Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Κοίτα να δεις που θα του πούμε και ευχαριστώ...

Με αφορμή του κείμενο του Νίκου Δήμου: http://www.lifo.gr/mag/columns/4703?comments_page=1&comments_order=p#comments

Στις μοιραίες εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 (όπου έχασε ο Βενιζέλος και ήλθαν οι φιλοβασιλικοί που συνέχισαν την Μικρασιατική εκστρατεία/καταστροφή), σ΄ εκείνες, λοιπόν, τις εκλογές, είχαν συμμαχήσει κατά του Βενιζέλου οι φιλοβασιλικοί με τους πρωτοεμφανισθέντες κομμουνιστές: Το σύνθημά τους ήταν, όπως το εντόπισε ο Γιώργος Μαυρογορδάτος, "Ελιά - στεφάνι και σφυρί - δρεπάνι"!!!

Πάντως, αυτά τα γυρίσματα της ιστορίας κρύβουν πολύ ανθρώπινο πόνο.

Έχω ακόμη τη φωτογραφία του αδελφού της γιαγιάς μου, από το μικρασιατικό μέτωπο: φουστανελάς, περήφανος, που όμως επέστρεψε σακατεμένος "στου χιράμ", δηλαδή σε αυτοσχέδιο υφασμάτινο φορείο... Ήταν παλικάρι δύο μέτρα, πριν φύγει για το μέτωπο, κι όταν τον... επέστρεψαν, ήταν ένα μάτσο κόκκαλα, που ακόμη και μια γυναίκα της εποχής μπορούσε να τον πάρει στα χέρια, να τον πλύνει, να τον συγυρίσει - τέσσερις μήνες άντεξε...

Μετά την πτώχευση του ΄32 καταστράφηκε κι ο παππούς μου (τα λεφτά που είχαν στο μπαούλο δεν άξιζαν πια ούτε το χαρτί τους...), ο οποίος μόλις που επιβίωσε στην κατοχή με την οικογένειά του, για να χάσει ό,τι είχε και δεν είχε στον εμφύλιο... Μετά το ΄50, έλεγε η γιαγιά, ήταν πολύ γέρος για να αλλάξει τη ζωή μας (ήταν... 55 χρονών), μάλιστα... πολύ... γέρος και για να βρει δουλειά, αφού του ζητούσαν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων - τελικά πέθανε από καρκίνο τρία χρόνια αργότερα...

Ο πατέρας μου, παιδί της κατοχής, ο μόνος που επέζησε από τα τρία παιδιά της γιαγιάς, βγήκε ένας παλιάνθρωπος, ένα κάθαρμα... Φαίνεται πως οι συμφορές της ζωής άλλους τους κάνουν ανθρωπινότερους κι άλλους τους εξαχρειώνουν εντελώς... Τον πήρανε στο στρατό, τον κάνανε το ΄51 αξιωματικό και τσογλάνι της εξουσίας, τον φανατίσανε όσο δεν πήγαινε κι έγινε ανθρωποφάγος - ευτυχώς πρόλαβε και πέθανε ο πατέρας του και δεν... χάρηκε το γιόκα του. Τον... χαρήκαμε όμως εμείς, τα παιδιά του...

Αυτό το κατακάθι της κοινωνίας ήταν ο δικτάτορας/βασανιστής του σπιτιού μας (στον ελάχιστο χρόνο που έμεινε μαζί μας) και το μόνο που κατάφερε ήταν, μόλις ενηλικιωθήκαμε και σπουδάσαμε, να μας κάνει να φύγουμε, όχι μόνο από το σπίτι και τη γειτονιά, αλλά και από την πατρίδα και να ρίξουμε μαύρη πέτρα, να πάρουμε τα όρη και τα βουνά, να πάμε στο διάολο κι ακόμα παραπέρα, να γλιτώσουμε από τις πικρές μνήμες της φριχτής παιδικής ηλικίας μας...

Βέβαια, έξω, όπου είμαστε τώρα, καλοφτιαχτήκαμε. Κι ενώ επί χρόνια ολόκληρα βρίζαμε αυτόν τον αναθεματισμένο πατέρα/αφέντη, που εξαιτίας του αυτοεξοριστήκαμε, ήλθε το... μνημόνιο και η οιονεί πτώχευση για να αλλάξουμε τροπάρι, αφού εξαιτίας του ξεκιτευτήκαμε σε μέρη πιο ευκατάστατα, με λιγότερους ανορθολογισμούς και περισσότερο ισορροπημένους πολιτικούς και πιο συνεπείς πολίτες...

Κοίτα να δεις που στο τέλος, όπως εξελίσσονται τα πράγματα στην πατρίδα, αυτό το κτήνος που είχαμε για πατέρα, όχι μόνο θα το συγχωρέσουμε, αλλά θα του πούμε και ευχαριστώ...

Από τις "αναμνήσεις ενός σπουδαγμένου"

Άντε, κι ένα συχωροχάρτι από την κατοχή, για τον... καλό μας τον μπαμπά...
Στην κατοχή, ο παππούς άρχισε τα προπολεμικά δρομολόγια, όχι όμως με αυτοκίνητο (όπως προπολεμικά), αφού του το είχανε επιτάξει, αλλά με κάρο που συχνά, στις ανηφόρες, το σπρώχανε μαζί με τον πατέρα μου, βοηθώντας τον Ψαρή* που είχε πια καταντήσει ψωριάρης - τον έβεπες και τον λυπότανε η ψυχή σου, έλεγε η γιαγιά...
Έπαιρνε λεμόνια, ο παππούς, από τη Γουρίτσα, πριν την κάψουνε οι Γερμανοί, και τα πήγαινε στα χωριά, να τα ανταλλάξει, τάχα μου, με καλαμπόκι, να φτιάξει ο κοσμάκης μπομπότα να λαδώσει τ΄ άντερό του, που ψωμολύσαγε από την πείνα.
Κρυφά όμως πουλούσε... καπνό, που δεν τον δήλωνε στους φορατζήδες της πόλης (τότε έξω από κάθε πόλη υπήρχαν οι φορατζήδες που φορολογούσανε τους πραματευτάδες) και τον πιάσανε για... λαθρεμπόριο.
Στα κατοχικά κρατητήρια, μέσα στους ποινικούς της εποχής, αναγκαστικά φυλακίστηκε μαζί του κι ο δεκαπεντάχρονος τότε πατέρας μου, ως... συνεργός, και ο οποίος κυριολεκτικά χέστηκε από το φόβο όταν τους την πέσανε τ΄ αλάνια κι άκουσε τον παππού να ορμάει πάνω τους με λύσα: "πίσω κουφάλες και σας έφαγα!", κραδαίνοντας την κάμμα που ΄χε φυλαγμένη στο γουρνοτσάρουχο με σόλα από γερμανικό φθαρμένο λάστιχο.
Αθωώθηκαν και γυρίσανε σπίτι.
-"Αφού σ΄ αθώουσαν, ρε Μίχου, τότις γιατί σ΄ πήρανι τσ΄λίρις"; τον ρώτησε η γιαγιά.
- Για να μ΄ αθωώνσι, τσ΄ πήρανι, Αγγιλκή μ, για να μ΄ αθωώσνι...

*άλογο με γκρίζο τρίχωμα

4 σχόλια:

harrysmatic είπε...

Κι αυτο.,..αυτοβιογραφικο..?

Μας μπερδευεις...

paragrafos είπε...

Στη λογοτεχνία υπάρχει η λεγόμενη "ημι/αυτοβιογραφία", η οποία διαφέρει από την Αυτοβιογραφία. Η πρώτη γράφεται έτσι ώστε να... μπερδεύει εκείνον που αντιμετωπίζει την "ημιαυτοβιγραφία" ως Βιογραφία.

Πολλά φιλιά,
Κώστας

harrysmatic είπε...

Μπερδεψοδουλειά...

paragrafos είπε...

Μακάρι η ζωή να είχε μονάχα τέτοια μπερδέματα. Τεχνητά κι όχι αληθινά διλήμματα, σας κι αυτά που αντιμετωπίζει ο πατέρας του μικρού Ανέστη που δεν ξέρει τι να κόψει, τα φροντιστήρια του μεγάλου παιδιού ή τα φάρμακα του μικρού. Και φυσικά έκοψε τα φροντιστήρια από ένα παιδάκι φαινόμενο, που μαθαίνει τις ξένες γλώσσες λες κι είναι στραγάλια. Α, ρε πουτάνα φτώχεια, άλλου χτυπάς έτσι κι άλλους αλλιώς...

Κώστας