Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Αυτές είναι διακοπές!


Μαρία-Φωτεινή η ποδηλάτισσα

Η μητέρα μου είχε άντρα, τον πατέρα μας, αλλά εκείνος ήταν μονίμως αλλού, οπότε για συντροφιά, στις υποτιθέμενες διακοπές της, με έπαιρνε μαζί της, αφού ούτε υπερβολικά διαολόπαιδο ήμουνα ούτε απίστευτα απαιτητικός.

Εμένα όμως μού έλειπαν οι φίλοι μου, η αλητοπαρέα, οι βόλτες, τα ξενύχτια, τα παιγνίδια, τα μεθύσια, οι πλάκες, το φλερτ, το χαρτοπαίγνιο, το ψάρεμα, οι καταδύσεις και όλα αυτά πώς στην ευχή θα μου τα έδινε η παρέα τής καημένης τής μάνας μου;

Αχ και νά ΄ξερε η κάθε κακορίζικη μοναχική σύζυγος και μάνα, τι μαρτύριο είναι για τα παιδιά της να τα φορτώνει με το ρόλο τού αντίδοτου στην απομόνωσή της. Και είναι βάσανο, όχι μόνο γιατί τους στερεί τη χαρά τής παιδικής τους ανεμελιάς, αλλά κυρίως επειδή τα αναγκάζει να βιώνουν το τραύμα τής δικής της μοναξιάς, την αποτυχία της να δημιουργήσει υγιείς σχέσεις με άλλους ανθρώπους, και εν τέλει τη μόνιμη θλίψη ή και τη χρόνια κατάθλιψή της…

Κοντολογίς, λίγο οι κατασυκοφαντημένες διακοπές τής παιδικής μου ηλικίας και περισσότερο οι από εικοσιπενταετίας εντεινόμενες επαγγελματικές υποχρεώσεις, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, όλα αυτά απομυθοποίησαν μέσα μου εντελώς τον παραδοσιακό τουρισμό και με έστρεψαν περιστασιακά προς τον περιηγητικό, τον αθλητικό και τον συνεδριακό, αλλά και αυτοί ψοφήσανε πριν δέκα πέντε χρόνια, όταν η ζωή απαίτησε κάτι πολύ περισσότερο από όσα συνήθως μού ζητούσε.

Πάντως, χτες, νωρίς το βραδάκι, μόλις έπεσε ο ήλιος, βγήκαμε βόλτα με το καινούργιο της ποδήλατο που της το είχα παραγγείλει προ τριών μηνών από τη Θεσσαλονίκη: τρίτροχο, με δυο ρόδες μπροστά, μία πίσω και με ηλεκτρική υποβοήθηση (και έξτρα "τηλεκοντρόλ" για εμένα, με φρένο και γκαζάκι).

Εκείνη ποδηλατούσε στο δρόμο της γειτονιάς, εγώ δίπλα της διόρθωνα την πορεία, μπροστά η Αντιγόνη και η Νίχα για να τις έχει ως σημείο αναφοράς για να μην πέσει στο πεζοδρόμιο ή για να μη βγει στο αντίθετο ρεύμα, και γέλιο και χαρά και ικανοποίηση ότι επιτέλους μπορεί να κάνει ποδήλατο σαν την... Μάριον, την... Άντρεα, την Σέιτζ και τη Σιένα.

Η ώρα πέρασε και δεν ήθελε να σταματήσει για να ανέβει πάνω στο σπίτι για τα φάρμακα, το μπάνιο και τον ύπνο της. Θύμωσε. Μου είπε «δεν θέλω τη βοήθειά σου! Θέλω βόλτα με το ποδήλατο πάλιιιιιιιιιι!» - Μα, καλή μου, πέρασε η ώρα, αύριο... - «Όχιιιιιιιιι, δεν πέρασεεεε!!!».

Ήρθανε όμως οι βαριές ενισχύσεις που ξέρουν να της αγγίζουν την ψυχούλα, να μαλακώνουν την αγριάδα της: πρώτα η Κίτυ, το ξανθό γατί, μετά ο Λεωνίδας, το ασπρόμαυρο με τη γούνα και την αστείρευτη καλοσύνη και ύστερα το μικροσκοπικό γιορκσάιρ τεριέ, ο Μπουτς, που ζηλεύει τα γατιά, αλλά τα φοβάται κι όλας, άρα τουμπεκι ψιλοκομμένο, και τέλος το Λαμπραντόρ μας που γέρασε πια, πάσχει από οστεοαρθρίτιδα και κουτσαίνει.

- Μαμπά, πονάει ο Ότζη;
- Λίγο, καρδιά μου. Θες να τον βοηθήσουμε να ανέβει πάνω;
- Ναιιιιι.

Και ανεβήκαμε πάνω και οι... έξι.

Σήμερα το βράδυ θα έχουμε πάλι ωραία ποδηλασία για τη Μαρία-Φωτεινή η οποία, σε πείσμα όλων των στατιστικών, βαδίζει ακμαία προς τα δέκα πέντε της.

Αυτές είναι διακοπές!

Με αγάπη,
Κάπα
Σχόλιο μου στο κείμενο του πολυαγαπημένου φίλου Νίκου Δήμου "Μισώ τις διακοπές:"