Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Λουλουδάκι απλωμένο

Έναν καιρό, είχα δεθεί πολύ με το ποδηλατάκι μου, γιατί επί μήνες νόμιζα ότι το λουλούδι που έβρισκα κάθε πρωί στη σέλα (το έβαζα στο πέτο και μ΄αυτό πήγαινα σχολειό) ήτανε τάχα δωρεά τής ωραίας Ελένης, που έμενε απέναντι και την ποθούσα στον ύπνο και στον ξύπνο μου. Δυστυχώς, ήτανε της φτωχοΔήμητρας, όπως, προς μεγάλη μου απογοήτευση, μου αποκάλυψε η μάνα μου, που την έπιασε στα πράσα κι έκανε πως δεν την είδε...

"Δεν θέλω λουλούδια απ΄ την ασχημομούρα τής γειτονιάς", αντέδρασα οργισμένος.  Όμως εκείνη, ως συνήθως μ΄ έβαλε στη θέση μου: "κανένα κορίτσι στο κόσμο δεν αξίζει τέτοια συμπεριφορά... ξέρεις, υπήρξα κι εγώ κάποτε κοριτσάκι και θα πληγωνόμουνα αν..."  Από τότε, κάθε που θυμόμουνα το περιστατικό, ένιωθα ενοχή κι ένα βάρος στην καρδιά. Ώσπου...  

Την περασμένη Κυριακή, κατά τις έξι το απόγευμα, κι ενώ η κορούλα μας δυνανασχετούσε που ήταν ακόμη ένα απόγευμα κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους, ξάφνου άκουσα παιδικές φωνές ν΄ ανεβαίνουνε τη σκάλα μας. Ήταν τα φιλαράκια της. Τα είχε καλέσει κρυφά η μανούλα και μας το φύλαγε για έκπληξη. Συγκινήθηκα που ξαφνικά είδα τόση χάρα μαζεμένη στο πρόσωπο της κορούλας μας:
- "Καρδιά μου, μας έκανε έπληξη η μανούλα σου". 

- "Ναι, μπαμπά, πολύ ωραία έκπληξη!", συμφώνησε με βιαστικό ενθουσιασμό, κι έτρεξε αμέσως να αγκαλιάσει το Αλεκάκι που υπεραγαπά.

Και χτες το ίδιο. "Τι ωραία έκπληξη!" φώναξε δυνατά, σαν είδε τα φιλαράκια της. Το οχτάχρονο όμως Αλεκάκι, αυτή τη φορά, μάς κοίταξε καχύποτα και ρώτησε που τη βρήκαμε την έκπληξη. Του εξηγήσαμε ότι η Μαρία-Φωτεινή είναι μέρα νύχτα κλεισμένη σπίτι (για τους γνωστούς λόγους). Έτσι, όταν τύχει (πού τέτοια τύχη, είπα μέσα μου) και μας επισκέπτονται παιδάκια, ζούμε μία ωραία έκπληξη, αληθινή γιορτή! 

- "Να σας πω θείε, εμένα αν μου λέγανε ότι μου έχουνε έπληξη και μου φανερώνανε τη Μαρία-Φωτεινή, ήταν να απογοητευτώ πάρα πολύ..."

- "Άλεξ, ντροπή", είπε από μακριά ο μπαμπάς του, που δεν του ξεφεύγει τίποτε.

-  "Ίντα μπο;" [γιατί, τι έγινε;], απόρησε το Αλεκάκι.

Εμείς γελάσαμε και για πρώτη φορά γέμισε κρυφά κι η ψυχή μου ανακούφιση, που θυμήθηκα το φτωχολούλουδο της Δήμητρας, κι αντίς για σφάχτη, το ένιωσα ν΄ απλώνεται σα χνούδι στην καρδιά...