τότες άκουσα για πρώτη φορά τα εφηβικά μου οράματα να σωριάζονται με πάταγο.)

Αν και αποφοίτησα πρώτος από τη Σχολή μου, με βαθμό πτυχίου 8,93 (συγχωρέστε μου αυτήν την περηφάνια: είναι για να δικαιώσω τη μάνα μου που με σπούδασε στερούμενη τα πάντα), το λοιπόν, επαναλαμβάνω, αν και τα πήγα περίφημα, είχα παραμείνει μία πληγωμένη, μελαγχολική ψυχή και γι΄ αυτό ουδείς εξεπλάγην όταν άλλαξα κλάδο και αφοσιώθηκα στις Νεοελληνικές Σπουδές.

Πού να ήξερα ότι όλα εκείνα τα νομικά και τα νομικίστικα πού κάποτε έπαιζα στα δάχτυλα, θα μου γινόντουσαν πολύτιμοι σύντροφοι, ειδικά τα τελευταία 16 χρόνια, αφ΄ ότου γεννήθηκε η κόρη μου και αρρώστησε βαριά! Γιατί, έκτοτε, δίνουμε μία άνιση μάχη με τη γραφειοκρατία, αρχικώς τού Υπουργείου Υγείας, κατόπιν με τη γραφειοκρατία τού Υπουργείου Παιδείας και εσχάτως με τη γραφειοκρατία τού Διοικητικού Δικαστηρίου όπου η υπόθεση τής Μαρίας-Φωτεινής (για τα φάρμακα που τής στερήσανε το 2013) παραμένει ακόμη σε εκκρεμότητα, μάλλον αναμένοντας την ετυμηγορία τού Δικαστή.

Πολλοί νομίζουν ότι Διαφθορά σημαίνει ωμή συναλλαγή με απτά οικονομικά οφέλη. Ναι, αυτή είναι η ακραία της μορφή. Υπάρχει όμως και η μικροκλίματα τής διαφθοράς: εάν είμαι καθηγητής και το παιδί μου αρρωστήσει βαριά και κάνει πάρα πολλές απουσίες, είναι βέβαιο ότι δεν τρέχει τίποτε, εν αντιθέσει προς την κόρη τής Ελευθερίας, την Αναστασία, η οποία πέρσι, αν και αρρώστησε βαριά με πνευμονία και έμεινε στο Νοσοκομείο για τρεις βδομάδες, λίγο έλειψε να την αφήσουν στην ίδια τάξη! Μονάχα με απειλές ότι θα δημοσιοποιήσουμε τις ενδοσχολικές ανισότητες, αναγκάστηκαν οι ιθύνοντες να μας κάνουνε τη χάρη.

Το να μου εκδοθεί άδεια οικοδομής σε χρόνο ρεκόρ, επειδή ο προϊστάμενος είναι θείος μου είτε γιατί μού είναι υπόχρεος είτε επειδή προσέφερα στην κόρη του και στην αδελφή του από ένα βαρύτιμο σαλονάκι αντί πινακίου φακής, ναι, αυτό αποτελεί άλλη μία πολύ συνηθισμένη όψη τής διαφθοράς. Ωστόσο ελάχιστη κοινωνική βαρύτητα έχει εν σχέσει με τις "χαλαρώσεις" που προσφέρθηκαν στον τάδε μεγαλοεργολάβο ή στον δείνα μεγαλέμπορο οι οποίοι θησαυρίζουν σε βάρος τού δημοσίου κορβανά, εξαγοράζοντας κόσμο και κοσμάκη με ψίχουλα.

Η διαφθορά είναι συνηθισμένη και στο Δικαστικό Σώμα, όπου, όταν δεν είναι ωμή και απροκάλυπτη, συνήθως κινείται με αόρατα νήματα, κατά τρόπο μαγικό, καβουρδίζεται με βαρύγδουπα επιχειρήματα, αλατίζεται με πλήθος παραπομπών που ελάχιστα σχετίζονται με την υπόθεση και τέλος περιτυλίγεται με χρυσοποίκιλτες υπογραφές αδέκαστων δικαστών. Εκτός εάν οι δικαστές είναι στ΄ αλήθεια ευφυέστατοι και δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν, οπότε καταφεύγουν στις εξωδικαστικές συναλλαγές, σαν και αυτήν που προσφάτως ήλθε στο φως τής δημοσιότητας και εμπλέκει τον Εντιμότατο Πρόεδρο τού Ανωτάτου Δικαστηρίου, την κόρη του, την αδελφή του, τα αξιόγραφά τους και την αποζημίωσή που ΜΟΝΟΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΙ ΚΑΜΙΑ ΤΡΑΚΟΣΙΑ ΑΛΛΟΙ ΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ έλαβαν (ΣΤΑ ΜΟΥΛΩΧΤΑ) από την Τράπεζα Κύπρου.

Αυτό δεν είναι Διαφθορά. Είναι πρωτίστως σκάνδαλο! Σκάνδαλο μεγατόνων το οποίο όμως (φευ!) σύντομα θα περάσει απαρατήρητο, αφού πρώτα υπονομεύσει ανεπανόρθωτα το κύρος τού κυπριακού Δικαστικού Σώματος στα μάτια τών πολιτών οι οποίοι, ύστερα από τόσα χρόνια, επιπλέον πληροφορηθήκαμε, πως ο τάδε δικηγόρος υποστήριζε υποθέσεις του στο Ανώτατο όπου προήδρευε ο... πατέρας του, παρακαλώ! Μάλιστα, ο υιός, είχε εθιστεί τόσο πολύ στην πρακτική αυτή ώστε να την θεωρεί αυτονόητα νομότυπη και να ζητά τώρα την κεφαλή τού καταγγέλλοντος επί πίνακι! Εδώ όμως σταματάμε να θρηνούμε και αρχίζουμε να γελάμε, πικρά, βέβαια...

Κυρίες και Κύριοι Δικαστές, είστε σοφοί άνθρωποι και γνωρίζετε καλύτερα από όλους μας ότι το νόμιμο δεν είναι πάντα και ηθικό. Το να διευθετήσω την αποζημίωση τής αδελφής μου και τής κόρης μου μέσα από φαινομενικά σύννομες διαδικασίες (αναφέρομαι την περίπτωση τών αξιογράφων και της Τράπεζας Κύπρου), δεν σημαίνει ότι ενήργησα και ηθικά.

Κυρίες και Κύριοι Δικαστές, εμείς ως οικογένεια, βάλαμε τις οικονομίες μιας ζωής στην Λαϊκή (την Παρασκευή) για να τις στείλουμε στην Αμερική (τη Δευτέρα) για να πληρωθεί το νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν το παιδί μας, και το Σάββατο μας τις κούρεψαν. Κατέθεσα στην Τράπεζα ένα τεράστιο φάκελο αποδεικτικών στοιχείων και μας απέρριψαν.

Εσείς Εντιμότατε Πρόεδρε τού Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τι επιχείρημα πείσατε την Τράπεζα να σας επιστρέψει τα χρήματα; Φυσικά και δεν θα απαντήσετε. Γιατί η απάντησή σας θα ήταν πολύ πιο λυπηρή και από τη σιωπή σας.

Ερχόμαστε τώρα στην υπόθεση τής Μαρίας-Φωτεινής που εδώ και χρόνια εκκρεμεί στο Διοικητικό Δικαστήριο επειδή η τότε δικηγόρος τής Δημοκρατίας (και, προσέξτε, νυν δικαστής τού Διοικητικού Δικαστηρίου) παραπονιόταν πως είχε πολύ φόρτο εργασίας. Τελικά ολοκλήρωσε την αγόρευσή της και συμπτωματικά, ένα μήνα μετά προσελήφθην δικαστής στο Διοικητικό.

Τώρα, ο Δικαστής που έχει την υπόθεσή μας (αναμένεται η απόφασή του) ίσως βρεθεί σε εξαιρετικά δυσχερή θέση μόλις κληθεί να αξιολογήσει τα επιχειρήματα τής τότε δικηγόρου τής Δημοκρατίας η οποία όμως τώρα είναι συνάδελφός του! Σημειώστε ότι πέντε είναι όλοι κι όλοι οι δικαστές τού Διοικητικού, οπότε ούτε ψύλλος στον κόρφο του, που λέει κι ο λαός.

Να λοιπόν, που η αμεροληψία μπορεί να αμφιβάλλεται, καθώς έλεγε ο Δημήτρης Μαρωνίτης, και για λόγους απολύτως προσωπικούς.

Μετά τιμής,

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Αρχείο ιστολογίου 2018-2010

Ορισμένα από τα κείμενα της περιόδου 2010-2118

(Σημείωση: Μερικά από τα κείμενα 2006-2010 βρίσκονται στο βιβλίο μας ΕΠΙΛΗΨΙΑ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ)