Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Ο ελληνικός λαός σε κώμα


Τέτοια εποχή, πριν τρεις δεκαετίες, διάβαινα αμέριμνος με τη μηχανή, πίσω από το Εθνικό Μουσείο και το Πολυτεχνείο, αλλά ένα αυτοκίνητο, παραβιάζοντας το κόκκινο, με έστειλε να... φιλήσω το... μαρκούτσι που εξείχε από τον προφυλακτήρα ενός παλιού VW.

Κι έγιναν όλα… κάτασπρα και χωρίς πόνο. Πρέπει όμως να έτρεχε πολύ αίμα από το πρόσωπο, γιατί άκουγα πανικόβλητες φωνές και ουρλιαχτά περαστικών και αργότερα ψύχραιμες οδηγίες τραυματιοφορέων. Προφανώς ήμουνα σε κατάσταση σοκ ή και σε προσωρινό κώμα.

Όμως εκείνη τη στιγμή, όντας παράλυτος, αδύναμος, ανήμπορος, παραιτημένος στο κράσπεδο, πίστεψα ότι πέθαινα και χάρηκα γιατί δεν πονούσα καθόλου. Όσο για το θολό άσπρο χρώμα που με περιτριγύριζε, θα ήταν μάλλον το τίποτε που με περίμενε ήρεμα και γαλήνια εκεί έξω.

Αλλά, για καλή τύχη τής μάνας και τού αδελφού μου, συνήλθα. Και τότε άρχισαν οι πόνοι, οι επεμβάσεις, οι πλαστικές κάτω από τα χείλη και τον ουρανίσκο, τα ράμματα, τα πολλά διαστρέμματα κι ο ατελείωτος πόνος που επί βδομάδες δεν με άφηνε να κοιμηθώ τις νύχτες.

Συχωράτε με που παραλληλίζω εκείνον τον τραυματισμό με την βαθιά πληγή που βιώνει η άγρια στραπατσαρισμένη ελληνική κοινωνία, η οποία μου δίνει την εντύπωση ότι εδώ και μήνες βρίσκεται σε κώμα, ανήμπορη, πεσμένη στα κράσπεδα της Ιστορίας, παραλυμένη.

Με τη διαφορά ότι για την κοινωνία μας δεν είναι οι περαστικοί που κραυγάζουν με αγωνία, αλλά τα εντόσθιά της που τα νιώθει σαν ξένα, φορτικά. Κλεισμένα, ανεπαισθήτως, από τον κόσμον έξω...

Μετά τιμής,

Κάπα


Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Οικογενειακός μεγαλοϊδεατισμός


Νομίζω ότι η οικογένειά μου είναι τυπικό δείγμα αυτής τής μαζικής νεοελληνικής παράκρουσης: δηλαδή, τού να ζει κανείς σε ένα φαντασιακό παράδεισο, εν μέσω κόλασης.

Κατά τη δεκαετία τού εξήντα, δεν είχαμε, καλά-καλά, βρακί να βάλουμε στον πισινό μας, κι ενώ η γιαγιά, κατά παραγγελία, έπλεκε μάλλινες κουβέρτες για να ζήσουμε, μάς έλεγε και ιστορίες για τα αυτοκίνητα του παππού, που μετέφεραν τον Βασιλιά στο Μπιζάνι, αλλά και για την (ξεχαρβαλωμένη πλέον) τραπεζαρία όπου, επί χρόνια, τις Κυριακές ερχότανε να φάει μαζί τους ο ποιητής Χατζόπουλος.

Μα κι η μάνα μου δεν πήγαινε πίσω στις παραμυθίες. Είχε λόγους να θυμάται περασμένες δόξες, για το μεγαλογαιοκτήμονα πατέρα της, του οποίου όμως την τεράστια περιουσία κάνανε σκόνη τα πολλά παιδιά του, όταν εκείνος...

Βέβαια, μεγαλώνοντας, δεν άργησα να καταλάβω ότι όλος εκείνος ο εμμονικός οικογενειακός μας μεγαλοϊδεατισμός, που κρατούσε χρόνια και χρόνια, εν τέλει διέλυσε  τον (μέθυσο) πατέρα μου κι εξάρθρωσε ψυχολογικά εμάς τους μικρούς που για καιρό τη βρίσκαμε να ζούμε σε αδράνεια, αρκούμενοι στις αφηγήσεις τής γιαγιάς...

Η μάνα μου συνήλθε κάπως νωρίς, όταν, πριν ακόμη διοριστεί, για να έχουμε ψωμί στο σπίτι, πήγαινε στα χωριά να πουλήσει σεντόνια που κουβαλούσε στην μικροκαμωμένη της πλάτη. Μια φορά, λίγο έξω από την Άρτα, τη ρωτάει ένας νοικοκύρης (και μάλλον από οίκτο αγοραστής): 
- Και πώς σε λένε, κόρη μου. - Έτσι κι έτσι, του λέει. - Μα, εσύ, η κόρη τού Κωσταντή, βγαίνεις και πουλάς σεντόνια στα χωριά! Και σ΄ αφήνει η πατέρας σου; Πού είναι τώρα; - Πέθανε, του λέει. Πέθανε πριν τέσσερα χρόνια...

Η γιαγιά όμως συνέχισε απτόητη. Ήταν η μόνη που είχε (;) γνωρίσει πλούτη και... πλούτιζε κι εμάς με το κουβεντολόι. Με αποτέλεσμα όλοι, για καιρό, να νιώθουμε αδικημένοι, ξεπεσμένοι, αλλά... αλλά.... ανώτεροι από τους... άλλους ξεβράκωτους τής γειτονιάς, δηλαδή γελοίοι.

Μετά τιμής,
Κάπα



Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Προβλέψιμη νεοελληνική βιαιοφιλία


Με αφορμή το πρόσφατο αντιπολεμικό  μανιφέστο του Νίκου Δήμου (Η τελευταία απάντηση για τη βία), έγραψα τις προάλλες:
"Η μη βία προϋποθέτει διάλογο, πολιτισμό αλληλοσεβασμού και αποδοχής τής όποιας ειρηνικής ετερότητας, δηλαδή ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ με πυξίδα τον ορθό λόγο και τον ανθρωπισμό (που ως γνωστόν αποστρέφεται το δογματισμό, το φανατισμό και το λαϊκισμό). Αυτές οι αρετές δεν είναι αυτονόητες στην ελληνική κοινωνία κι ίσως γι΄ αυτό οι Τζιχαντιστές βρήκαν στα ελληνικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης τόσους και τόσους φλύαρους και ανέξοδους απολογητές."
Ζητώ συγγνώμη αν κάποιος θίχτηκε με το πιο πάνω απόσπασμα. Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.
Αλλά δεν μπορώ και να παραβλέψω την παραδοσιακή νεοελληνική πολιτική βιαιολαγνεία, στην οποία προσκρούει τώρα και ο νικοδήμειος φιλειρηνισμός, όπως γενικότερα και ο ουμανιστικός του ορθολογισμός.
Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς;
Να θυμίσω ότι επί σειρά ετών, μεγάλο μέρος τής ελληνικής κοινής γνώμης επικροτούσε τις δολοφονίες που διέπρατταν οι ξηρο-κουφοντινο-δολοφόνοι;
Να θυμίσω, επίσης, ότι το... 97% τών Ελλήνων (από τους φασίστες μαχαιροβγάλτες μέχρι τους μολοτοφόρους αναρχικούς εμπρηστές) υπερασπίστηκε με πάθος τα... δίκαια τής Σερβίας τού Μιλόσεβιτς; (Τότε, ακόμη και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είχε επιχειρήσει συμψηφισμούς για τους οποίους δεν νομίζω ότι σήμερα αισθάνεται ιδιαίτερα περήφανος.)
"Αξέχαστες" όμως δεν έμειναν και οι κραυγές επιδοκιμασίας και αντεκδίκησης τών γηπεδόβιων, άμα τη πτώσει των διδύμων πύργων, που εναρμονίστηκαν πλήρως με τη γενικευμένη καφενόβια νεοελληνική χαιρεκακία καθώς και με τις δοξολογίες τού φανατικού ισλάμ;
Το παράξενο, λοιπόν, δεν είναι που κάποιοι εναντιώνονται (επιθετικά) στην αντιπολεμική διακήρυξη τού Νίκου Δήμου.
Ούτε εκπλήσσει που αρκετοί στο προηγούμενο κείμενό του, δεν ξόδεψαν ούτε μισό δάκρυ για τα θύματα στη Γαλλία, εν αντιθέσει προς τις αναλυτικές/απολογητικές των διαθέσεις για τα... κίνητρα των δολοφόνων.
Πρόκειται για απολύτως προβλέψιμες, τυπικές, μαζικές, νεοελληνικές συμπεριφορές, που θα εξέπλητταν αν ήταν αλλιώτικες!
Μετά τιμής, 
Κάπα

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Όταν ο Διαμαντούρος ζήτησε συγγνώμη

Είχε μια συνάντηση με δυο επισκέπτες καθηγητές στο λόμπυ τού ξενοδοχείου που είναι πάνω από τη Δεξαμενή, στις παρυφές του Λυκαβηττού.

Θα τελείωνε στη μία το μεσημέρι και με παρακάλεσε να πάω κι εγώ εκεί για ορισμένες παρατηρήσεις που είχε σχετικά με την υποβολή της διατριβής μου: "νομίζω πως δεν θα σας ταλαιπωρήσω περισσότερο από μισή ώρα ή τρία τέταρτα" μού είπε για να συμπληρώσει: "αλλωστε στις δύο πρέπει να φύγω κι εγώ".

Και περίμενα και περίμενα και περίμενα, πήγε δύο η ώρα, σηκώθηκα να φύγω και τον πετυχαίνω στη είσοδο που έβγαινε!

Μου ζήτησε χίλια συγγνώμη, του είπα δεν πειράζει κι αύριο μέρα είναι, ούτως ή άλλως στη γειτονιά ήμουν (εκεί ήταν ένα παράρτημα του ΕΚΠΑ όπου έπρεπε να επιστρέψω στις τρεις). 

Επέμεινα αλλά τίποτε. Ήταν ανένδοτος. "Να κάνω πρώτα ένα τηλεφώνημα", μου είπε. Επέστρεψε και με πλάκωσε στις παρατηρήσεις και τη βιβλιογραφία - τέτοια μνήμη ζηλευτή δεν είχαμε ούτε εμείς τα νιαρούδια. Ωστόσο η ουσία ήταν το έργο της Αικατερίνης Κουμαριανού. Θα αρκούσε και μόνο αυτό να μου πει και να με παραπέμψει στη βιβλιογραφία της, οπότε θα ξέμπλεκε σε πέντε λεπτά και θα πήγαινε στη δουλειά του.

Παρά ταύτα επέλεξε το δρόμο τού καθήκοντος, όπως εκείνος τον βίωνε, παρά το γεγονός ότι από μέσα του αγκομαχούσε (κάθε λίγο έπαιρνε και καμιά ανάσα βαθιά) και συχνά "απουσίαζε": το στόμα του μιλούσε αλλά εκείνος έδειχνε να είναι αλλού...

Εκ των υστέρων έμαθα ότι βρέθηκε σε ένα δίλημμα: ή να στήσει τα παιδιά του που ερχόντουσαν από το εξωτερικό ή να μείνει μαζί μου.

Και προτίμησε να φανεί συνεπής προς έναν πάφτωχο και ταπεινό μεταπτυχιακό, παρά να τρέξει στα παιδιά του...

Αυτός ήταν ο Νικηφόρος Διαμαντούρος: Κύριος και ακέραιος όσο δε βάνει ο νους του Νεοέλληνος.

Μετά τιμής,
Κάπα

ΥΓ. Μονάχα ένα γελοίο υποκείμενο θα ταύτιζε τον Διαμαντούρο με τον Μητρόπουλο, δηλαδή ο αχτραρμόβελτσος.

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Τρία σχόλια για τη βία

"Κάθε βία είναι απάνθρωπη. Παραβιάζει την ελευθερία, την βούληση και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Δεν υπάρχει καλή, χρήσιμη ή ωφέλιμη βία. Από την στιγμή που είναι απάνθρωπη, είναι αρνητική. Κάθε άτομο είναι ιερό. Ακόμα και η αναγκαία βία του κράτους είναι απεχθής και οφείλει να παραμένει ελάχιστη και μόνον αμυντική." Νίκος Δήμου: "10 λόγοι για τη Βία και την Επανάσταση" 




1. Βία, πόνος, φύση και άνθρωπος 

Όσοι, εξ απαλών ονύχων, υποστήκαμε ψυχοσωματική βία  (είχα πατέρα μέθυσο και σαδιστή και, επί χούντας, δυο δασκάλες μανιακές) και δεν την έχουμε απωθήσει μήτε την έχουμε εξωραΐσει, παρά την κοιτάμε κατάφατσα, καταδικάζοντάς την με πάθος, ενώ παράλληλα στην οικογένειά μας ενσυνείδητα και αβίαστα συμπεριφερόμαστε πολιτισμένα και με γνήσια αγάπη, όσοι λοιπόν από εμάς υπήρξαμε (το τονίζω) αξιοθρήνητα θύματα, γνωρίζουμε, από πρώτο... χέρι, τι σημαίνει βία...

Όσο για τη "βία" της πείνας και της δυστυχίας, επί παραδείγματι, θυμάμαι, στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, να νιώθω ένα μόνιμο κενό στο στομάχι, αλλά δεν με πείραζε. Το γέμιζα με νερό. Εκείνο βέβαια επέμενε και εντειτόταν όταν έβλεπα κάποια ελάχιστα παιδιά να τρώνε κουλούρια, αλλά, δεν βαριέσαι. Το προσπερνούσα. Όπως και δεν μας ένοιαζε τότε που τουρτουρίζαμε στις γραμμές, κατά την προσευχή, και στις τάξεις, από το κρύο. Χειμώνας ήταν. Ας κρυώνουμε. Βέβαια κάποιοι κρυώναμε περισσότερο, αφού τα παπούτσια μας ήτανε τρύπια. Αλλά πάλι κέρδιζε μέσα μας η παλικαριά ενάντια στη φύση. 

Εκείνο, λοιπόν, με το οποίο δεν μπορούσαμε να συμβιβαστούμε ούτε και να αποδεχθούμε, δεν ήταν ο "φυσικός" πόνος τής πείνας ή του κρύου που περόνιαζε τα κόκαλά μας, αλλά ο εσκεμμένος οξύς πόνος που ερχότανε κατευθείαν από το μίσος οικείων (γονιών και δασκάλων), γι΄ αυτό και μας τσάκιζε σωματικά και ψυχικά. Βλέπετε, τον βιώναμε ως ανυπόφορη αδικία και ατυχία, οπότε ξεχείλιζε μέσα μας η πίκρα και απελπισία...  

Με τα μάτια, λοιπόν, στο τώρα και στο μέλλον της κοινωνία μας, όσοι έχουμε βιώσει στο πετσί μας τη βία, οφείλουμε να διακηρύττουμε ότι η όποια βία, και δη η πολιτική βία, είναι πάντα φασιστική και απάνθρωπη. Κι όσοι την ανέχονται ή την υποκινούν, είναι δυνάμει εγκληματίες και δολοφόνοι, ενώ όσοι την εξισώσουν με την πείνα και την ανεργία, απλώς δεν ξέρουν τι τους γίνεται.

Μετά τιμής, 
Κάπα



2. Περί βίας και "αδικίας"

Η όποια βίαιη ενέργεια (του βιαστή ή τού ληστή ή τού τρομοκράτη ή και τού φασίστα δολοφόνου) ως εσκεμμένη πρόκληση σωματικού πόνου (όπως ο βιασμός, μία απαγωγή ή και ο σοβαρός τραυματισμός πολιτών) που μπορεί να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη ή και να οδηγήσει στο θάνατο (δες τα θύματα που τα σιδέρωναν οι ληστές και μετά τα στραγγάλιζαν ή τα άλλα που τα εξαϋλωναν οι ξηρο-κουκουλο-κουφοντινο-δολοφόνοι, όπως και το μαχαίρωμα στην καρδιά τού Φύσσα κοκ), η όποια, λοιπόν, εγκληματική δράση, στις σύγχρονες συνταγματικές δημοκρατίες, τιμωρείται με το νόμο, είναι δηλαδή ποινικά κολάσιμη.

Όσοι, τώρα, εν καιρώ ειρήνης και δημοκρατίας, εξισώνουν αυτά τα πάσης φύσεως ποινικά αδικήματα/εγκλήματα με την "αδικία" που υπάρχει γενικώς και αορίστως στην κακούργα... κενωνία (ανεργία, φτώχεια και εν γένει κοινωνικές ανισότητες), θέλοντας και μη συνταυτίζονται με τα προσχήματα του βιαστή ("με προκαλούσε, κύριε πρόεδρε"), του απαγωγέα Παλαιοκώστα ("τίποτε προσωπικό, τα λεφτά σου ήθελα"), του αρχιδολοφόνου Κουφοντίνα ("είμαι κοινωνικός επαναστάτης"), του μαχαιροβγάλητη φασίστα Ρουπακιά ("το έφερε ή ώρα η κακιά") και δεν ξέρω κι εγώ ποιανού άλλου.

Ας το χωνέψουμε: κανένα πρόσχημα και καμία δικαιολογία δεν νομιμοποιεί μία εκ προθέσεως ανθρωποκτονία, κάτι που συχνά επιχειρείται από ορισμένους "ιδεολόγους" της "αριστεράς".

Για όποιον όμως Έλληνα ζει σε άλλες ευνομούμενες κοινωνίες, αυτή η ιδεολογική σύγχυση (που εν τέλει δικαιώνει τους πάσης φύσεως Γιαγκούλες) είναι αντιφατική, ιδίως όταν ο κύριος εκφραστής της, δηλαδή το... Ζωάκι της βουλής, επί χρόνια προστατεύει συγκεκριμένο ύποπτο και υπότροπο βιασμών (εναντίον του οποίου υπάρχουν αδιάσειστες μαρτυρίες και τεκμήρια) με το τέχνασμα των αναβολών (επιδιώκοντας την παραγραφή), δηλαδή ουσιαστικά κάνοντας κατάχρηση του τεκμηρίου της αθωότητας... ψιλά γράμματα....

Μετά τιμής,
Κάπα




3. Αντίκρουση

Γράφει ένας συνομιλητής:

«(...) Καταδικάζετε δηλαδή, μεταξύ χιλιάδων άλλων παραδειγμάτων που θα μπορούσα να αναφέρω, και τον Αλέκο Παναγούλη, ο οποίος επιχείρησε να διαπράξει μία εκ προθέσεως δολοφονία. 
Το ότι στόχος του ήταν ο δικτάτορας Παπαδόπουλος είναι για εσάς απολύτως αδιάφορο. 
Όλα ίσιωμα. Όλα το ίδιο. (...)»

Αγαπητέ συνομιλητή

Και στην πρώτη παράγραφο ξεκαθαρίζω ότι αναφέρομαι στις σύγχρονες συνταγματικές δημοκρατίες και στην τελευταία ότι ζω εκτός Ελλάδος σε ευνομούμενη δημοκρατία.

Γιατί λοιπόν εσείς με... μετακινείτε στην εποχή της χούντας;

Αλλά και στην περίπτωση του ηρωικού Παναγούλη (που, μετά την απόπειρά του (να σκοτώσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο), υπέστη τα μύρια όσα βασανιστήρια, να σας θυμίσω ότι βγήκε από τη φυλακή, εν μέσω χούντας, με τη γενική αμνηστία που δόθηκε σε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους. Δεν τρόμαξε τους δικτάτορες.

Η χούντα έπεσε επειδή κατέστρεψε την Κύπρο κι όχι από τον Παναγούλη ή τις βόμβες που ετοίμαζαν ο Ψυχογιός και ο μακαρίτης ο Καράγιωργας.

Διαβάστε το βιβλίο το Ψυχογιού (Η πολιτική βία στην Ελλάδα) ο οποίος τότε έδρασε ως βομβιστής, για να γνωρίσετε τις τωρινές του ώριμες απόψεις του. Αξίζει τον κόπο. (Ο Κωστής Παπαγιώργης λέει ότι όλοι μας είμαστε πρώην: πρώην φασίστες, πρώην βομβιστές, πρώην ρατσιστές ή ακόμη και πρώην δυνάμει φονιάδες, αφού κανείς μας δεν γεννιέται ανθρωπιστής και ορθολογιστής.)

Αν είστε νέος, μπορείτε να διδαχθείτε κάτι από το εν λόγω βιβλίο. Αν πάλι είστε μεγάλης ηλικίας, ποτέ δεν είναι αργά. Οι πάντες μπορούμε να γηράσκουμε και να διδασκόμεθα, αρκεί βέβαια να μην είμαστε μονίμως και εξαντλητικά φανατισμένοι και τσαντισμένοι με ό,τι συμβαίνει γύρω μας.


Η μισαλλοδοξία πότε δεν ωφέλησε. Ενώ ο ορθολογικός ανθρωπισμός μπορεί να οδηγήσει σε συναινετικές λύσεις.

Μετά τιμής,
Κάπα

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Αν δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με έναν εκλεπτυσμένο φίλο, τότε...


Μεγαλώσαμε μαζί, στη φτώχεια. με υποφερτή στέρηση, αλλά δεν μας ένοιαζε. Είχαμε τόση αυτοπεποίθηση που κοιτούσαμε τα λεφτά με περιφρόνηση και τα πλουσιόπαιδα με... οίκτο! Γιατί εμείς είχαμε βαριές παρέες: ποιητάδες και φιλοσόφους, στοχαστές και αγωνιστές που δώσανε το αίμα τους για την πατρίδα, και αξίες γνήσιες και αναλλοίωτες: εντιμότητα και μπέσα.

Έτσι μάς λέγανε οι μανάδες μας, ότι είμαστε φτωχοί αλλά τίμιοι, ξεβράκωτοι αλλά ακέραιοι, χώρια που στις τρώγλες μας ως και οι τοίχοι απαγγέλνανε Καβάφη και Ελύτη, Σεφέρη και Καρυωτάκη, και τους πιο παλιούς, Παλαμά και Μαλακάση, για να μην πω ότι ψέλνανε κι όλας ύμνους κατανυκτικούς, πλακιώτικες και ζακυνθινές καντάδες, Μαρούδα, Γιαννίδη, Δανάη, Αττίκ, Ελίζα Μαρέλλι, αλλά και Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Χατζηδάκι, Θεοδωράκη, ως και Νέο Κύμα με Λάκη Παππά και Αστεριάδη και πιο πέρα, Λοϊζο, Ζαμπέτα, Κουγιουμτζή - ποιους να πρωτοθυμηθώ και ποιους ν΄ αφήσω...  Κι όταν έχεις τέτοιες συντροφιές, αγωνίζεσαι και προκόβεις. Έτσι κι εμείς!

Μετά το πρώτο πτυχίο εκείνος πέρασε στις θετικές επιστήμες κι εγώ σε θεωρητικότερες, οπότε άλλος για... Χίο τράβηξε και άλλος για... Μυτιλήνη. Τον πρώτο καιρό κρατήσαμε κάμποση επικοινωνία, γραπτή, σαν εκείνη που επιδιώκουν αθρώποι που σέβονται και αγαπούν ο ένας τον άλλο και δεν σκέφτονται άλλο τίποτε πάρεξ Δημοκρατία και Ανθρώπινα Δικαιώματα, Δικαιοσύνη και Ορθολογισμό, πορευόμενοι με λογισμό και μ΄ όνειρο.

Και στου δρόμου τα μισά, χαθήκαμε. Δοθήκαμε στις οικογένειες και στις επιστήμες μας κι όταν το 2008 ξανασμίξαμε, δεν ήμασταν πια οι ίδιοι. Μαζί με τα "έξω" (που γίνανε συντρίμμια, τσακίζοντας πρωτοσυγγενείς και φίλους) αλλάξαν και κάμποσα "μέσα" μας, ωθώντας μας στα άκρα, σε πιο "αυστηρές" θέσεις μεν, εντελώς αντίθετες δε.

Εκείνος, όντας βαριά πικραμένος, και παρά τις υποχρεώσεις του στις επιστήμες τής Υγείας, πάλι ξέκλεβε χρόνο για λογοτεχνικά και στοχαστικά έργα, μα οι επιλογές του τώρα μού φαινόντουσαν τόσο ξεπερασμένες, τόσο παλαιομοδίτικες, όπως και οι σκέψεις του, καθώς τον έβλεπα να πλησιάζει τα σύγχρονα φαινόμενα με όρους... προϊστορικούς. Έφτασε μάλιστα να θαυμάζει τον... Βαρουφάκη και να πιστέψει τον Τσίπρα: "Κώστα, αυτά τα παιδιά παλεύουν για την Ελλάδα" μου έλεγε και το ζούσε. Και μετά άρχισε: "έχουμε πόλεμο", "είναι Χούντα"...

Κι όταν ο ακριβός μου Φίλος των παιδικών, εφηβικών και φοιτητικών επάλξεων και ο Αντώνης ο Λιάκος φτάνουν στο σημείο να αναμασάνε κουβέντες τού Λαφαζάνη και τού Βαρουφάκη, τότε κάτι δεν πάει καλά στην επικοινωνία μας.

Κι αν δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με έναν τόσο αγαπημένο και εκλεπτυσμένο φίλο, δεν υπάρχει ελπίδα για τους άλλους.

Μετά τιμής,

Κάπα

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Στην ουρά και η μάνα μου η... πλούσια


Τα περιουσιακά της στοιχεία: "λυόμενο" παραθαλάσσιο εξοχικό (το πλήρωσε ο ένας της γιος), διαμέρισμα (το απέκτησε πριν 40 χρόνια με... ανεξόφλητο δάνειο τής Εργατικής Κατοικίας) και σύνταξη που αρχικά ήτανε υποφερτή αλλά τώρα απέμεινε η μισή τής μισής. Α, είναι και πλούσια σε... φόρους, καθώς εμφανίζεται ως... ιδιοκτήτρια ακινήτων, όπως την χαρακτήρισε ο "έφορας".

Εκ παραλλήλου, η υγεία της τρεκλίζει σαν την… ελληνική οικονομία. Όσο για το εξοχικό (που της το εξόφλησα με αίμα) της το έκαψε ένας ηλικιωμένος μοχθηρός γείτονας πριν οχτώ χρόνια, και ο οποίος, μετά από αναβολές που θα ζήλευε και η... Ζωή, καταδικάστηκε πέρσι σε τρία χρόνια φυλακή με αναστολή και υποχρεώθηκε να το ξαναχτίσει, αλλά είχε προλάβει να μεταβιβάσει τα περιουσιακά του στοιχεία... (Γλίτωσε ευτυχώς η... κουζίνα, που ήταν χωριστά, και τώρα φιλοξενεί τη μάνα μου...)

Το διαμέρισμα είναι μουχλιασμένο εδώ και χρόνια, επειδή η από πάνω είχε μετατρέψει το μπαλκόνι της (που είναι το ταβάνι τού διαμερίσματός μας) σε... κήπο. Μετά από δικαστήρια και αναβολές (που θα ξαναζήλευε η Ζωή) επιτέλους η μάνα μου δικαιώθηκε και εδώ. Αλλά τι να το κάνεις, που οι τοίχοι τού σπιτιού καταντήσανε πια... τυρί ροκφόρ;

Την παρακαλούσα να σηκωθεί και να φύγει, γιατί τα δικαστήρια την αγνοούσαν. Αλλά έχει το πείσμα τού... Βλάχου που απευθυνόμενος στο... σαπούνι τού... ξεκαθάρισε: «Άφριζε όσο θέλεις! Εγώ για τυρί σ΄ αγόρασα και για... τυρί θα σε φάω!» Έτσι και η μάνα μου: μένει εναλλάξ πότε στην... κουζίνα τού καμένου εξοχικού και πότε εν μέσω μούχλας και δυσωδίας στο διαμέρισμα. (Αλλά οι φόροι που πληρώνει είναι για ακέραια σπίτια...)

Χτες με πήρε πάλι και έκλαιγε. Ήταν στην ουρά για 124 ευρώ από τις 5 το πρωί και της δώσανε αριθμό διακόσια. Τα παιδιά της φευγάτα, νιώθει πλέον πολύ μόνη.

Είναι η πρώτη φορά που την πόνεσα τόσο πολύ...

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Οι ίδιοι άνθρωποι - ίδια νοοτροπία...


Στις αρχές τού ΄80 μια μικρή ομάδα ανυποψίαστων (για το τι τους περίμενε) φοιτητών πήραμε την πρωτοβουλία να... σκουπίσουμε και να καθαρίσουμε τις βρομιές σε μια ιστορική αίθουσα τής Νομικής (την "Παπαρηγοπούλου"), γιατί ψηλά τα παράθυρα ήταν σπασμένα και τα περιστέρια μάς κατάχεζαν κανονικά.

Μόλις αρχίσαμε το σκουπο-σφουγγάριμα, μάς την πέφτουν κάμποσα κομματόσκυλα τα οποία, αφού... απαλλοτρίωσαν τα σύνεργά μας, άρχισαν τη νουθεσία: ότι κακώς πήραμε πρωτοβουλία να καθαρίσουμε και να σκουπίσουμε και να ξεσκονίσουμε, ότι αυτά είναι ευθύνη τού... κράτους κλπ κλπ κλπ.

Κι εμείς αρχικά τούς ακούγαμε άναυδοι, κι αν δεν μας είχαν αρπάξει τα συμπράγκαλα με το ζόρι κι αν δεν μας είχανε ταράξει στα σπρωξίματα και στους εκφοβισμούς, θα είχαμε πεισθεί ότι έχουνε δίκιο...

Λίγα χρόνια μετά, ζώντας σε πανεπιστήμια τού εξωτερικού, αλλά κι εδώ στην κοντινή (σχετικά) Κύπρο όπου βρίσκομαι πλέον, βίωσα και βιώνω το σεβασμό τών φοιτητών προς τους πανεπιστημιακούς χώρους: δεν τους αντιμετωπίζουν ως ξένους, αλλότριους, εχθρικούς, αλλά ως δική τους υπόθεση, και τους σέβονται. Αυτές τις αηδίες και τα ξερατά με τις βουλωμένες τουαλέτες και το σκατό ως απάνω, δεν θα τα βρείτε εδώ. Δεν το αντέχει η αισθητική τών εδώ φοιτητών ένα τέτοιο χάλι!!!

Όταν λοιπόν, τις προάλλες, μάθαμε για πολλοστή φορά ότι στο ΑΠΘ ξεχείλισαν πάλι οι κάδοι και βρομάει ο τόπος, ένας ντόπιος συνάδελφος αναρωτήθηκε φωναχτά, μα γιατί δεν κάνουνε κάτι οι φοιτητικές ενώσεις; Δεν πονάνε το χώρο όπου ζούνε και μαθαίνουνε;

- Όχι, ρε φίλε. Δεν είναι ότι δεν τον πονάνε, απλώς μάς έμαθαν ότι αυτά είναι δουλειές άλλων και δεν μας νοιάζει. Να μη σου πω ότι υπάρχουνε και ομάδες περιφρούρησης τών... σκουπιδιών κι έτσι και πας να πιάσεις σκούπα και φαράσι θα σου τα βάλουνε στον κ*λο!

- Άντε, ρε, με δουλεύεις;


Μετά τιμής,
Κάπα


Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Δέκα λεπτά αγωνίας (πέντε χρόνια μετά)

Είχα ένα διάλειμμα ολίγων ημερών, οπότε μπορούσαμε να βγαίνουμε βόλτα η ΜαρίαΦωτεινή, η Λίνσευ (η νέα υπερδαστήρια Σκοτσέζα νταντά μας) κι εγώ: πρώτα στα γατάκια τού κοιμητηρίου - να τα χορτάσουμε, και μετά, ως τις οκτώμιση, να παίξουμε μπάλα στο άδειο πάρκινγκ τού μικρού στίβου της Κυρηνείας, πίσω από το αρχηγείο τής Αστυνομίας και τής Εθνικής Φρουράς, στο Πλατύ. 

Της αρέσει πολύ να με ταλαιπωρεί (κι εμένα περισσότερο): αν δει ότι δυσκολεύεται να βάλει γκολ, γυρνάει και κλοτσάει αλλού, για να με κάνει να τρέξω ψευδοπαραπονούμενος «Παιδί μου, βλέπεις κανέναν εκεί;» κι αν δεν το πω, με κοροϊδεύει: «Παιδί μου, βλέπεις κανέναν εκεί;» κι αμέσως με προστάζει: "Πες το!" και το φωνάζω, σπεύδοντας προς τού διαόλου τη μάνα για να φέρω πίσω την μπάλα, με τη ΜαρίαΦωτεινή ικανοποιημένη να με ακολουθεί όσο πιο γρήγορα μπορεί. Από κοντά και η Λινσευ που νομίζει ότι μιμείται τη ΜαρίαΦωτεινή: «Πεντί μου, λεπεις ανεναν εγκει;», και σκάμε στα γέλια κι οι τρεις μας.

Σε λίγο τα δρώματα τρέχουνε που πάνω ως κάτω μου. Και η... ερυθρόδερμη Λίνσευ δείχνει εξουθενωμένη, παρά το δροσερό αεράκι που θερίζει το ξέφωτο. Όχι όμως και η ΜαρίαΦωτεινή, η οποία, απτόητη, τρέχει και ξανατρέχει, με κίνδυνο να παραζεσταθεί και να μπλέξουμε - και μπλέξαμε...

Τη Δευτέρα το βράδυ πάμε να φύγουμε, εκείνη κοντοστάθηκε, στράβωσε το χείλος, γύρισαν τα μάτια πάνω κι άρχισε να περιστρέφεται αργά, κοιτώντας ψηλά... Δεν προλάβαμε να τη βάλουμε στη θέση τού συνοδηγού και συνήλθε, πήρε στα χέρια της τον Μπουτς (το μικρό σκυλάκι, που όπου κι αν πάμε το έχουμε συνεχώς μαζί μας) κι άρχισε να παίζει. Τέλος καλό, όλα καλά!  

Όμως τη μεθεπομένη, τα ίδια και χειρότερα. Την αποθέσαμε τρέμοντας στη θέση τού συνοδηγού όρθια (την κρατούσε η Λίνσευ), μα στο κάθισμα ο σεισμός επιδεινώθηκε, οπότε την ξαπλώσαμε στη μαξιλάρα κι έτρεξα να φέρω το βαλιτσάκι με τις Πρώτες Βοήθειες, αλλά στεζολίντ πουθενά... Το αναποδογυρίζω, πέφτει κάτι μαύρο στην σκοτεινή άσφαλτο κι όπως σκύβω, από τον ιδρώτα, γλιστράνε στο θεοσκόταδο τα γυαλιά μου (έχω εφτά βαθμούς μυωπία) και προκόψαμε...

Η καημένη η Λίνσευ μάλλον θα αναλογιζότανε πού στο διάολο πήγε κι έμπλεξε, ώσπου, για καλή μας τύχη, ακούμε τη Μαρία-Φωτεινή να αναστενάζει (σα να βγήκε, επιτέλους από παρατεταμένο μακροβούτι). 
Μέχρι να φτάσουμε σπίτι συνήλθε εντελώς, κι άρχισε τα αστεία και τις γκριμάτσες, προσπαθώντας να διασκεδάσει το βάσανό της κι εμάς που δεν λέγαμε να συνέλθουμε… 

Ήξερα ότι προκαλούμε την τύχη μας, Όμως από την τελευταία μεγάλη κρίση έχουνε περάσει πέντε χρόνια και σκέφτηκα ότι άξιζε να ρισκάρουμε λίγη χαρά και παιγνίδι, έστω ως πείραμα, που δυστυχώς απέτυχε. Οπότε, πάλι μέσα στο σπίτι, φυλακισμένη. Χειμώνα - Καλοκαίρι.

Με αισιοδοξία,
Κάπα   

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

Οχτώ χιλιάδες λόγοι


"Θα είχα άθλια γεράματα, αν δεν είχα γίνει ακαδημαϊκός", δήλωσε προ καιρού ο Θανάσης Βαλτινός, ενώ ο Χριστιανόπουλος, καταμεσής της κρίσης είχε πει ότι τα εξακόσια ευρώ που παίρνει σύνταξη, του φτάνουν, αλλά εύχεται να μη μειωθούν. Ο Τατσόπουλος είναι επίσης θαρραλέα φωνή, γιατί από τη στιγμή που (προς τιμήν του) έφυγε από το Σύριζα, ήξερε ότι μάλλον θα έχανε οριστικά τις 8000 ευρώ το μήνα.

Τέτοιους ενδοιασμούς δεν είχαν οι συνταξιούχοι ή και οι εν ενεργεία πανεπιστημιακοί τών 1200 ή και 1600 ευρώ το μήνα. Με το που είδαν φως, τρέξανε! (Γι΄ αυτό παραγέμισε "πανεπιστημιακούς" η βουλή.) Ακόμη κι αν ο Σύριζα ζητάει το 40% τού μισθού των βουλευτών του (τα ζητάει, αλλά ποιος τα δίνει...), ακόμη και αν αντί για 8000 το μήνα, πάρουν 5000 "αποζημίωση", ουδείς είναι τόσο κουτός ώστε για... χάρη της συνείδησής του να αρνηθεί τις 60 έως και 100 χιλιάδες ευρώ το χρόνο!!!

Αυτό είναι ΤΟ μέγα διακύβευμα των περισσοτέρων βουλευτών: τι θα απογίνει ο μισθός τους, ολόκληρος ή μη. Αν ψηφίσουν νέο μνημόνιο, κινδυνεύουν να μη ξαναδούνε επανεκλογή, άρα και ανανέωση των 8 χιλιάδων ευρώ το μήνα. Αν όμως δεν ψηφίσουν το μνημόνιο και το παίξουν τσαμπουκάδες, ο κοσμάκης (εικάζουν) θα τους ανανεώσει τα οχταχίλιαρα για κάμποσο ακόμα... Και πάλι όμως, δεν είναι βέβαιο...

Και φθείρονται και νευριάζουν εντελώς, γιατί μπορεί να μείνουν άνεργοι και με δανεικά θα ψευτοσυντηρούνται, οπότε σέρνονται από τηλεόραση σε ραδιόφωνο, και συνεντεύξεις ολημερίς, κουβαλώντας με ανία της ιδεολογίας τους το μαράζι. Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό! Οχτώ χιλιάδες λόγοι είναι αυτοί...

Μετά τιμής,

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Ολονύχτια "διαπραγμάτευση"


Τότε, στα τέλη της δεκαετίας του ΄80, νόμιζα ότι η ανανεωτική Αριστερά θα έκανε για τον τόπο τη διαφορά, οπότε, με το που προέκυψε ο Συνασπισμός, τον στηρίξαμε όλη η παρέα, και από το πανεπιστήμιο μού ανατέθηκε να συνδράμω στις διαπραγματεύσεις τους «μεν» και τους «δε».

Στη μικρή ημιυπόγειο ταβέρνα, η ατμόσφαιρα ήτανε εξόχως «βαρναλική», με πολλούς καπνούς, αλλά χωρίς βρισιές. Και μ΄ όλο που ουδέποτε αισθάνθηκα κομμουνιστής (αλλά απλώς ένας μετριοπαθής σοσιαλιστής και φιλελεύθερος) δεν σας κρύβω ότι γοητεύτηκα με όλο εκείνο το σκηνικό που (κατά πως λέγανε οι πεπειραμένοι) είχε τον αέρα τής ΕΠΟΝ, την καρδιά των συνάξεων του "βουνού" και άλλες πολλές παρόμοιες κουταμάρες...

Εκείνο το βράδυ νιώθαμε οι πάντες, παλαιοί και νέοι, δογματικοί και φιλελεύθεροι (αν θυμάμαι καλά, πριν το χάραμα, έκαναν ένα πέρασμα ο Ψυχογιός και ο Γουσέτης) ότι γράφαμε ιστορία, ότι χαράσσει για την πατρίδα μια νέα σελίδα, με δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη...

Ώσπου φτάσαμε στη λέξη... «δημοκρατία». Οι «παραδοσιακοί» λέγανε «όχι σκέτη "δημοκρατία"», να γράψουμε «λαϊκή δημοκρατία». Εγώ τους είπα ότι μόλις πέθαναν οι «λαϊκές δημοκρατίες» (κι έφαγα ένα κράξιμο...). Προς μεγάλη μου έκπληξη πήρε το μέρος μου ένας του Φαράκου που συμφώνησε ότι δεν μπορεί να γίνει "σύνθεση" με φράσεις μονοδιάστατες και γνωστά κλισέ...

Οι καράφες άδειαζαν και ξαναγέμιζαν, το ντουμάνι έγινε στερεό, οι φωνές μας βράχνιασαν από το ουρλιαχτο-κουβεντολόι, και οι «διαπραγματεύσεις» ξεροστάλιαζαν. Οπότε άρχισαν οι... σύνθετες ονομασίες: "δημοκρατία του λαού", "δημοκρατία για το λαό", "λαϊκή δημοκρατική συσπείρωση" κοκ. Όλη νύχτα, το ίδιο βιολί. Μία ατελείωτη και εξοντωτική διαπραγμάτευση για μία λέξη πεθαμένη.

Λίγες βδομάδες μετά, έφυγα για κάποιο πανεπιστήμιο της Δύσης, όπου πολύ πολύ σύντομα  ένιωσα πλήρως το μέγεθος της ματαιότητας εκείνης της βραδιάς: ήμασταν ένα μάτσο χαμένα κορμιά που ανεμίζαμε τη γύμνια μας σκορπώντας λέξεις στον αέρα...

Μετά τιμής,

Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Ζηλέψαμε την ανοησία και αγνοήσαμε την ουσία


Πρωτοσυγγενείς, δικοί μου και της Αντιγόνης, ζουν και διαπρέπουν στη Γαλλία, στις θετικές επιστήμες. (Στην Κύπρο και στην Ελλάδα δεν θα είχαν καμία ελπίδα.) Για παράδειγμα ο μικρός μου ανιψιός (ένα καλότατο παιδάκι) αφού μεγάλωσε και πήγε σχολείο στην Αθήνα, πρόσφατα τελείωσε το πολυτεχνείο στο Παρίσι. Πριν δώσει τα τελευταία του μαθήματα, τού έκλεισε 5ετές συμβόλαιο γνωστή γαλλική βιομηχανία, παρά το γεγονός ότι, όπως τους είπε, είχε και το στρατιωτικό να διεκπεραιώσει (τώρα είναι φαντάρος).

Θέλω να πω, δεν βλάπτει που οι Γάλλοι πουλάνε κουλτούρα και κάμποσα φούμαρα (αφού για όλα αυτά υπάρχει αγορά - τα "ψώνια" ως συνήθως απευθύνονται στα "ψώνια"). Όμως, πίσω από τα "ψώνια" τους κρύβονται βιομηχανίες και βιομηχανίες και ένα ΑΕΠ που εμείς δεν θα το δούμε ούτε στον ύπνο μας. Να μη μιλήσουμε για τις απέραντες ομορφιές της Γαλλίας, τα μουσεία της και γενικότερα τις παραδόσεις της στις Τέχνες, τα Γράμματα και τις Επιστήμες.

Οι δικοί μας, που επέστρεψαν, πέρασαν και δεν κόλλησαν. Απλώς ερχόμενοι στην Ελλάδα ή στην Κύπρο, φρόντισαν να διοριστούν κάπου, κι εκεί μέσα να χώσουνε συγγενείς, γνωστούς, φίλους και ομοϊδεάτες...

Για να καταλάβει κανείς τη διαφορά, αρκεί να συγκρίνει το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και τη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης που έχουνε οι Γάλλοι, με τους ομότιτλους αντίστοιχους θεσμούς που αντιγράψαμε εμείς...

Αλλά και στο θεωρητικό επίπεδο, τι είπε ο Καστοριάδης και ο Πουλατζάς που σήμερα μάς είναι απαραίτητο; Είπαν το αυτονόητο: ότι η σοβιετική γραφειοκρατία κρύβει στο DNA της την καταστολή και τον αυταρχισμό. Αλλά την εποχή εκείνη ήταν τόσο περιχαρακωμένη η δήθεν διανόηση, ώστε για να αντιληφθεί το αυτονότητο έπρεπε αυτό να ειπωθεί σε 100 χιλιάδες σελίδες...

Να μην τα πολυλογώ: από τους Γάλλους ζηλέψαμε τη φλυαρία και αγνοήσαμε τη γαλλική δημιουργικότητα.

Μετά τιμής,
Κάπα


Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

H Ευρώπη, η... ελπίδα και το γούπατο

Για πιο φτηνά, μετακομίσαμε ακόμη πιο έξω, σ΄ ένα κατηφορικό χαλικόδρομο που περισσότερο έμοιαζε με χείμαρρο, αφού το χειμώνα όλα τα νερά της δημοσιάς πέφτανε εκεί μέσα, σμιλεύοντας μικρές χαράδρες και ρυάκια που ξαφνικά σταματούσαν μπροστά σ΄ ένα υπερυψωμένο λιοστάσι για να καταλήξουν αριστερά στο μεγάλο γούπατο, όπου την άνοιξη κωπηλατούσαμε πάνω σε πλαστικές σκαφίδες και το καλοκαίρι παίζαμε πόλεμο και κρυφτό.

Όλα αυτά που σ΄ εμάς τα παιδιά φάνταζαν μαγικά και περιπετειώδη, για τον πολύτεκνο δάσκαλο, που κάποτε είχε αποσπαστεί για καιρό Γερμανία, και τώρα είχε χτίσει απέναντι, ήτανε κακό χωριό εγκαταλειμμένο με δημότες ανίδεους, άχρηστους δημοσίους υπαλλήλους και πονηρούς δημάρχους που άλλα μάς "εδείξανε και άλλα μας εμπήξανε".

Κι εμείς γελούσαμε, επειδή ο... εκρηκτικός δάσκαλος ανάβλυζε σπάνιο αβλωνίτειο χιούμορ. Είχε όμως και γενναιόδωρη καρδιά: στη μνήμη τού αδικοχαμένου μικρού του κοριτσιού, που πέθανε στα χέρια του, ασφαλτόστρωσε με δικά του έξοδα το δρόμο και τού έδωσε το όνομά της: "οδός Ελπίδας"...

Τις προάλλες που ταξίδεψα για να ανανεώσω την ταυτότητά μου, επισκέφτηκα και την παλιά γειτονιά. Η οδός Ελπίδας (και επισήμως τώρα) είναι όπως την άφησα πριν 35 χρόνια ή μάλλον όπως την πρωτόφτιαξε η "μνήμη" τής κόρης τού δασκάλου.

Μονάχα ο δάσκαλος λείπει (πέθανε πριν λίγα χρόνια) και τα παιδιά του, που διέπρεψαν και είναι άλλα στην Αθήνα και άλλα στη Γερμανία "μεγάλοι και τρανοί", μου είπε ο Θόδωρας που τον βρήκα κατά πενήντα κιλά βαρύτερο και με το ένα μάτι κατακόκκινο και πρησμένο, έτοιμο να πεταχτεί (υπερθυρεοειδισμός).

Εκεί που θυμόμασταν τα παλιά, σκύβει (είναι, βλέπετε, και πανύψηλος) και μου λέει συνωμοτικά:

-"Κώστα, είχε δίκιο ο δάσκαλος, κι εμείς μικροί και μεγάλοι τον κοροϊδεύαμε..."
- Σε τι είχε δίκιο, ρε Θόδωρε;
- ...που έλεγε "στο γούπατο μείναμε και γούπατο καταντήσαμε...", αλλά μην το πεις σε κανέναν, γιατί χάθηκα...
- ...και σε ποιον να το πω, ρε Θόδωρε;

Στο Θόδωρο - με αγάπη,
Κάπα

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Η μάνα μου η... κλέφτρα

- Έλα, μάνα, πώς είσαι; 
- Καλά, μωρέ, έτσι κάνει ο κόσμος; Τόσον καιρό κι ούτε ένα τηλεφώνημα;  
- Εγώ ούτε ένα τηλεφώνημα, που δουλεύω σαράντα οχτώ ώρες το εικοσιτετράωρο; Εσύ, πού είσαι τόσον καιρό; 
- Καλά, καλά… Για πες μου, τι κάνει η ΜαρίαΦωτεινή; Η Αντιγόνη πώς είναι; Ανάρρωσε; Νιώθει καλύτερα; 
- Καλύτερα ξεκαλύτερα, προχωράμε. Δεν έχουμε δικαίωμα να αρρωστήσουμε... 
- Να τις προσέχεις και τις δυο! Ακούς; Και στείλε, μωρέ, μια φωτογραφία τής ΜαρίαςΦωτεινής! Τι σου ζητάω;
Σου έδωσα ηλεκτρονική κορνίζα με δυο χιλιάδες φωτογραφίες! 
– Εγώ θέλω και μία μεγάλη, κλασική 
Καλά, θα σου στείλω... 
– Πάρε κι ένα τηλέφωνο τη Βίκη να της ευχηθείς για το γάμο της! Δεν έχω άλλον να μ΄ αγαπάει και να μου παραστέκεται. 
Θα παντρευτεί σε ένα μήνα κι εγώ θα την πάρω τηλέφωνο από τώρα; Άσε να παντρευτεί με το καλό! Κι εν πάση περιπτώσει, αν περίμενα από εσένα να μου θυμίζεις σε ποιον να τηλεφωνάω και πότε…
- Καλά, παιδάκι μου, καλά... Ξέρεις εσύ. 
- Τι έγινε με την Αλεξάντρα; Τα βρήκατε ή ακόμα; 
- Μου τηλεφωνάει και της το κλείνω! Ακούς εκεί να με πει κλέφτρα;... Α, έβαλε την Πάτρα να μου τηλεφωνήσει...  
- Την ποιά; Την Πάτρα; Πώς κι έτσι; 
- Φαίνεται νιώθει ενοχές και ντροπή γι΄ αυτό που μου έκανε. 
- Και την Πάτρα βρήκε; Πόσα χρόνια είχατε να μιλήσετε με την Πάτρα;
- Από το 1990, από τότε που έβαλε το Χρήστο να σας καταστρέψει  
Από πού κι ως πού πήγε να μας καταστρέψει το παιδάκι; 
- Τότε που σας πήγε στο δικαστήριο ζητώντας μισθούς…  
- Δεν μας έκανε καμία απολύτως ζημιά! Τον έβαλε η μάνα του να μας κάνει αγωγή ζητώντας τρεις μισθούς, επειδή ο άλλος τού είχε υποσχεθεί να τον προσλάβει για τρεις μήνες κι επειδή δεν τον προσέλαβε, ζήτησε τα... δεδουλευμένα και τελικά γέλαγαν όλοι στο δικαστήριο… Μη λες λοιπόν ότι ήθελε να μας καταστρέψει..
– Έτσι όμως έλεγε αυτός, ότι ήθελε να σας καταστρέψει! 
Κι επειδή το έλεγε; Κι ο Τσίπρας λέει ότι θα κάνει την Ευρώπη... κομμουνιστική! Πρέπει να τον πάρουμε στα σοβαρά! Κι η Ζωή διαγράφει το χρέος με... σποτάκια! Άλλο νούμερο και αυτή!
– Εγώ πάντως τον παραδέχομαι τον Τίπρα! Θα τον ψηφίσω! 
Ωραία, από την Χρυσή Αυγή περάσαμε στον Τσίπρα! Από τους εγκληματίες ναζιστές πέρασες στους ψεύτες λαϊκιστές! Μεγάλη πρόοδος!
– Τι να κάνω; Μόνο ο Τσίπρας και ο Καμμένος μπορούν να καταργήσουν το μνημόνιο. Η Χρυσή Αυγή δεν μπορεί πια... 
- ... η καημένη... 
- Κορόιδευε εσύ, κορόιδευε... 
Ρε μάνα, πώς θα καταργήσει το μνημόνιο ο Τρίπρας; Τι θα κάνει; Σε στράβωσε κι εσένα το τσιμπρολόι; Δεν κοιτάς εκεί που σε λίγο δε θα έχουνε λεφτά για μισθούς και συντάξεις; 
- Να σου πω την αλήθεια, κι εγώ αγωνιούσα. Δεν ήξερα αν θα πάρω τη σύνταξη τού Μαρτίου... 
Βλέπεις; Τι μου λες λοιπόν ότι θα καταργήσει το μνημόνιο; Αν το… καταργήσει, δεν θα ξαναδείς λεφτά ούτε στον άλλον κόσμο! 
– Χτύπα ξύλο παιδάκι μου! 
Καλά καλά… θα ξαναδείς λεφτά... αλλά θα είναι δραχμές…  
-  Χα χα χα… 
- Και τι σου είπε η Πάτρα;  
- Χτυπάει το τηλέφωνο και μου λέει "Φωτεινή εσύ είσαι;" Δεν την γνώρισα. Ποια είσαι, τη ρωτάω; "Δεν με κατάλαβες;" Όχι δεν σε κατάλαβα; Ποια είσαι; "Η αδερφή σου η Πάτρα είμαι!" Καλά είμαι, Πάτρα μου, της είπα. Πώς και μου τηλεφωνάς μετά από τόσα χρόνια; Πού βρήκες το κινητό μου; "Η Αλεξάντρα μου το έδωσε;" Ααααα! Η Αλεξάντρα σ΄ έβαλε να μου τηλεφωνήσεις; Αααα... πες το λοιπόν! Να της πεις ότι δεν θέλω να ξαναδώ καμία σας! Ακούς! Το κτήνος ο άντρας μου ήταν άγιος μπροστά σας! Όλα τα έκανε, αλλά πουτάνα και κλέφτρα δεν με είπε ποτέ του! Εσείς με είπατε και πουτάνα και κλέφτρα; Και της το έκλεισα! 
Για σταμάτα, ποιος σε είπε πουτάνα και ποιος κλέφτρα και πότε; 
- Πουτάνα με είπε ο Βασίλης, όταν έμενα στο Βύρωνα! 
- Χα χα χα! Δηλαδή σε είπε πουτάνα ένας άνθρωπος με βαριά σχιζοφρένεια κι εσύ το πήρες στα σοβαρά! Ο άνθρωπος ήταν τρελός για δέσιμο... 
- Τρελός ξετρελός, με είπε πουτάνα και οι άλλες δεν αντέδρασαν! 
Τι ήθελες, δηλαδή, να τα βάλουμε με έναν τρελό και να τις πλακώσει στα χαστούκια; 
- Δεν με νοιάζει! Αδερφές μου ήταν, όφειλαν να με υπερασπιστούν κι όχι να αφήνουν τον ανώμαλο να με λέει πουτάνα μπροστά σε τόσο κόσμο!  
- Δεν θυμάσαι καλά! 
– Θυμάμαι πολύ καλά! 
Θυμάσαι τι έγινε μετά; 
- Πότε μετά; 
- Μετά που σε είπε πουτάνα; 
- Δεν θυμάμαι κι ούτε με νοιάζει!  
- … μετά λοιπόν γύρισε σε όλον τον κόσμο κι άρχισε να φωνάζει «γαμιέστε όλοι σας πούστηδες και πουτάνες» και τον έπιασε παραλήρημα αισχρολογίας και ήλθε η αστυνομία. Αν λοιπόν δεν γουστάρεις τις αδελφές σου - και δεν σε αδικώ γι΄ αυτό… 
- ... κλέφτρα όμως με είπε η Αλεξάντρα και η Αλεξάντρα τά ΄χει τετρακόσια  
Πώς και σε είπε κλέφτρα;  
- Πέρυσι το χειμώνα πήγαινα τα απογεύματα σπίτι τους. Μου τηλεφωνούσαν και πήγαινα. Ήθελαν κι αυτοί παρέα, ήθελα κι εγώ λίγη ζέστη (έχουνε ωραίο τζάκι) και πήγαινα. Περνάγαμε καλά. Βέβαια εγώ όπως ξέρεις δεν τρώω κρέατα και κοτόπουλα. Τρώω μονάχα ψάρι και χόρτα. Αυτοί κάθε βράδυ ψήνανε κρεατικά και λουκάνικα. Βρόμαγε το σαλόνι και τα μαλλιά μου, άσε που ώρες-ώρες μου ερχότανε αναγούλα, οπότε αναγκαστικά αραίωσα τις επισκέψεις. Κάποια στιγμή μου τηλεφωνάνε και πάω. Τους βλέπω πολύ  στεναχωρεμένους και σκέφτηκα μην έπαθαν τίποτα ο Μιχάλης και ο Κώστας. "Μια χαρά είναι τα παιδιά ", που είπανε. Τότε; «Να, μάς λείπουν χίλια εννιακόσια ευρώ, όλη η σύνταξη.» Και πού τα είχατε ρε παιδιά τα λεφτά, τους ρωτάω. «Πίσω σου, στο συρτάρι», μου λένε. Ψάξτε, μωρέ, τους λέω, κι εγώ πολλές φορές ξεχνάω πού τα βάζω και τα βρίσκω την άλλη μέρα ή και την παράλλη. Ελάτε να ψάξουμε μαζί, και ανοίγω το συρτάρι. Δεν βρήκαμε τίποτε. Ούτε στις ντουλάπες ούτε πουθενά! Και τους λέω: χέρι δεν πάρει τόπος δεν ρημάζει. Ποιος άλλος μπαίνει εδώ μέσα; "Η Αλβανίδα και εσύ", μου λένε. Ε, τότε τα πήρε η Αλβανίδα, τους λέω (ο Θεός να με συχωρέσει, κόλασα τη γυναίκα). 
- Και τότε σε είπανε κλέφτρα;
 - Στάσου ντε.. Εκείνον τον καιρό φιλοξενούσα για κανένα μήνα τη Διαμάντω. Είχε έρθει για δουλειές. Είχανε οικονομικές δυσκολίες. Τους είχε κάνει αγωγή η Πάτρα για εκατόν εβδομήντα χιλιάδες ευρώ και ήτανε σε απελπιστική κατάσταση! Ήθελε να πουλήσει το κτήμα... 
- Γιατί της έκανε αγωγή η Πάτρα; Αλλά και σε ποιον δέχει κάνει αγωγή αυτή η γυναίκα...
- Μπερδεμένες καταστάσεις... Θυμάσαι που είχανε χτίσει μαζί εκείνο το ακίνητο και η Πάτρα είχε από κάτω την ταβέρνα και σκοτωνόντουσαν… 
- Παλιά ιστορία... 
– Τι παλιά; Γι΄ αυτούς ήτανε πάντα καινούργια! Έκανε αγωγή στη Διαμάντω και είχανε πολύ καλό δικηγόρο. Η Διαμάντω δεν είχε λεφτά για καλό δικηγόρο και ήλθε να πουλήσει το κτήμα για να βρει λεφτά, γιατί αν έχανε την αγωγή, θα της παίρνανε το σπίτι και προτίμησε να χάσει το κτήμα και να πληρώσει το δικηγόρο, παρά να χάσει την αγωγή και να μείνουνε στο δρόμο… 
- Πα πα πα πα…και πού κολλάει η Διαμάντω με την Αλεξάνδρα; 
- Η Διαμάντω ήθελε να την πηγαίνω από εδώ και από εκεί. Εντάξει. Τη βοήθησα στις δουλειές της. Αλλά μου ζητούσε να κάνουμε και μεγάλη ζωή τώρα στα γεράματα, να πηγαίνουμε στις ταβέρνες, να ξενυχτάμε κλπ. Και της λέω, εγώ Διαμάντω μου μια σύνταξη έχω κι αυτήν πετσοκομμένη, δεν περισσεύουν πλέον λεφτά για εξόδους. Μείνε εδώ όσο θέλεις, θα σου φτιάχνω ό,τι φαϊ αγαπάς, να πηγαίνουμε και καμιά βολτίτσα με το αυτοκίνητο για κανα καφέ εδώ γύρω, αλλά τα παλιά ξέχασέ τα, άλλαξαν οι καιροί… "Φτου σου σκύλα!", μου λέει. Παίρνει τα πράγματά της και πάει στην Αλεξάντρα κι εκεί θα με έπιασε στο στόμα της, για το ευχαριστώ, θα είπε αυτή τα παράπονά της και ξεφούρνησε κι η Αλεξάντρα τα δικά της... 
Τι είπε δηλαδή; 
- Ότι δεν έκλεψε η Αλβανίδα τα 1900 ευρώ αλλά εγώ!!! 
Ελα, ρε μάνα τώρα, μη κλαις... 
- ... μα να με πει κλέφτρα; 
- Την άκουσες με τ΄ αφτιά σου; 
- Όχι εγώ. Αλλά η Έλενα τηλεφώνησε στη Ζοζετ και της είπε ότι έκλεψα 1900 ευρώ από την Αλεξάντρα; 
- Η Έλενα; Παια Έλενα; 
- Η Έλενα της Διαμάντως. 
- Τι σχέση έχει η Έλενα με τη Ζοτέτ; Από πού κι ως πού... Κάνουνε παρέα;
- Όχι.
- Ε, τότε, πώς βρεθήκανε; Πότε; 
- Μετά που αυτοκτόνησε η Διαμάντω, στην κηδεία της! 
Και πού βρήκε το τηλέφωνο τής Ζοτέτ; 
- Σου είπα, στην κηδεία της μάνας της. 
Δηλαδή η Ζοζέτ πήγε στην κηδεία και πήρε το τηλέφωνό της η Έλενα και μετά της τηλεφώνησε για να της πει ότι έκλεψες τα λεφτά της Αλεξάντρας!!!  
- Είδες; 
- Και η Ζοζέτ τι έκανε;
 - Της είπε, "αν είναι να λες τέτοιες κουβέντες για την πεθερά μου, να μη μου ξανατηλεφωνήσεις!" 
- Μπράβο στη Ζοζέτ! Αλλά η Έλενα...-  κι ύστερα μου λες γιατί δε θέλω να έχω σχέσεις με το σόι σου!!! 
– Η Μαίρη ήταν καλός άνθρωπος - Θεός σχωρέστην! 
- Ναι, είχε καλή ψυχή... Οι υπόλοιπες όμως...  
- Τα λεφτά τις χάλασαν...
- Χαλασμένες... γεννήθηκαν! Θυμάσαι όταν σε χιλιοπαρακαλούσα να διεκδικήσεις το μερίδιο της περιουσίας που σου αναλογεί, μου απαντούσες ότι εγώ δεν βάζω τα λεφτά πάνω από τις αδελφές μου. Εγώ σου έλεγα ότι εκείνες βάζουν τα λεφτά πάνω από εσένα και από εμάς! Και το αποτέλεσμα ποιο ήταν; Σου πετάξανε λίγα ψίχουλα, αλλά γι΄ αυτό έφταιγε κι η μάνα σου που χάιδευε συνεχώς την Πάτρα και τη Λιλή κι εσένα σε είχε πεταμένη 
– Μόνο εμένα; 
- Είχε για πέταμα και τη Διαμάντω, ασχέτως αν της έδωσε τριπλάσιο μερίδιο από εσένα... 
– ... γιατί εκείνη έβριζε και φώναζε, ενώ εγώ δεν μπορούσα να βρίζω και να απειλώ τη μάνα μου...
Πόσο μετά το επεισόδιο αυτό αυτοκτόνησε η Διαμάντω; 
- Ποιο επεισόδιο, καλέ; 
- Που σε είπανε κλέφτρα...  
- Λίγους μήνες μετά… Δεν άντεχε να την πάει στο δικαστήριο η Πάτρα. Πανικοβλήθηκε. Πήδηξε από την μπαλκονόπορτα κι έπεσε με το κεφάλι ακριβώς έξω από την είσοδό της! Θα σκέφτηκε πως αν πεθάνει αυτή, θα γλιτώσουνε τουλάχιστον οι άλλοι το σπίτι... 
- Α, ρε Διαμάντω... Κρίμα...
- Κρίμα μοναχά...
Και μετά από όλα αυτά η Πάτρα είχε τα μούτρα να σου τηλεφωνήσει! Φαίνεται πως η Αλεξάντρα θα φοβήθηκε μη σε βρει κανένα κακό και.... 
– Η Αλεξάνδρα τώρα λέει ότι δεν με είπε κλέφτρα, ότι εκείνο που είπε στη Διαμάντω είναι πως από τη στιγμή που έβαλα εγώ το χέρι μου στο χερούλι δε μπορούσαν να φωνάξουν την Ασφάλεια, γιατί το χερούλι καλύφτηεκ με τα δικά μου αποτυπώματα… 
- Σα να μη μου τα λες καλά, ρε μάνα! Άρα, δεν σε είπε κλέφτρα η Αλεξάντρα! 
- Όχι, είπε ότι από τη στιγμή που έπιασα το χερούλι… 
- Τότε, ποιος σε είπε κλέφτρα; 
– Ίσως η Διαμάντω να τα είπε έτσι και να έβγαλε συμπέρασμα η Έλενα ότι εγώ επίτηδες έπιασα το χερούλι...
- ... πολλά αστυνομικά βλέπει το σόι σου! Σε ποιον τα είπε αυτά; 
- Στη Ζοζέτ, ότι εγώ έπιασα το χερούλι, κι αφού έπιασα το χερούλι, κάλυψα με τα αποτυπώματά μου τα αποτυπώματα του κλέφτη!!! 
Άρα ούτε η Έλενα σε είπε κλέφτρα! Μήπως σε είπε, η Ζοζέτ; 
- Α πα πα πα! 
Συνεπώς κανείς δεν σε είπε κλέφτρα! 
– Είδες τι παθαίνω με σένα! Γι΄ αυτό δεν σου τηλεφωνώ, για να μη με τρελαίνεις! 
Εγώ σε τρελαίνω! Χα χα χα! 
– Χα χα χα! Ναι, εσύ! Με πιάνεις στα δικολαβίστικα και μπερδεύομαι! Άντε, καρδούλα μου, φιλιά στην ΜαρίαΦωτεινή και στην Αντιγόνη, να μου στείλεις και μια μεγάλη φωτογραφία και μη ξεχάσεις να τηλεφωνήσεις στη Βίκη! Δεν έχω άλλη από τη Βίκη;  Ακούς; Άντε, καμάρι μου, Καλή Ανάσταση! 
- Καλή Ανάσταση, μάνα...

Για την αντιγραφή,
Κάπα

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Η, προ καιρού, συμπαράσταση στο Νίκο Ρωμανό

Πήραμε την κατηφοριά. Εκείνος όντας τελειόφοιτος Λυκείου και ηγέτης, χαιρετούσε δεξιά κι αριστερά ένα σωρό άγνωστά μου παιδιά. Εγώ όντας μικρότερος κατά 1 χρόνο, αλλά και μικροσκοπικός, τον ακολουθούσα περήφανος, που είχα για αδελφό ένα τέτοιο παιδί, αγαπητό σε όλους του συμμαθητές, δεξιούς κι αριστερούς.

Να όμως που κάποιο ρουφιάνοι συμμαθητές είχανε κάνει τη δουλειά τους: λίγο πιο κάτω, μας περικύκλωσαν ένα σωρό μουσάτοι, αγριεμένοι: εσύ ήσουνα, ρε, που στη σχολική γιορτή κρατούσες το σύνθημα "ο αγώνας δικαιώθηκε"; - "Ναι εγώ", τους αποκρίθηκε άφοβα.

Αμέσως ορμήσανε μανιασμένα, τον ακινητοποίησαν κι ένας θεόρατος τριαντάρης του έχωσε τρεις κεφαλιές στα μούτρα, γιατί και στην πρώτη και στη δεύτερη εκείνος γελούσε, κι ας έτρεχαν τα αίματα από τα χείλη και τα δόντια του. Στην τρίτη όμως, λύγισε, γιατί σχίστηκε η μύτη του στα δύο...

Τον άφησαν. Σωριάστηκε κάτω. Εγώ έκλαιγα γιατί του μιλούσα και δεν αποκρινότανε. Τα μάτια του είχανε γυρίσει προς τα πάνω. Φώναζα "βοήθεια", αίματα παντού και κανείς δεν ερχότανε...

Από εκείνη τη μέρα, έγινε θηρίο ανήμερο (κι εγώ δίπλα του, κι ας διαφωνούσα - Ένιωθα ένοχος που έμεινα άπραγος, όταν οι άλλοι τον σακάτευαν...) Από εκείνη τη μέρα ζούσε μόνο για την εκδίκηση... Και ιδεολογικά τράβηξε στην άκρη. Κι εγώ δίπλα του, κι ας διαφωνούσα.

Μετά που πήγα στο πανεπιστήμιο, θεράπευσα την οργή μου με γνώση, ορθολογισμό, ανθρωπιά, αλληλεγγύη και ανεκτικότητα και ένιωσα αηδία για την όποια βία κι έτσι νιώθω ακόμη.

Εκείνος όχι. Γιατί η κεφαλιά που του άφησε μόνιμη βλάβη στη μύτη και στο πρόσωπο, τον ώθησε στη βία, στη μισαλλοδοξία και στην εκδικητικότητα…

Αν και οι τότε βασανιστές του αδελφού μου ήταν ομοϊδεάτες του Ρωμανού, εγώ συμπαραστέκομαι στο Ρωμανό, αφού μοιάζουμε λίγο, επειδή κι εγώ κράτησα στα χέρια μου αιμόφυρτο και μισοπεθαμένο τον αδελφό μου κι εκείνος αιμόφυρτο και νεκρό το φίλο του.

Δώστε λίγο χρόνο και αγάπη στο Νίκο Ρωμανό. Η παιδεία ξέρει να κάνει τα δικά της θαύματα!

Κάπα

Ελπίζω ο Ρωμανός να μη μπαίνει στο facebook | Άρθρα | Protagon -σχόλιο 31

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Έγκλημα στο σχολείο: Μαρτυρία από κυπριακό σχολείο - Σχολικός εκφοβισμός

14/3/2009
Ο Νίκος μου είχε πάντα ένα καλό λόγο για όλα τα παιδιά τού σχολείου, ακόμη και για εκείνα που ήξερε ότι, πίσω από την πλάτη του, τον κοροϊδεύανε για τη λεπτή φωνή και το κοριτσίστικο περπάτημά του. Αν και ταλαντούχο μυαλό (αριστούχος τών αριστούχων), παρέμενε σεμνός και ταπεινός, ενώ όταν μας έβλεπε θλιμμένες, έκανε τα αδύνατα δυνατά να μας διασκεδάσει με ένα έξυπνο αστείο ή μιλώντας μας για άσχετα, μα πολύ ενδιαφέροντα  πράγματα, όπως λόγου χάρη η δαρβινική θεωρία, η ηλικία του σύμπαντος και τα στάδια της εξέλιξης του ανθρωπίνου είδους.
Όλες μας τον αγαπούσαμε, μα εγώ πιο πολύ, επειδή όταν πέρσι, στην Πρώτη Λυκείου, έσπασα το πόδι μου, ο Νίκος έγινε ο φύλακας άγγελός μου: απαίτησε να μου αλλάξουν τμήμα, γιατί το δικό μας ήταν μετακινούμενο και δεν μπορούσα κάθε λίγο και λιγάκι να ανεβαίνω με το τροχοκάθισμα στις πάνω αίθουσες κι όταν οι καθηγητές μας αδράνησαν, εκείνος καθησύχασε τη μάμμα και επί βδομάδες έσπρωχνε το αμαξίδιο στις απότομες ράμπες του αφιλόξενου σχολείου μας. Μα δεν ήταν μόνο αυτό: και μετά άλλους δυο μήνες, που χρειάστηκαν μέχρι να πατήσω καλά το πόδι, ούτε στιγμή δεν διανοήθηκε να απομακρυνθεί από κοντά μου (με υποβάσταζε), την ώρα που ακόμη και οι καλύτερές μου φίλες (δεν τις αδικώ) με είχαν βαρεθεί κι είχαν βολευτεί με άλλες παρέες, πιο… ευκίνητες.
Στο πρόσωπό του είχα βρει τον αδελφό που δεν είχα, επόμενο ήταν λοιπόν να νιώσω απαίσια όταν δυο παιδικές μου φίλες και συμμαθήτριες, στην αρχή της νέας χρονιάς, με πλησίασαν: «…ξέρεις, είναι ανήθικος κι όλοι στο χωρκό λένε ότι μερικά αγόρια έχουν το Νίκο για κορίτσι τους…». Δεν ενοχλήθηκα τόσο για τα κουτσομπολιά τους, αλλά από τον τρόπο που τα λέγανε, από τη κακία τη μοχθηρία και την ικανοποίηση που έσταζαν τα λόγια τους! Αηδίασα, αλλά συγκρατήθηκα. Τους έδειξα απλώς τη δυσαρέσκειά μου. Αυτές επέμειναν και μου έδωσαν να καταλάβω ότι έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα σε κείνες και στον Νίκο – άλλο που δεν ήθελα κι εγώ να τις ξεφορτωθώ! 
Δυστυχώς και η μάμμα μου άρχισε να μην εγκρίνει την παρέα του Νίκου, ιδίως μετά την τελευταία επίσκεψη της Θείας Αλεξάνδρας (που είναι γειτόνισσα και υποτίθεται φίλη της μητέρας του Νίκου). Κάποια στιγμή η μανούλα έγινε πολύ φορτική κι όταν έφτασε στο σημείο να μου δώσει τελεσίγραφο, εγώ, μην μπορώντας να της φέρω αντίρρηση (γιατί την αγαπώ πάρα πολύ), άρχισα να κλαίω γοερά κι έπαθα κρίση άσθματος     –μου συμβαίνει όταν θλίβομαι πολύ ή πανικοβάλλομαι. Μόλις συνήλθα, κι ενόσω ακόμη είχα το οξυγόνο στο μύτη μου, άκουσα τη μάμμα να μου ζητάει συγγνώμη.
Αλλά και οι παλιές μου φίλες, αργότερα, στο σχολείο, χωρίς να τους πω τίποτε, όταν είδαν ότι εγώ το Νίκο μου δεν υπάρχει περίπτωση να τον απαρνηθώ ποτέ, κι έμαθαν πως εξακολουθεί να έρχεται σπίτι μου και να τον καλοδέχεται η μάμμα, άρχισαν πάλι να με πλησιάζουν και να χαίρονται την παρέα μας και το ευφυές χιούμορ του, αδιαφορώντας εντελώς για τα εις βάρος του αισχρόλογα που εν τω μεταξύ οργίαζαν με… πρωτοβουλία κυρίως δύο συμμαθητών και χωρκανών μας. 
Λίγο πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων, βγαίνοντας από την τάξη, ακούσαμε φωνές, κακό, βρισιές, απειλές και κλάματα. Τρέχω και βλέπω το Νίκο πεταμένο στα σκαλιά να τον ποδοπατούν εφτά-οχτώ εξαγριωμένοι συμμαθητές μας και να τον χτυπούν με πέτρες, ξύλα και καρέκλες. Ουρλιάζανε ότι ντροπιάζει το χωρκό και το σχολείο μας και πως αν δεν αλλάξει μυαλά θα τον σκοτώσουν!
Έκανα να τρέξω, όμως με σταμάτησε η Νατάσα κι εγώ από φόβο βολεύτηκα στη δειλή απάθειά μου. Όταν όμως φάνηκε ότι τα κτήνη δεν είχαν σκοπό να σταματήσουν (παρ΄ ό,τι το αίμα που έβγαινε από την ανοιγμένη μύτη, τα σκισμένα χείλη και τα σπασμένα δόντια είχε κοκκινίσει τα σκαλιά) άρχισα να στριγκλίζω με όλη μου τη δύναμη, όπως έκανε η σκυλίτσα μας, τότε που κατά λάθος την πάτησε με το αυτοκίνητο μέσα στην αυλή μας ο φτωχούλης ο παπάκης…
Μετά από ώρα (είχε βραδιάσει πια) ξύπνησα το νοσοκομείο (πάλι με το σωληνάκι στη μύτη). Χωρίς δεύτερη κουβέντα, ρώτησα την καημένη τη μανούλα αν ζει ο Νίκος, κι εκείνη με σπασμένη φωνή με καθησύχασε, ότι (τάχα) δεν είναι πολύ χτυπημένος («κάτι ράμματα μονάχα»), ότι ζήτησε από τους καθηγητές να μη τιμωρηθούν τα παιδιά που τον δείρανε και πως ρωτούσε για μένα αν είμαι καλά κι αν τον θέλω ακόμη για φίλο μου…
Την άκουγα προσεκτικά και καθώς χανόμουν στα μεγάλα στοργικά θολά της μάτια, άκουγα μέσα μου ένα μικρό κορίτσι που ικέτευε: «Συγγνώμη, Νίκο μου, που σε άφησα μόνο σου, συγγνώμη, συγγνώμη...»
* * *
Σημείωση του Κ. Καλλίμαχου:               
Το περιστατικό μου το αφηγήθηκε (2009) η τότε μαθήτρια Άντρεα Ιωαννίδου και νυν απόφοιτος της Νομικής Σχολής. Αφού το μεταμφίεσα για λόγους ευνόητους, πήρα την άδειά της να το παρουσιάσω εδώ. Την ευχαριστώ πολύ.
Πρώτη δημοσίευση στο βιβλίο μου ΔΟΚΙΜΙΑΚΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ - 1ος Τόμος 

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Η Ευρώπη και το μέλλον μας (Γράμμα από μία φίλη)

... Μόλις γύρισα από το Βερολίνο. Μας βλέπουν και μας λυπούνται... όσοι δεν θέλουν να μας δείρουν...

Απίθανοι είναι πάντως. Είναι τόσο αντι-καταναλωτές και λιτοί που αν κοιτάξεις (μόνο) πως είναι ντυμένοι θα νομίζεις ότι είναι αυτοί που δανείζονται από εμάς και όχι εμείς από αυτούς!

...Ήμουν σε γεύμα με πρώην ΥΠΕΞ της Γαλλίας, νυν Ευρωβουλευτές και Γερμανούς πολιτικούς και ακαδημαϊκούς και πρόσφεραν μόνο νερό (!) ούτε καν αναψυκτικό. Έτσι είναι οι Γερμανοί. Προτίμησαν να φέρουν 50 άτομα από την Ευρώπη αλλά να κόψουν τα πολλά πολλά στα γεύματα. Ενώ εμείς θα κάναμε τραπέζια πολυτελή στους 2-3 'δικούς μας'.... Άλλος κόσμος...

Πολύ φοβάμαι, Κώστα, ότι τα αστεία τελείωσαν και σύντομα η πατρίδα θα γονατίσει μπροστά στη φάρα των μεταλλαγμένων Φωτοπουλων της ΔΕΗ και των αριστερομπρουρδοφιλελευθερων ό,τι να 'ναι "Γιανηδων"..

Ευχές στο κοριτσάκι.

ΥΓ. Δες και του κείμενο του Κούρτοβικ που ακολουθεί:



Η Μπλανς Ντιμπουά στο Eurogroup

Δημοσθένης Κούρτοβικ - ΤΟ ΒΗΜΑ - 14/3/2015

Τη δεκαετία του 1990, τότε που άρχισε να κορυφώνεται το πανηγύρι τής επί πιστώσει ευδαιμονίας μας, η Μαλβίνα Κάραλη συνόψιζε εύστοχα την ψυχολογία του Ελληνα της Μεταπολίτευσης: «Δεν θέλω αλήθεια, μαγεία θέλω». Είναι μια φράση της Μπλανς Ντιμπουά από το «Λεωφορείον ο Πόθος». Η Μαλβίνα βέβαια, όπως και η Μπλανς, αναφερόταν στον εαυτό της και χωρίς ειρωνεία. Εξέφραζε, όπως και η ηρωίδα του Τενεσί Ουίλιαμς, μια προσωπική βιοθεωρία. Αλλά και αυτό είναι ενδεικτικό, με δεδομένο μάλιστα τον παραδειγματικό χαρακτήρα που έδινε στις ατάκες της Μαλβίνας η μεγάλη δημοτικότητά της.

Η απόφαση του όψιμου Νεοέλληνα να γυρίσει την πλάτη στην αλήθεια και να ζήσει με τα παραισθησιογόνα της μαγείας μεταφραζόταν στο εξής ζήτημα για τα κόμματα που ήθελαν την ψήφο του για να τον κυβερνήσουν: πώς να βρεθεί ένα αφήγημα που να συνεπαίρνει τα πλήθη, αλλά χωρίς να τους ζητάει προσπάθειες για την εφαρμογή του, χωρίς δηλαδή να είναι διαπερατό από την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα ήταν το πλέγμα σχέσεων κράτους και κοινωνίας που λειτουργούσε σαν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της οικονομίας της χώρας.

Η εξίσωση ήταν ομολογουμένως δύσκολη. Αλλά τα κόμματα κατάφερναν να τη λύνουν για κάθε καινούργια μεταβλητή που έφερναν οι αλλαγές συγκυρίας, εν μέρει χάρη στην επινοητικότητα των ηγεσιών τους, κυρίως όμως χάρη σε ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον, που μπορούσε να χρηματοδοτεί τη φυγή από την πραγματικότητα. Ζήσαμε, έτσι, μια αλληλουχία από κύματα μαγείας: τις επαναστατικές ονειρώξεις της δεκαετίας του '80, το εθνικιστικό παραλήρημα της δεκαετίας του '90, τη μέθη του lifestyle, στην οποία ήρθε να προστεθεί ένα καινούργιο εθνικιστικό παραλήρημα, τώρα με εθνοφυλετικά στοιχεία, πυροδοτημένο από το Euro του 2004 και τα ολυμπιακά μετάλλια της μαγικής ντόπας. Στο μεταξύ τα θεμέλια της χώρας έτριζαν, ο φτενός και στάσιμος παραγωγικός ιστός της ξέφτιζε, εμείς όμως ήμασταν βέβαιοι για το αντίθετο, αφού βλέπαμε την καμπύλη του ΑΕΠ να ανηφορίζει και τα Πόρσε Καγιέν να γίνονται εφικτό όνειρο για τους αγρότες της Θεσσαλίας.

Παρότι δεν χρειαζόταν να είναι κανείς οικονομολόγος για να προβλέψει την κατάρρευση και πολύ περισσότερο για να καταλάβει εκ των υστέρων τις αιτίες της, οι περισσότεροι Ελληνες εξακολουθούν, έπειτα από πέντε χρόνια χρεοκοπίας, να θεωρούν ότι αυτό που πάθαμε ήταν κάτι αφύσικο και εξωγενές, ένας διαβολικός ιός που μας φύτεψαν σκοτεινοί κύκλοι. Γιατί η νοοτροπία τού «δεν θέλω αλήθεια, θέλω μαγεία» είναι βασικό συστατικό της μεταπολιτευτικής κουλτούρας μας και κλονίζεται δυσκολότερα από ό,τι το επίπεδο κατανάλωσης.

Οπότε έπρεπε να βρεθεί ένα καινούργιο αφήγημα για να την υπηρετήσει. Δηλαδή, για να πλασαριστεί ξανά η αδράνεια ως έφοδος στα άστρα, για να αποφευχθούν μεταρρυθμίσεις που θα έστηναν τη χώρα σε γερά πόδια. Τα κόμματα που διαχειρίστηκαν την κρίση τα πρώτα πέντε χρόνια δεν μπορούσαν, για ευνόητους λόγους, να προμηθεύσουν αυτό το αφήγημα. Το έφτιαξαν στο πι και φι τα νεότευκτα «αντισυστημικά» κόμματα και ήταν ένα αμάλγαμα από όλα τα υλικά του παρελθόντος: θεωρίες διεθνούς συνωμοσίας, αριστερίστικος βολονταρισμός, μικρομέγαλες φαντασιώσεις με την Ελλάδα να πρωτοστατεί, τώρα σε ένα κίνημα για την παγκόσμια ή τουλάχιστον την πανευρωπαϊκή αντικαπιταλιστική ανατροπή.

Το αφήγημα περπάτησε καλά για δυο-τρία χρόνια. Ωσπου σκόνταψε κάτω από το βάρος της επιτυχίας του, δηλαδή της πλατιάς αποδοχής που το έφερε στην εξουσία. Οταν η καπιταλιστική Ευρώπη αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει την ανατροπή της, το κυβερνητικό δίδυμο ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ανακάλυψε μια άλλη αρχή της Μπλανς Ντιμπουά: «Βασίζομαι στην καλοσύνη των ξένων». Εδώ μάλιστα με όρους.


[Για την αντιγραφή - Με εκτίμηση, Κάπα]



Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Η καταστροφή της Ελλάδας και η ευθύνη των "καθεστωτικών" διανοουμένων - Υστερόγραφο για τον Πέτρο Μάρκαρη

Στις αρχές του ΄80 αναζητούσαμε, παράλληλα με τα "εισαγόμενα" πρότυπα της εποχής (όπως οι Ντώκινς, Ράσελ, Πόπερ, Τόμας Κουν, Χάμπερμας, Αλτουσέρ, Φουκώ, Ρολάν Μπάρτ, Ουμπέρτο Έκο) και τα εγχώρια. Τα βρήκαμε στο βαθύ απλανές βλέμμα τού στοχαστικού Κωνσταντίνου Τσουκαλά, στην ηπιότητα του ήρεμου Νίκου Μουζέλη, στην εμβρίθεια του σοβαρού Δημήτρη Τσάτσου, στην αυστηρότητα τού οξύθυμου Δημήτρη Μαρωνίτη, στον επαγγελματισμό τού "δυτικού" Γιώργου Δερτιλή, στη σεμνότητα του άξιου Θάνου Βερέμη κοκ.

Παρακολουθούσαμε το έργο τους με πάθος. Θέλαμε να τους μοιάσουμε. Έξι εφτά γλώσσες ήξερε ο συχνά στρυφνός αλλά τόσο καταδεκτικός Τσουκαλάς, με πρωτότυπα έργα στα γαλλικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά και τα ελληνικά, φυσικά. Διαπρεπής ήτανε και ο "απλοϊκός" Μουζέλης στο LSEC ενώ ο Δ. Τσάτσος είχε αναγνωριστεί πανευρωπαϊκά για το γερμανόγλωσσο έργο του στο Συνταγματικό Δίκαιο, όσο για τον Δ. Μαρωτίτη, ελάχιστοι μπορούν να αμφισβητήσουν της αξιότητα στην Κλασσική Φιλολογία όπως και στην Ιστορία του γαλλοτραφούς Δερτιλή.

Πώς λοιπόν να μην μάς θαμπώσει ο ήλιος τους, πίσω από το οποίο λάνθανε ο καστοριαδικός σκεπτικισμός και ο στοχασμός του αυτοκτονικού Πουλατζά με το διαχρονικό "Ο Σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει";

Οπότε κάναμε πως δεν βλέπαμε όταν οι τρεις πρώτοι εντάχθηκαν στο τότε φαινομενικά αειθαλές ΠΑΣΟΚ. Τους συγχωρέσαμε λέγοντας "Τσουκαλάς είναι αυτός, γνωρίζει τα πάντα για τη σύσταση τού Ελληνικού Κράτους, άρα μπορεί να κάνει τη διαφορά. Μουζέλης είναι ο άλλος, έχει εντρυφήσει στα του περιφερειακού καπιταλισμού, Δημ Τσάτσος είναι εκείνος, θα φέρει την απλή αναλογική" κλπ κλπ.

Στο τέλος, αυτό που συνέβη ήταν να πάψουν να μιλάνε. Ξέρανε και βλέπανε ότι η χώρα πάει κατά διαόλου. Όμως είχαν βολευτεί στα αξιώματα και το έριξαν στην αυτολογοκρισία ή στη φαιδρολογία. Θυμάμαι ολόκληρος Δημήτρης Τσάτσος καταδεχόταν να παραπονιέται πως ο (υποδεέστερος) Κατηφόρης τον συκοφαντούσε στον πρωθυπουργό (τότε ήταν ο Σημίτης) ώστε να τον αποκλείσει από...  

Κι όταν ένας εξωθεσμικός διανοούμενος της εποχής δημοσίευσε μια αλληγορία ( Πλους ‘90 | Άρθρα | Protagon) πριν 25 χρόνια, όπου κατέγραφε με μαθηματική ακρίβεια την επερχόμενη πολυδιάσταστη πτώχευσή μας, όλοι τους τον λοιδορούσαν ως κινδυνολόγο ή απλώς τον προσπερνούσαν αδιάφορα. 

Με εκτίμηση,
Κάπα

ΥΓ. Ο γνωστός συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης αναρωτήθηκε σε πρόσφατο άρθρο του γιατί η Βουλή των Ελλήνων γέμισε πανεπιστημιακούς. Αν είχε σκεφτεί να συγκρίνει τα έσοδα των βουλευτών με τους μισθούς και τις συντάξεις πείνας των πανεπιστημιακών, θα είχε γλιτώσει την... ανάλυσή του.

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

"Βίαιη" χειραφέτηση

Ένα δυο πολυαγαπημένα μου πρόσωπα (όχι επειδή ήτανε ανήμπορα, αλλά διότι τούς τα έδινα εγώ όλα έτοιμα) ζούσαν ξέγνοιαστα από το πορτοφόλι μου, και μάλιστα για πάρα πολύν καιρό, σε σημείο που να θεωρούν τις εν λόγω επιχορηγήσεις, υποχρέωσή μου!

Δεν πειράζει, έλεγα από μέσα μου. Αρκετά βασανιστήκαμε και πεινάσαμε σαν παιδιά. Τώρα είμαστε καλά. Στο κάτω κάτω, αίμα μου είναι, δικοί μου άνθρωποι μου, αν δεν τους συμπαρασταθώ εγώ, ποιος θα τους βοηθήσει; Ο γείτονας;

Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια... Ώσπου γεννήθηκε η κόρη μου (πριν 12 χρόνια και 10 μήνες) η οποία πέντε μηνών διαγνώστηκε με βαριά επιληψία, οπότε έπρεπε επειγόντως να φύγουμε για το εξωτερικό.

Αυτό όμως το "να φύγουμε" προϋπέθετε χρήματα τα οποία κανονικά έπρεπε να έχω στην άκρη, αλλά δεν είχα, γιατί επί δέκα χρόνια τα σκορπούσα ασυλλόγιστα σε... χορηγίες. (Κι αν δεν ήταν το σόι της γυναίκας μου, που πάντα έκανε αιματηρές οικονομίες, το παιδί μας θα πέθαινε...)

Διακομίσαμε, λοιπόν, το παιδί στο Λονδίνο, όμως η επιληψία του επιδεινώθηκε, η αγωνία μας εξαγριώθηκε και στις Πρώτες Βοήθειες μας λέγανε περιμένετε... Και περιμέναμε ώρες, ώσπου οι κρίσεις περνούσαν... μόνες τους, κλέβοντας όμως κάθε φορά και κάτι από τη ζωή του παιδιού μας.

Από το Νοέμβρη του 2002 μέχρι το Ιανουάριο τού 2003 τη βγάζαμε μέρα-νύχτα στα νοσοκομεία, πότε στους θαλάμους και πότε στις εντατικές. Το χρήμα έφευγε, αλλά τώρα είχα να πληρώνω, αφού ό,τι μού περίσσευε δεν το δώριζα. (Ειρήσθω εν παρόδω, τα έξοδα που τότε θεωρούσα πολλά, είναι αστεία μπροστά σ΄ εκείνα που προέκυψαν αργότερα και συνεχίζονται ακόμη.)

Κάπου εκεί, παραμονές Χριστουγέννων τού 2003, μου τηλεφωνάει γιατί τον είχα... "ξεχάσει". - "Δεν σου ξαναδίνω δεκάρα τσακιστή. Είσαι υγιής, να πας δουλέψεις να ζήσεις. Αν θέλεις φαϊ, έλα να φας. Αν θέλεις δουλειά, σου βρήκα τρεις". Μου απάντησε ότι προτιμάει να πεινάσει, παρά να κάνει μια δουλειά που δεν του αρέσει. Ε, τότε, να πεινάσεις, του είπα και χαθήκαμε για καιρό.

Κι όμως, αντί να πεινάσει, άνοιξε τα φτερά του και πρόκοψε. Με κόπο, βέβαια. Με πολύ κόπο. Αλλά πρόκοψε.

Με εκτίμηση,
Κάπα

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Καμία πατρίδα για τους ευεργετηθέντες! (αυτοκριτικό)

Το 1984, στα μεταπτυχιακά σεμινάρια του αείμνηστου κοινωνιολόγου Γιώργου Καββαδία (που γινόντουσαν στο παράρτημα του ΕΚΠΑ, στο Λυκαβηττό) μού δόθηκε (από σύμπτωση) η ευκαιρία να γνωρίσω φυσιογνωμίες όπως ο Δεσποτόπουλος, ο Τσάτσος, ο Μιχαηλίδης-Νουάρος, αλλά και κάμποσους άσημους τότε μεταπτυχιακούς - σχεδόν όλοι τους ήτανε αστοί ή και γόνοι αστών, άνθρωποι στους οποίους, για τους δικούς του λόγους, είχε μεγάλη αδυναμία ο Καββαδίας.

Εκεί φιλιώσαμε και με τον κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερό μου, Α. Χ., νυν καθηγητή φιλοσοφίας (δεν θα πω πού).

Δυο-τρία χρόνια μετά, ο Γ. Καββαδίας πήρε σύνταξη, το σεμινάριο διαλύθηκε, αλλά με τον Α. Χ. κρατήσαμε καλή επαφή και φιλία, η οποία τού φάνηκε πολύτιμη αργότερα, δυο χρόνια μετά, όταν επέστρεψε από το στρατό και έψαχνε να βρει επιτροπή για να υποβάλει το διδακτορικό του, το οποίο όμως ουδείς ήθελε να φορτωθεί (το θέμα του είχε μπαγιατέψει).

Ως κάλφας της "Ομήρου", ταπεινός γείτονας τότε με τον κραταιό αλλά εξαιρετικά σεμνό Θάνο Βερέμη, γνώριζα πολύ καλά τι έπρεπε να γίνει ώστε να βρει στέγη το διδακτορικό του... "άστεγου" Α. Χ., αλλά δυστυχώς ατύχησε, αφού η αρχική επιτροπή περιελάμβανε τρεις πολέμιους του μαρξισμού (γι΄ αυτό και απέρριψαν το διδακτορικό του).

Ένιωσα μεγάλη ευθύνη για την προσωρινή καταστροφή που υπέστην ο Α. Χ. και έψαξα να βρω νέες άκρες: μπήκε ο Σημίτης στη μέση, μίλησε στο Μουζέλη, εκείνος στον Τσουκαλά και στήθηκε νέα επιτροπή, αυτή τη φορά με δικούς μας ανθρώπους (όπως ο Καρ., ο Λυρ, και ο Τ.) η οποία αποδέχτηκε τα περί "ιδεολογίας" των Μαρξ, Λούκατς, Λένιν και Γκράμσι που τότε «τεκμηρίωνε» ο Α. Χ.

Κι όταν ο δικός σου πήρε αυτό που ήθελε, αμέσως εξαφανίστηκε! Δεν με κάλεσε ούτε στο γάμο του που έγινε λίγο αργότερα, γιατί όπως μού τον δικαιολόγησε ο Βασίλης ο Φούσκας, ήθελε ο γάμος του να γίνει σε… κλειστό κύκλο. (Εγώ προφανώς, μετά την εξυπηρέτηση, ανήκα στον... ανοιχτό κύκλο.) 

Αλλά δεν πειράζει. Ας είναι καλά... Στο κάτω κάτω, μήπως κι εγώ δεν έχω ξεχάσει τούς ευεργέτες μου: τον Τζων και τη Σίλια Τάρβεϋ, το Νίκο Σωτηρόπουλο και την Μάρλεν Ρόμπρερσον; 

Αυτό δεν είμαστε οι πιο πολλοί ευεργετηθέντες, πλάσματα με ρηχή μνήμη; 

Μαζί τους λοιπόν κι εγώ: καμιά… πατρίδα για τους ευεργετηθέντες!

Με εκτίμηση,
Κάπα