Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2019

Πόσο αξίζει η ζωή ενός παιδιού;

Πόσο αξίζει η ζωή ενός παιδιού;   


Τελικά ο μικρούλης Παναγιώτης-Ραφαήλ (18 μηνών) θα ταξιδέψει για τη Βοστώνη. Λίγες μέρες νωρίτερα, το Ανώτατο Υγειονομικό Συμβούλιο τής Ελλάδας αρνήθηκε την κρατική επιχορήγηση τών δύο εκατομμυρίων δολαρίων, δίνοντας έμφαση στο αμφίβολο και πολυέξοδο τής θεραπείας, αντιμετωπίζοντας δηλαδή με καχυποψία τον εξεζητημένο και πρωτοποριακό της χαρακτήρα.

Εάν οι γονείς τού μικρούλη Παναγιώτη-Ραφαήλ δεν είχαν καταφύγει στην κοινωνία τών πολιτών, το νήπιο θα πέθαινε μια ώρα αρχύτερα. Τώρα όμως μπορεί να ελπίζει. Όλοι μας μπορούμε να ελπίζουμε επειδή δεκάδες χιλιάδες Έλληνες και Ελληνοκύπριοι πολίτες κατέθεσαν τον οβολόν τους υπέρ τής ζωής και της ελπίδας, δηλαδή υπέρ τής πανάκριβης θεραπείας τού Παναγιώτη-Ραφαήλ, αγνοώντας τις εισηγήσεις του ανωτάτου κρατικού επιστημονικού Συμβουλίου, το οποίο ενδεχομένως δεσμεύεται από το νόμο ως προς το ποιες θεραπείες είναι σε θέση να εγκρίνει και ποιες όχι, υποτίθεται...

Βρέθηκαν και ορισμένοι συμπολίτες μας, κάποιοι μάλιστα είναι επιστήμονες, οι οποίοι διατύπωσαν την άποψη πως εάν το παιδί τους επέπρωτο να είναι θνησιγενές λόγω μιας κάποιας γενετικής ασθένειας ή μετάλλαξης, θα προτιμούσαν να το αφήσουν να πεθάνει, παρά να επιβαρύνουν το κράτος με δύο ή τρία εκατομμύρια δολάρια ή να αποταθούν στους συμπολίτες τους για οικονομική στήριξη. Προσέθεσαν, μάλιστα ότι αυτό δεν είναι ηθικό, από τη στιγμή που υπάρχουν τόσα παιδιά στον κόσμο, τα οποία πεθαίνουν από ασιτία...

Βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, επειδή παρόμοια άποψη εξέφρασαν και δύο προσφιλή μου πρόσωπα και μάλιστα διακεκριμένοι επιστήμονες. Οπότε, έχω ένα λόγο παραπάνω, να προσεγγίσω το ζήτημα όσο πιο ψύχραιμα γίνεται και κυρίως, μιλώντας από πείρα.

Θυμίζω, λοιπόν, την περίπτωση τής κόρης μου Μαρίας-Φωτεινής, η οποία, το 2005 είχε φτάσει να έχει 100, σωστά διαβάσατε, εκατό επιληπτικές κρίσεις την ημέρα, με αποτέλεσμα οι γιατροί στη Λευκωσία, στην Αθήνα, στο Λονδίνο και στο Παρίσι (δεν θέλω να αναφέρω ονόματα - είναι όλοι τους γνωστοί επιστήμονες παιδονευρολόγοι) μάς συμβούλευαν φιλικά να κάνουμε άλλο παιδί επειδή η Μαρία-Φωτεινή σύντομα θα πεθάνει λόγω τών αλλεπάλληλων και ανεξέλεγκτων επιληπτικών της κρίσεων. Εξάλλου, το σύνδρομο Νταβέ είναι μία γονιδιακή μετάλλαξη που δεν επιτρέπει στα μισά από τα άρρωστα παιδιά να φτάσουν στην εφηβεία τους...

Ως ορθολογικά και επιστημονικά στοχαζόμενος, είχα πεισθεί ότι οι μέρες τής Μαρίας-Φωτεινής είναι μετρημένες, αφού μας το διαβεβαίωνε η αυθεντία τής ευρωπαϊκής παιδονευρολογίας στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Έτσι, όταν η Αντιγόνη βρήκε μία σπάνια και πειραματική ΔΙΑΙΤΑ, την κετογόνο δίαιτα, ως αντίπαλο στις επιληπτικές κρίσεις τού παιδιού μας, οι Ευρωπαίοι γιατροί γελάσανε πικρά (μαζί τους κι εγώ), με το σκεπτικό, αφού δεν κάνουν τίποτε τα φάρμακα πώς είναι δυνατόν μία δίαιτα να σταματήσει τις κρίσεις του παιδιού;

Η Αντιγόνη όμως είχε δει, προ ετών, την ταινία του Τζιμ Άμπραχαμς με τη Μέριλ Στριπ και θυμόταν ότι εκεί, μία οικογένεια είχε καταφέρει να ελέγξει τις επιληπτικές κρίσεις τού παιδιού της μέσω μιας πρωτοποριακής θεραπείας, της Κετογονικής Δίαιτας, η οποία εφαρμοζόταν στο Τζων Χόπκινς. (Μάλιστα, η ταινία συνοδευόταν από σχετικό ντοκιμαντέρ με πρόσωπα και πράγματα.)

Αποταθήκαμε, λοιπόν, στο Τζών Χοπκινς και μας απέρριψαν, αφού πρώτα διάβασαν το φάκελο τού παιδιού - φαίνεται το θεώρησαν χαμένη υπόθεση...

Η Αντιγόνη συνέχισε μόνη της να ψάχνει και να ψάχνει και να ψάχνει ώσπου βρήκε ένα άλλο νοσοκομείο, πάνω ψηλά, κοντά στη Μινεάπολη, το νοσοκομείο Μέιγιο Κλίνικ που δέχτηκε τη Μαρία-Φωτεινή ως ασθενή, αλλά ζήτησε διακόσιες χιλιάδες δολάρια ως εγγύηση...

Εμείς είχαμε ήδη ξοδέψει πολύ περισσότερα (μας είχε βοηθήσει και η ΠΟΕΔ με εράνους), γυρνώντας όλη την Ευρώπη, αναζητώντας θεραπείες και φάρμακα που όμως χειροτέρευσαν την κατάσταση και επιδείνωσαν τις επιληπτικές κρίσεις τής Μαρίας-Φωτεινής ή οποία ήταν κοντά στην ηλικία τού Παναγιώτη-Ραφαήλ.

Και πού να βρούμε 200 χιλιάδες δολάρια, εδώ και τώρα;

Ευτυχώς, δεν αποταθήκαμε στο Ανώτατο Υγειονομικό Συμβούλιο τής Ελλάδας.

Ευτυχώς, η Αντιγόνη δεν άκουσε κανένα από τους συγγενείς, φίλους και γνωστούς γιατρούς που μας συμβούλευαν να αποδεχτούμε και να αναμένουμε το μοιραίο.

Ευτυχώς, η ταπεινή και σεμνή Αντιγόνη μάς έγραψε όλους στα παλαιότερα τών υποδημάτων της.

Καλή τύχη, Παναγιώτη-Ραφαήλ!!!

ΥΓ. Βέβαια, ο αγώνας τής Αντιγόνης δεν σταμάτησε το 2005. Συνεχίζεται αδιάκοπα. Νυχθημερόν. Τώρα που σας μιλάω, είναι στη Μινεάπολη. Προσπαθεί να προμηθευτεί το βασικό φάρμακο τού παιδιού για έξι μήνες. Εν τω μεταξύ, η Μαρία-Φωτεινή τον ερχόμενο Απρίλη γίνεται 18.

Για να δεις τα σχόλια, κάνε κλικ εδώ .



Για τον αγαπημένο φίλο Θανάση Τριαρίδη

Κωνσταντίνος Καλλίμαχος., συγγραφέας-εκπαιδευτικός
Δημοσιεύτηκε από Konstantinos Kallimachos23 Σεπτεμβρίου
Ήταν το 2016 όταν ο Θανάσης Τριαρίδης και η γυναίκα του, Χαρά Σύρου ξεκινούσαν τα ταξίδια τους στην Αφρική στο πλαίσιο της διαδικασίας της διακρατικής υιοθεσίας. Απόρροια των διαδοχικών ταξιδιών τους ήταν η υιοθεσία της κόρης τους Αργκάνε (το όνομα της σημαίνει «αυτή που βρέθηκε»), ένα κορίτσι από τα εγκαταλελειμμένα παιδιά της Αιθιοπίας. Ο Θανάσης και η Χαρά βρέθηκαν τότε «στην καρδιά ενός άλλου κόσμου αφάνταστης φτώχειας και εξαθλίωσης». Έτσι τον περιγράφουν.


Θανάσης Τριαρίδης
Μια από τις πιο συγκινητικές βραδιές - χθες το βράδυ στη Λεμεσό: Konstantinos KallimachosYiorgos SavvinidisMaria Tziaouri-Hilmer - και φυσικά, Έλενα Σωκράτους και Οδυσσέα Ιωάννου Κωνσταντίνου (τι performance!...), είμαι ευγνώμων...
Στην θαλασσοφίλητη Κύπρο ο Σεφέρης μίλησε για έναν τόπο όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμα. Για μένα το θαύμα της Κύπρου είναι αυτοί οι θεσπέσιοι άνθρωποι...


Θανάσης Τριαρίδης
Ένας από τους πολλούς λόγους που με γεμίζουν χαρά καθώς τις αμέσως επόμενες ημέρες η Έλενα (Elena Sokratous) με ταξιδεύει -μεταφορικά και κυριολεκτικά- στην Κύπρο (στις 31/9 στη Λεμεσό και στις 01/10 στην Λευκωσία) είναι που θα ανταμωθώ για πρώτη φορά από κοντά με τον Κωνσταντίνο Καλλίμαχο (Konstantinos Kallimachos), έναν από τους σπουδαιότερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στην ζωή μου. Σπάνιος φιλόλογος, συγκλονιστικός δάσκαλος και σπαρακτικός συγγραφέας (ελπίζω να έρθει σύντομα ο καιρός όπου το ΕΠΙΛΗΨΙΑ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ θα διδάσκεται στα σχολεία), ο Καλλίμαχος είναι από εκείνους τους μοναδικούς ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις περήφανος επειδή ζεις στον καιρό τους...
Δεν χρησιμοποιώ συχνά αυτή τη λέξη, αλλά ο Κωνσταντίνος είναι ένας φάρος ανθρωπιάς, ποιότητας και πνευματικής ηθικής για όλους μας.
[Και για όσους δεν με ξέρουν: Όλα αυτά δεν τα γράφω τώρα, επειδή ο Κ. θα μιλήσει για την πορεία μου στο γράψιμο στην εκδήλωση της ερχόμενης Δευτέρας στην Λεμεσό. Όλα αυτά τα έχω γράψει εδώ και οχτώ χρόνια, γράφοντας το Επίμετρο στο βιβλίο του.]




















































Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2019

Το υπόγειο της αφθονίας (απόσπασμα από το ΕΠΙΛΗΨΙΑ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ)

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=1211849495665959&id=145603398957246&__tn__=K-R

«Αύριο θα έχουμε καύσωνα», μου είπε μια συμφοιτήτρια, «τι θα κάνεις;» Περίμενα κι εγώ να δω τι είναι αυτός ο περιβόητος «καύσωνας» της Αθήνας. Μετά κατάλαβα ότι εμείς στη Λευκωσία έχουμε καύσωνα όλο το καλοκαίρι!

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες μείναμε τότε για δυο-τρεις μέρες, κάτω από τον ήλιο, σε μια προσφυγική σκηνή, κι αφού η γιαγιά έπαθε ελαφρά ημιπληγία, μετακομίσαμε στο υπόγειο μιας φίλης της, της θείας Γιαννούλας, δίπλα από τον Πεδιαίο ποταμό –ούτε ρυάκι δεν είναι πια.

Το σπίτι τής θείας Γιαννούλας ήταν στο ύψος ενός ήσυχου δρομίσκου, που σε αλλοτινούς καιρούς ίσως αποτελούσε την ένδοξη όχθη ενός αληθινού ποταμού. Από την αριστερή πλευρά τού σπιτιού κατέβαινες καμιά εικοσαριά σκαλιά, προχωρούσες λίγα βήματα και στην πίσω μεριά έβρισκες μια χαμηλή σιδερένια πόρτα. Αν κατάφερνες να την ανοίξεις, έμπαινες σ’ ένα μεγάλο σκοτεινό δωμάτιο με μια σκέτη λάμπα στο ταβάνι. Στο βάθος αριστερά ήταν η τουαλέτα, απέναντί της μια υποτυπώδης κουζίνα και στη μέση κάτι προπολεμικά στρώματα και παλιατζούρες.

Εν συγκρίσει με τη ζωή στη σκηνή του Ερυθρού Σταυρού (με την τροπική ζέστη, την αποπνικτική σκόνη, το σπάνιο τρεχούμενο νερό και τις χημικές τουαλέτες με τις μόνιμες ουρές), το δροσερό υπόγειο ήταν σωστό παλάτι, αν εξαιρούσες τη λίγη μούχλα και τα πολλά ποντίκια.

Έξω από την πόρτα ήταν ο βόθρος τού κυρίως σπιτιού, όμως πολύ καλά σκεπασμένος με τσιμέντο ώστε να σχηματίζει μια αρκετά συμπαθητική αυλίτσα με θέα στην πράσινη ρεματιά.

Εκεί κάτω, στο υπόγειο, μείναμε για ένα σύντομο διάστημα: η γιαγιά, η μανούλα, ο αδελφούλης μου κι εγώ. Εκεί πρωτολατρέψαμε τις γάτες, όχι μόνο διότι μας έσωσαν από τους αρουραίους, αλλά κυρίως επειδή μάς γλύκαιναν με τη συντροφιά τους, αφού τα παιδιά τής προσωρινής μας γειτονιάς είχαν πολλούς λόγους να είναι άφαντα…

Εκεί περάσαμε, για δυο-τρεις εβδομάδες, ζωή χαρισάμενη. Δε μας έλειψε απολύτως τίποτε! Αν και η πούγκα μας ήταν άδεια, είχαμε απ’ όλα τα καλά του Θεού! Μέρα παρά μέρα ερχότανε η θεία Γιαννούλα με τα χέρια γεμάτα. Και τι δε μας έφερνε! Ρούχα, παπούτσια, φαγώσιμα, γάλα, ως κι ένα μικρό ψυγειάκι και ψωμιέρα! Χώρια τα σεντόνια, τα δυο διπλά κρεβάτια, τα καθαρά στρώματα, το μικρό καναπεδάκι και χίλια δυο άλλα χρήσιμα μικροπράγματα. Έφερε κι έναν μάστορα που πέρασε σωλήνες, έβαλε λάμπες, δυο μικρά χωρίσματα, πέταξε τη μεταλλική πόρτα και στη θέση της τοποθέτησε μια πανέμορφη ξύλινη με φωτεινό γυαλί κι έκαμε ένα σωρό κουτσοδούλια. Τα απογεύματα έμενε ώρες μαζί μας και θυμόντουσαν με τη γιαγιά (ήταν παιδικές φίλες) τα παλιά, «τότε που η Λευκωσία είχε ακόμα καλά πλάσματα», ανθρώπους δηλαδή.

Μια μέρα εξαφανίστηκε. Μάθαμε ότι είχε ένα ατύχημα και νοσηλεύεται. Πήγαμε απρόσκλητοι στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, που ήταν φίσκα από τραυματισμένους στρατιώτες και αμάχους –ό,τι χειρότερο για τα μάτια μιας παιδούλας. Μετά από απίστευτη και πολύωρη ταλαιπωρία, ρώτα εδώ, ρώτα εκεί, τη βρήκαμε γεμάτη επιδέσμους και μώλωπες. Μόλις μάς είδε ξαφνιάστηκε, όμως αμέσως χαμογέλασε. Τρέξαμε, την αγκαλιάσαμε και μας φιλούσε όλο στοργή. «Τι έπαθες, θεία Γιαννούλα, τι έγινε, πώς και κατασκοτώθηκες; Και στο πρόσωπο πώς χτύπησες; Και τα δάχτυλα πώς τα έσπασες; Και τα πλευρά σου γιατί είναι δεμένα;» Η μαμά, μέσα στην αφέλειά της, της έκανε ένα σωρό ερωτήσεις (αργότερα το μετάνιωσε) και εισέπραττε μισόλογα αντί για απαντήσεις, που θα βάζανε σε υποψίες ακόμα κι ένα πεντάχρονο κορίτσι.
Κάναμε χώρο κι η γιαγιά, που ήταν να την κλαις, έκαστε στην άκρη του κρεβατιού, της χάιδευε το χέρι και μονολογούσε σα να μοιρολογούσε: «Αχ, Γιαννούλα μου, αχ… δεν έπρεπε, δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό…»

Όταν γυρίσαμε πίσω, η γιαγιά ήταν άλλος άνθρωπος: «Φεύγουμε», διέταξε με αυστηρότητα. Δεν είχαμε και τίποτε δικό μας για να το πάρουμε μαζί μας… και το ίδιο απόγευμα επιστρέψαμε στο βουνό, σ’ εκείνο το σπίτι με τις πολλές προσφυγικές οικογένειες.

Αν κι εκεί περνούσαμε καλούτσικα, ωστόσο το υπόγειο της αιφνίδιας και ακαριαίας αφθονίας δεν έλεγε να φύγει από το νου και συνεχώς ρωτούσα τη μανούλα: «Γιατί ήρθαμε εδώ πάνω στο βουνό ξανά, αφού εκεί κάτω είχαμε τα πάντα;» Αντί γι’ απάντηση, κοιταζόντουσαν ένοχα με τη γιαγιά.

Το μικρό εμπορικό κατάστημα που είχε τότε ο άντρας της, τώρα είναι ένα τεράστιο σούπερ-μάρκετ και το διευθύνουν τα παιδιά τους. Βέβαια, η θεία Γιαννούλα έχει «φύγει» από χρόνια, όμως ποτέ δεν έπαψα να τη μνημονεύω με ευγνωμοσύνη και κάμποσες ενοχές, αφού όλη εκείνη η αναπάντεχη αφθονία που ζήσαμε στο υπόγειό της, έστω για λίγο, ερχότανε κρυφά από τα ράφια του άντρα της, που σαν το έμαθε…

«Τι να έκανε κι εκείνος ο φτωχός;» μου εκμυστηρεύτηκε κάποτε η μανούλα. «Ήταν λίγο μετά την καταστροφή… τόσα στόματα είχε να θρέψει…»
--------------------------------------------

The basement of plenty (and the cost) (Flashback)

“Tomorrow we’re going to have a heatwave,” one of my fellow students told me, “What are you going to do?” I too was waiting to see what this notorious Athenian “heatwave” was like. Afterwards, I understood that in Nicosia we have that heatwave all summer long!

We remained in circumstances like these for two or three days, under the sun, in a tent, and then, since grandma was suffering slightly from hemiplegia, we moved into the basement of one of her friends’ houses, Aunt Yiannoula, next to the Pedieos River – which wasn’t even a trickle at the time.
Aunt Yiannoula's house was on a quiet lane which, in days of yore, may have been the glorious bank of a real river. If you went down the twenty or so steps on the left-hand side on the house, a couple of metres further on you would find a low iron door at the back of the building. If you managed to open that, you entered a large, dark room with a single bulb hanging from the ceiling. In the back on the left was a toilet, opposite a very primitive cooker and, in the middle of the room, some pre-war mattresses and a pile of junk.

Compared to life in the tent at the Red Cross (in the tropical heat, the suffocating dust, the scarce running water and chemical toilets with permanent queues), this cool basement was a true palace, with the exception of a little mould and the multitude of mice.

Outside the door was the cesspit for the main house, but it was very well covered with cement, making a fairly appealing little yard with a view of the green ravine. We lived down there in the basement for only a short time: Grandma, mother, my brother and myself. There we first fell in love with the cats, not only because they saved us from the nifitses (as we call rats in Cyprus), but mainly because they soothed us with their company, since the children of our temporary neighbourhood had many reasons to be absent.

We spent two or three weeks there, a blissful life. We lacked absolutely nothing! Even though our purse was empty, we had all the gifts of God! Every other day, Aunt Yiannoula would visit with her arms full. What didn’t she bring us? Clothes, shoes, food, milk, even a tiny fridge and a bread basket! And sheets, two double beds, clean mattresses, a small sofa and a thousand and one other useful things. She even brought in a workman in who sorted out the pipes, fixed the lights, put in two small dividing screens, threw away the metal door and replaced it with a beautiful wooden one with glass, and she had a huge number of menial jobs and minor repairs done. She would stay with us for hours in the evenings, reminiscing with Grandma (they were childhood friends) about the old times “when Nicosia still had good creatures," – as they referred to the people.

One day she vanished. We discovered that she’d had an accident. We went, uninvited, to Nicosia General Hospital, which was full to bursting with wounded soldiers and civilians – the worst thing for the eyes of a young child. After an unbelievable amount of hassle, asking here and asking there, we found her covered in bandages and bruises. She was startled when she saw us, but immediately smiled warmly. We ran to embrace her, and she kissed us, full of affection. “What happened, Aunt Yiannoula, what happened? How did you get so badly hurt? How did you hit yourself in the face? How did you break your fingers? Why is your side bandaged?” Mother, in her naivety, asked her dozens of questions (she regretted them later) and got half-truths in return rather than answers, which would have made even a five-year-old child suspicious.
Grandma didn’t say a word. She stroked Aunt Yiannoula’s hand and hair with sadness and gratitude, and said to her, very quietly: “Dear Yiannoula, you shouldn’t have done that, it wasn't necessary...” When we got back to the house, Grandma was a different person: “We're leaving,” she ordered sternly. We had nothing of our own to take with us... and that same evening we returned to the mountain, to the house with its many families.

Even though we passed our time there tolerably, the basement of sudden and brief abundance hadn't left my mind, and I kept on asking mother: “Why have we come back here to the mountain when down there we had everything?” Instead of answering, she and Grandma looked at each other guiltily.

The small trade shop Aunt Yiannoula owned back then with her husband is now an enormous supermarket, run by their children. Even though she "left” us years ago, I never stopped remembering her with gratitude, and a touch of guilt, because all that boundless plenty we had in her basement – even if just for a little while – had come sneakily from her husband’s shelves, and when he found out...

“What could he do, the poor man?” mother revealed to me once. “It was just after the disaster... he had so many mouths to feed...”

Για τη μετάφραση συνεργάστηκαν: Νίκος Δήμου, Αντιγόνη Καλλιμάχου, Παναγιώτα Μανόλη, Μαίρη Κιτρόεφ, Loura Bodger και Mary Coran

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=1211849495665959&id=145603398957246&__tn__=K-R

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Όταν πέσαμε στον γκρεμό

Ήμουνα αυτό που λένε μυαλωμένο παιδί: ο μόνος που απέφευγε καβγάδες και έβρισκε λύσεις με την κουβέντα.

Μια νύχτα όμως παραφερθήκαμε σε ένα κακόφημο μπαρ. Η παρέα μας ήτανε τύφλα στο μεθύσι και στα... λοιπά. Εγώ, όντας νηφάλιος (αφού το ποτό με ενοχλεί στο στομάχι) άκουσα τον μπάρμαν που ζήτησε από τούς μπράβους να κλειδώσουν την πόρτα για να μας τουλουμιάσουν.

Ορμάω λοιπόν στον μπράβο να τον εμποδίσω (του πήρα τα κλειδιά) και άρχισα να... τρώω της χρονιάς μου. Όταν η παρέα είδε επιτέλους τη φάση, του την πέσανε άγρια, με σώσανε και βγήκαμε έξω όλοι σώοι, σπάζοντας στο διάβα μας τις τζαμαρίες και κραδαίνοντας γυαλιά.

Δίπλα από την έξοδο τού μπαρ ήτανε ένα νεόκτιστο με κάμποσα πλακάκια που εμείς τα κάναμε... αεροπλανάκια και... βομβαρδίζαμε το μαγαζί και τους μπράβους που δεν τολμούσανε ούτε να ξεμυτίσουν και... κάλεσαν την αστυνομία.

Με το που ακούμε τη σειρήνα, σκορπίσαμε. Εγώ, ο αδελφός μου κι άλλο ένα παιδί που ήτανε αγρίως μαστουρωμένο, μπήκαμε σ΄ ένα σοκάκι θεοσκότεινο που δυστυχώς κατέληγε σε ένα γκρεμό ρεματιάς. Εκεί πέσαμε, κουτρουβαλώντας, πρώτα ο αδελφός μου, μετά εγώ και στη συνέχεια το φιλαράκι το χασισωμένο που προσγειώθηκε στο χέρι μου και μου το έκανε κομμάτια...

Στα μάτια τού αδελφού μου είχανε μπει φύλλα και κλαδιά, αλλά εμείς βλέπαμε μόνο δάκρυα και αίμα - νομίζαμε ότι τυφλώθηκε...

Ήταν Αύγουστος και το φεγγάρι βοήθησε να εντοπίσουμε μία ανηφορούλα προς τον κεντρικό δρόμο, αλλά εκεί μας πέτυχε το περιπολικό που πήγε τον αδελφό μου στο νοσοκομείο κι εμένα στο κρατητήριο, μαζί με το χασισωμένο, που ούτε μιλούσε ούτε λαλούσε, κάτι που ο αξιωματικός υπηρεσίας εξέλαβε ως... ειλικρινή μεταμέλεια και συστολή και τα έβαλε μαζί μου.

Με ανέκρινε όλη τη νύχτα και δώσε ξανά και ξανά κατάθεση, πες κι εκείνο, πες και το άλλο... Πρέπει να ήτανε σαδιστής ο άνθρωπος. Του έλεγα ότι δεν αντέχω άλλο και του έδειχνα το δεξί χέρι που κρεμότανε στρεβλό και τουμπανισμένο (τέσσερα κατάγματα έδειξε η ακτινογραφία το πρωί). Αλλά το γαϊδούρι αρνιότανε να με στείλουν στο νοσοκομείο...

Κατά το ξημέρωμα, άκουσα απ΄ έξω γυναικείες φωνές. Ήταν η μάνα μου, που μπήκε στο γραφείο τού αξιωματικού υπηρεσίας με το ζόρι, κι όταν είδε το χέρι μου... πάρτηνε κάτω και... σώθηκα εγώ!!!

Αυτή ήταν η τελευταία μου τρέλα. Μετά επανεξέτασα τις παρέες μου και φρόντισα να μη ξανασυναναστραφώ ούτε με εριστικούς αλκοολικούς ούτε με ναρκομανείς μπούφους, καθώς ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορούνε, άθελά τους, να σε μπλέξουν και να μην πάρεις χαμπάρι...

Ο αδελφός μου ξαναβρήκε το φως του ύστερα από μήνες βασανιστικής ανάρρωσης κι εγώ το χέρι μου μετά από κάμποσες βδομάδες στο γύψο. Βγήκανε και τα αποτελέσματα, είχα περάσει στο πανεπιστήμιο, οπότε άλλαξα ζωή για τα καλά (με βοήθησε ο Βαγγέλης) γιατί το πανεπιστήμιο, που μού υποσχέθηκε επαγγελματική κατάρτιση και προκοπή, κράτησε το λόγο του.

Από την παρέα εκείνης τής βραδιάς, οι περισσότεροι συνέχισαν το ίδιο βιολί. Μονάχα ο Φώτης πρόκοψε κάπως. Ο Γιώργος και ο Παναγιώτης πέθαναν από ναρκωτικά. ο Βασίλης και ο Αποστόλης είναι αλκοολικοί του θανατά, ο Πάνος και Γιώργος χρόνιοι άνεργοι και ο Θανάσης ο ανάρχας, αν ζει, θα ρίχνει ακόμη ακόμη μολότοφ στο Πολυτεχνείο...

Πριν χρόνια με επισκέφτηκε ο Φώτης: "Α, ρε Κώστα, τυχερέ, καλά τα πας..." (Τώρα, πόσο τυχερός είναι ένας πατέρας που το παιδί του γεννήθηκε με την πιο σπάνια και επιθετική μορφή επιληψίας, αυτό είναι άλλο ζήτημα...)

ΥΓ. Η μάνα μου ποτέ δεν μου είπε κουβέντα. Ήξερε ότι απλώς έτυχε και θα φρόντιζα να μη μου ξανασυμβεί. Το διάβαζα στα μάτια της κι εγώ με τα μάτια μου συγκατάνευα...

(Αφιερώνεται στο φίλο και συμφοιτητή Βαγγέλη Τσαμπαλά που με βοήθησε να βρω το δρόμο μου)

Αναδημοσιεύτηκε στο FB στις 9 Αυγούστου 2019 - Κάντε εδώ κλικ για να δείτε πολλά σχόλια.

Ο Θύμιος - Ματωμένη Άνοιξη

Από καιρό είχε αφήσει το σχολείο
τον διώξανε τα ήθη τα σεμνά
κανείς δεν ήξερε που έμενε στ΄ αλήθεια
κι όσοι γνωρίζαμε, το λέγαμε κλεφτά.

Είχε συνήθειο του να δίνει μαργαρίτες
σε όλα μας τα παιδιά τής γειτονιάς
κι ανάμεσά μας έτρεχε με χάρη
στα χέρια του έχοντας ανθούς πορτοκαλιάς

Μες στα χωράφια ολημερίς και στις αλάνες
μπάλες κλωτσούσαμε, φωνάζοντας τρελά
μαζί κι ο Θύμιος μας που τόσο λαχταρούσε
να τραγουδά, να χαίρεται, να παίζει, να γελά.

Κανείς ποτέ δεν πρόσεξε πού χάθηκε ο δόλιος
οι άνοιξες κυλήσανε νωρθά και σιωπηρά
ώσπου μια μέρα φάνηκε, ερείπιο και μόνος.
Φαρμάκια τον ποτίζανε και καταθλιπτικά.

Ήταν, θυμάμαι, μια άνοιξη περήφανη, γενναία
τα χρώματα κι οι μυρωδιές πονούσαν τη ματιά
τόση ζωή, τόση ομορφιά, τόση γιορτή ωραία
κυνηγώντας πλησιάσαμε, στον Αϊ-Γιάννη Ριγανά

κι ομοβροντίες ρίχναμε, στις ράχες, στο νερό
«δώστε να ρίξω, ρε παιδιά, κι εγώ στον ουρανό",

μάτια, μυαλά κι αίμα πηχτό, στα ρούχα μας, στα χείλη

στα χείλη που τον φώναζαν «πούστη», κρυφά παντού
το Θύμιο που μας έραινε μ΄ ανθούς πορτοκαλιού.

Με ενοχές,
Κ.

(Στη μνήμη τού Θύμιου Ραμόπουλου που αυτοκτόνησε μπροστά μας, στον Αϊ-Γιάννη Ριγανά, πριν τριάντα χρόνια)

.