Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Πείνα - Πείνα και των γονέων...


1. Πείνα--

Το 1981 είχα ξεμείνει στη Θεσσαλονίκη μου είχε πάρει όλα τα λεφτά, κάποιος που λογάριαζα για αδελφό μου, κι εξαφανίστηκε – και δεν είχα όχι για εισιτήρια επιστροφής, αλλά ούτε για ψωμί! Έμαθα ότι ενός συμπατριώτη, του Ανέστη, ο φορτηγατζής πατέρας θα έφευγε για Πάτρα σε τρεις μέρες και ηρέμησα. Αλλά από φαί, ούτε ψίχουλο. Πήγα στην κοντινή εκκλησία και ντράπηκα, γιατί μπροστά από μένα περίμεναν κάμποσα γυφτάκια.

Ήταν η εποχή που οι διανομείς συσκευασμένου γάλακτος άφηναν τις παραγγελίες έξω από τα καταστήματα, στις τέσσερις και πέντε το πρωί, χωρίς να φοβούνται απώλειες. Έκανα το λάθος και έκλεψα δύο μπουκάλια και τα ήπια μονορούφι, όπως ήτανε, κρύα... Με έπιασε διάρροια και κατέληξα στο νοσοκομείο με κολικό (από γεννησιμιού μου είχα ευαισθησία στα έντερα). Οι νοσοκόμοι του ασθενοφόρου, έτσι όπως ήμουνα διπλωμένος από τον πόνο, είδαν κι έπαθαν να με δέσουν στο φορείο.

Στο νοσοκομείο, μετά από μια ένεση, όταν πήρα να συνέρχομαι, χάρηκα, γιατί μου βάλανε ορό και θα με κρατούσαν για δυο τρεις μέρες, οπότε, σκέφτηκα, θα φάω κάτι μέχρι να φύγω με το φορτηγό για Πάτρα... Όμως στο νοσοκομείο επέμεναν με τον ορό κι όσο κι αν τους έλεγα ότι πεινάω, απαντούσαν ότι ο γιατρός μού απαγόρευσε το φαϊ για τρεις μέρες…

Ο πατέρας του Ανέστη, επί ώρες άλλαζε και ξανάλλαζε ταχύτητες και απ΄ τα πολλά φτάσαμε επιτέλους στον Μπράλλο, πάνω ψηλά στο βουνό, λίγο πριν αρχίσει η μεγάλη κατηφόρα κατά τον κορινθιακό κόλπο και την Ιτέα, αν θυμάμαι καλά... Εκεί αράξαμε για λίγο, σ΄ ένα φορτηγατζίδικο στέκι. -"Έλα να φας κι εσύ, μου λέει...

Πριν το χάραμα, που λέει και το τραγούδι, φτάσαμε στην Πάτρα και με πήγε (τι καλός άνθρωπος) ως έξω από το σπίτι! Άκουσε η μάνα μου (που ξενύχτησε περιμένοντας) και βγήκε να τον ευχαριστήσει τον άνθρωπο: - Ελπίζω να μη σας ταλαιπώρησε, του είπε. - Μα, τι λες κυρία μου, είναι πολύ καλό το παιδί! Αλλά αδελφούλα μου, όσο μπόι του λείπει, τόσο στομάχι έχει! Πού το βάζει τόσο φαϊ!!!


2. Πείνα και των γονέων --

Δεν ξέρω πόσοι από εμάς εδώ μέσα ξέρουν πραγματικά από πείνα. Εγώ όμως την έζησα στ΄ αλήθεια, την πραγματική πείνα της στέρησης. Όμως την έζησα πολύ πριν αρχίσω να καταλαβαίνω τι μου γίνεται...

Όταν γεννήθηκα, η μάνα μου δεν είχε ούτε γάλα δικό της (κι αυτή πεινούσε) ούτε γάλα ξένο να μου δώσει. Κι ανακάτευε ένα ποτήρι γάλα, (που κάθε μέρα διακόνευε από τις γειτόνισσες) με νερό και ρύζι και το μοιραζόμασταν, ας πούμε... Αυτό επί μήνες, ώσπου τουμπάνιασε η κοιλιά μου, φούσκωσε και δεν ξέρανε αν ήταν από την ασιτία ή από ειλεό (απόφραξη εντέρου) και αχεσία. Και με πήγε στο νοσοκομείο και οι γιατροί με ξέγραψαν και μ΄ άφησαν να πεθάνω και μ΄ έκλαιγε η καημένη κι αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που δεν είχε το κουράγιο ούτε να κλέψει ούτε να γίνει πουτάνα για να με ταΐσει, αλλά κι αυτή σκελετός ήτανε, τι κουράγιο να είχε για κλοπές και πουτανιές...

Εκεί λοιπόν, πάνω από το προσκέφαλό μου, που έκλαιγε γοερά κι έλιωνε κάθε λίγο και λιγάκι που σταματούσε η αναπνοή μου, είχαμε γίνει θέαμα οικτρό κι οι τρομοκρατημένοι γονείς τού θαλάμου δεν άντεχαν και ζήτησαν να φύγουν κι αυτοί και τα παιδιά τους από κει μέσα και το είπαν σε μία γιατρό, Μουτάφη, Ζωή Μουτάφη, τη λέγανε, κι εκείνη, ως θεούσα που ήτανε έτρεξε να βοηθήσει:
- Αφού θα πεθάνει το παιδί, λέει στη μάνα μου, να μην πάει αβάφτιστο. Με πήρε στα χέρια της κι άρχισε να με κουνάει πάνω κάτω, δεξιά αριστερά στο σημείο του σταυρού, και τα χέρια μου ήτανε παράλυτα και το κεφάλι μου πότε έπεφτε δεξιά και πότε αριστερά, ξεψυχισμένο...

Και ξαφνικά, από το πολύ το τράνταγμα και τα σταυροκοπήματα, τα έντερά μου ανακατεύτηκαν κι άρχισα να κλάνω και να χέζω! Θαύμα, άρχισαν να φωνάζουν!!! Τώρα η μάνα μου έκλαιγε από χαρά, η Μουτάφη από συγκίνηση κι οι γονείς των άλλων παιδιών μάλλον από ενοχές που θέλανε να με πεθάνουν πριν την ώρα μου...

Είμαι, που λένε, αεροβαφτισμένος! Πότε δεν μπήκα σε κολυμπήθρα, κι αντίς για παπάς, με βάφτισε ετοιμοθάνατο μια θεούσα και μου έδωσε ζωή. Γι΄ αυτό, αν και είμαι ένα άθρησκο καθίκι του κερατά, σέβομαι πολύ τους θρησκευόμενους και για ένα ακόμα λόγο: Αυτή η θεούσα, μετά με "υιοθέτησε" για χρόνια, και επί χρόνια μας έστελνε χρήματα για να τρώω, για να έχω μολύβια και τσάντες και να μάθω γράμματα κι εγώ το γαϊδούρι, γράμματα έμαθα, αλλά μετά που μεγάλωσα δεν έψαξα να τη βρω και να της πω ένα ευχαριστώ.

Και της το λέω από εδώ μέσα: Σ΄ ευχαριστώ Ζωή Μουτάφη!

Ευχαριστώ και το Νίκο Δήμου που μου έδωσε αυτήν την ευκαιρία! http://www.lifo.gr/mag/columns/4587

Γεια σας, παιδιά! Κουράγιο σε όλους τους ταλαίπωρους! Και ψηλά, το κεφάλι! Όλοι θα ζήσουμε!

Aπό τις «Αναμνήσεις ενός σπουδαγμένου»