Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Πηγαίνετε, κυρία μου! (Καημένη πατρίδα!)

Πάνε 32 χρόνια από τότε...

Είχα περάσει στο πανεπιστήμιο, αλλά δεν υπήρχε χρήμα για τίποτε, πόσω μάλλον για τα χρειώδη ενός φοιτητή που έπρεπε να προκαταβάλει και δύο ενοίκια. 

Η μάνα μου (που μόλις είχε χωρίσει με τον πατέρα μου) κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά και δεν βρήκε άλλη λύση, οπότε σκέφτηκε φωναχτά:- "Πάμε στην τράπεζα".

Ο υπάλληλος, ήταν μακρινός συγγενής και μας καλοδέχτηκε, αλλά αμέσως στραβομουτσούνιασε όταν του είπαμε γιατί ζητάμε δανεικά, και μας έστειλε στον προϊστάμενό του, και εκείνος με τη σειρά του στο διευθυντή ο οποίος, αφού μας ζήτησε εγγυήσεις (που δεν είχαμε), ανασηκώθηκε απότομα, ευγενικά έδωσε το χέρι στη μάνα μου και αποκρίθηκε ψυχρά διαολοστέλνοντάς μας: -"Δεν μπορώ να σας βοηθήσω. Πηγαίνετε, κύρια μου!"

Χαμογέλασε κι η μάνα μου, τον ευχαρίστησε για "το χρόνο" του και βγήκαμε έξω. 

Όλα έγιναν τόσο γρήγορα! Ζαλίστηκα, γι΄ αυτό και προς στιγμήν υπέθεσα ότι βρέθηκαν τα χρήματα. Βλέπετε, με είχε ξεγελάσει ο... "χρόνος" για τον οποίο η μάνα μου ευχαρίστησε χαμογελαστά το διευθυντή.

Ήλπιζα ότι η λέξη "χρόνος" θα είχε κάποια εξαγοράσιμη αξία... 

Μόλις όμως, στρίψαμε στη γωνία και είδα στο βιαστικό μάγουλό της, πάνω από τα λακκάκια, να τρέχει μία... γραμμή, κατάλαβα ότι η ευχαριστία της ήταν μια καλυμμένη απελπισία, ένας τρόπος να μη χάσει την αξιοπρέπειά της, να μη φανερώσει την απόγνωσή της.

Είχα ξεχάσει πώς αντιδρούσε το πρόσωπο της μάνας μου στις συμφορές. 

Μου το θύμισε ο Βαρουφάκης, όταν στάθηκε δίπλα στον ανέκφραστο Σόιμπλε, κατά την κοινή τους συνέντευξη.

Φυσικά, ο Βαρουφάκης δεν βούρκωσε.

Το άφησε για τον Τσίπρα, πριν λίγο, όταν έκλεινε τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης...


Μετά τιμής
Κάπα