Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Δέκα λεπτά αγωνίας (πέντε χρόνια μετά)

Είχα ένα διάλειμμα ολίγων ημερών, οπότε μπορούσαμε να βγαίνουμε βόλτα η ΜαρίαΦωτεινή, η Λίνσευ (η νέα υπερδαστήρια Σκοτσέζα νταντά μας) κι εγώ: πρώτα στα γατάκια τού κοιμητηρίου - να τα χορτάσουμε, και μετά, ως τις οκτώμιση, να παίξουμε μπάλα στο άδειο πάρκινγκ τού μικρού στίβου της Κυρηνείας, πίσω από το αρχηγείο τής Αστυνομίας και τής Εθνικής Φρουράς, στο Πλατύ. 

Της αρέσει πολύ να με ταλαιπωρεί (κι εμένα περισσότερο): αν δει ότι δυσκολεύεται να βάλει γκολ, γυρνάει και κλοτσάει αλλού, για να με κάνει να τρέξω ψευδοπαραπονούμενος «Παιδί μου, βλέπεις κανέναν εκεί;» κι αν δεν το πω, με κοροϊδεύει: «Παιδί μου, βλέπεις κανέναν εκεί;» κι αμέσως με προστάζει: "Πες το!" και το φωνάζω, σπεύδοντας προς τού διαόλου τη μάνα για να φέρω πίσω την μπάλα, με τη ΜαρίαΦωτεινή ικανοποιημένη να με ακολουθεί όσο πιο γρήγορα μπορεί. Από κοντά και η Λινσευ που νομίζει ότι μιμείται τη ΜαρίαΦωτεινή: «Πεντί μου, λεπεις ανεναν εγκει;», και σκάμε στα γέλια κι οι τρεις μας.

Σε λίγο τα δρώματα τρέχουνε που πάνω ως κάτω μου. Και η... ερυθρόδερμη Λίνσευ δείχνει εξουθενωμένη, παρά το δροσερό αεράκι που θερίζει το ξέφωτο. Όχι όμως και η ΜαρίαΦωτεινή, η οποία, απτόητη, τρέχει και ξανατρέχει, με κίνδυνο να παραζεσταθεί και να μπλέξουμε - και μπλέξαμε...

Τη Δευτέρα το βράδυ πάμε να φύγουμε, εκείνη κοντοστάθηκε, στράβωσε το χείλος, γύρισαν τα μάτια πάνω κι άρχισε να περιστρέφεται αργά, κοιτώντας ψηλά... Δεν προλάβαμε να τη βάλουμε στη θέση τού συνοδηγού και συνήλθε, πήρε στα χέρια της τον Μπουτς (το μικρό σκυλάκι, που όπου κι αν πάμε το έχουμε συνεχώς μαζί μας) κι άρχισε να παίζει. Τέλος καλό, όλα καλά!  

Όμως τη μεθεπομένη, τα ίδια και χειρότερα. Την αποθέσαμε τρέμοντας στη θέση τού συνοδηγού όρθια (την κρατούσε η Λίνσευ), μα στο κάθισμα ο σεισμός επιδεινώθηκε, οπότε την ξαπλώσαμε στη μαξιλάρα κι έτρεξα να φέρω το τσαντάκι με τις Πρώτες Βοήθειες, αλλά στεζολίντ (βάλιμουμ υπόθετο) πουθενά... Αναποδογυρίζω το τσαντάκι, κάτι μαύρο πέφτει στην σκοτεινή άσφαλτο κι όπως σκύβω να δω τι είναι, από τον ιδρώτα, γλιστράνε στο θεοσκόταδο τα γυαλιά μου (έχω εφτά βαθμούς μυωπία) και προκόψαμε... 

Τώρα ούτε στεζολίντ είχα για να νικήσω τους επιληπτικούς σπασμούς, ούτε και έβλεπα για να βοηθήσω το παιδί, αφού έχω εφτά βαθμούς μυωπία!

Η καημένη η Λίνσευ μάλλον θα αναλογιζότανε πού στο διάολο πήγε κι έμπλεξε, ώσπου, για καλή μας τύχη, ακούμε τη Μαρία-Φωτεινή να αναστενάζει (σα να βγήκε, επιτέλους από παρατεταμένο μακροβούτι). 
Μέχρι να φτάσουμε σπίτι συνήλθε εντελώς, κι άρχισε τα αστεία και τις γκριμάτσες, προσπαθώντας να διασκεδάσει το βάσανό της κι εμάς που δεν λέγαμε να συνέλθουμε… 

Ήξερα ότι προκαλούμε την τύχη μας, Όμως από την τελευταία μεγάλη κρίση έχουνε περάσει πέντε χρόνια και σκέφτηκα ότι άξιζε να ρισκάρουμε λίγη χαρά και παιγνίδι, έστω ως πείραμα, που δυστυχώς απέτυχε. Οπότε, πάλι μέσα στο σπίτι, φυλακισμένη. Χειμώνα - Καλοκαίρι.

Με αισιοδοξία,
Κάπα