Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Στην ανάκριση με σπασμένο χέρι (ετών 19)

Ήμουνα αυτό που λένε μυαλωμένο παιδί: ο μόνος που απέφευγε καβγάδες και έβρισκε λύσεις με την κουβέντα.

Μια νύχτα όμως, παραφερθήκαμε σε ένα μπαρ. Οι άλλοι ήτανε τύφλα στο μεθύσι και στα λοιπά... Εγώ, όντας νηφάλιος (αφού το ποτό με ενοχλεί στο στομάχι) άκουσα τον μπάρμαν που ζήτησε από τους μπράβους να κλειδώσουν την πόρτα για να μας περιποιηθούν...

Ορμάω λοιπόν στον λεγάμενο να τον εμποδίσω να μην κλείσει την πόρτα (του πήρα τα κλειδιά και άρχισα να... τρώω της χρονιάς μου). Όταν η παρέα είδε επιτέλους τη φάση, του την πέσανε άγρια, με σώσανε και βγήκαμε έξω όλοι σώοι, σπάζοντας στο διάβα μας τις τζαμαρίες και κραδαίνοντας γυαλιά.

Δίπλα από την έξοδο του μπαρ ήτανε ένα νεόκτιστο με κάμποσα πλακάκια που εμείς τα κάναμε... αεροπλανάκια και βομβαρδίζαμε το μαγαζί και τους μπράβους που δεν τολμούσανε να ξεμυτίσουν και κάλεσαν στην αστυνομία...

Με το που βλέπουμε το μπατσικό, σκορπίσαμε για να γλιτώσουμε το αυτόφωρο. Εγώ, ο αδελφός μου κι άλλο ένα παιδί που ήτανε χασισωμένο, μπήκαμε σ΄ ένα σοκάκι σκοτεινό που κατέληξε σε ένα γκρεμό ρεματιάς. Εκεί πέσαμε, πρώτα ο αδελφός μου, μετά εγώ και στη συνέχεια το φιλαράκι το χασισωμένο που προσγειώθηκε στο χέρι μου και το έκανε κομμάτια...

Στα μάτια του αδελφού μου είχαν μπει φύλλα και κλαδιά, αλλά εμείς βλέπαμε μόνο δάκρυα και αίμα και νομίζαμε ότι τυφλώθηκε.

Ήταν Αύγουστος και το φεγγάρι βοήθησε να βρούμε μια ανηφορούλα προς τον κεντρικό δρόμο, αλλά μας βγήκε το περιπολικό που πήγε τον αδελφό μου στο νοσοκομείο κι εμένα στο κρατητήριο (μαζί με το χασισωμένο που ούτε μιλούσε ούτε λαλούσε, κάτι που ο αξιωματικός υπηρεσίας εξέλαβε ως... μεταμέλεια και συστολή και τα έβαλε μαζί μου.

Με ανέκρινε όλη τη νύχτα και πάρε ξανά και ξανά κατάθεση, πες κι εκείνο, πες και το άλλο (τον καργιόλη, σαδιστής που ήτανε). Του έλεγα ότι δεν αντέχω άλλο και του έδειχνα το δεξί χέρι που κρεμότανε στρεβλό και τουμπανισμένο (τέσσερα κατάγματα έδειξε η ακτινογραφία το πρωί). Αλλά το γαϊδούρι αρνιόταν να με στείλουν στο νοσοκομείο...

Κατά το ξημέρωμα, άκουσα απ΄ έξω γυναικείες φωνές. Ήταν η μάνα μου, που μπήκε στο γραφείο τού αξιωματικού υπηρεσίας με το ζόρι, κι όταν είδε το χέρι μου... πάρτηνε κάτω... και σώθηκα κι εγώ...

Αυτή ήταν η τελευταία μου τρέλα. Μετά (τα 19) επανεξέτασα τις παρέες μου και φρόντισα να μη ξανασυναναστραφώ ούτε με εριστικούς αλκοολικούς ούτε με χασισωμένους μπούφους, αφού ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορούνε να σε μπλέξουν και να μην πάρεις χαμπάρι...

Ο αδελφός μου ξαναβρήκε το φώς του μετά από μήνες βασανιστικής ανάρρωσης κι εγώ το χέρι μου μετά από κάμποσες βδομάδες στο γύψο. Βγήκανε και τα αποτελέσματα, είχα περάσει στο πανεπιστήμιο, οπότε άλλαξα ζωή για τα καλά (με βοήθησε ο Βαγγέλης, αν κι ένα χρόνο μικρότερός μου). Γιατί το πανεπιστήμιο, που μού υποσχέθηκε καλή ζωή και επαγγελματική κατάρτιση, κράτησε το λόγο του. Απόδειξη: ακόμη και τώρα στους δύσκολους καιρούς, εξακολουθεί να μου δίνει ένα γενναίο μεροκάματο.

Από την παρέα εκείνης τής βραδιάς, οι περισσότεροι συνέχισαν το ίδιο βιολί. Ο Φώτης πρόκοψε. Ο Γιώργος και ο Παναγιώτης πέθαναν από ναρκωτικά. ο Βασίλης και ο Αποστόλης είναι αλκοολικοί του θανατά, ο Πάνος και Γιώργος χρόνιοι άνεργοι και ο Θανάσης ο ανάρχας, αν ζει, θα ρίχνει ακόμη μολότοφ... ("Πού ΄σαι Θ α νά α α α αση, πού ΄σαι Θα νά α α α ση!")

Πριν πέντε χρόνια με επισκέφτηκε κι ο Φώτης: "Α, ρε Κώστα, τυχερέ, καλά τα πάς..." (Τώρα, πόσο τυχερός είναι ένας πατέρας που το παιδί του γεννήθηκε με τη πιο σπάνια και χειρότερη μορφή επιληψίας και επί δέκα χρόνια δίνει αγώνα ζωής, είναι άλλο ζήτημα...)

ΥΓ.   Η μάνα μου ποτέ δεν μου είπε κουβέντα. Ήξερε ότι απλώς έτυχε και θα φρόντιζα να μη μου ξανασυμβεί. Το διάβαζα στα μάτια της κι εγώ με τα μάτια μου συγκατάνευα...

(Αφιερώνεται στο φίλο και συμφοιτητή Βαγγέλη Τσαμπαλά που με βοήθησε να βρω το δρόμο μου)