Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Πάλι

Της αρέσει να πηγαίνουμε οι δυο μας στο γειτονικό σούπερ-μάρκετ (απέχει ελάχιστα από το σπίτι μας). Εκεί αναζητά ηλικιωμένες κυρίες που μοιάζουν με τις πρωταγωνίστριες τής αγαπημένης της σειράς "Καμώματα τζι Αρώματα". Άλλη την αποκαλεί Μάριον, άλλη Βικτώρια και άλλη Άντρεα. Τις χαιρετάει, τους μιλάει δειλά και αν τύχει να πάρει καμία αγκαλίτσα, πετάει στα σύννεφα!

Μέχρι σήμερα πηγαίναμε οι δυο μας με το μεγάλο το αυτοκίνητο, το βιάνο, του οποίου η τρίτη σειρά καθισμάτων γίνεται κρεβάτι περίθαλψης. Φτάνουμε, πρώτα βγάζω το πολύ βολικό καροτσάκι που φέραμε από την Αμερική, μετά ανοίγω στη Μαρία-Φωτεινή, της φοράω γυαλιά ηλίου και καπελάκι  για να μην της προκαλέσουν επιληπτική κρίση τα έντονα φώτα του καταστήματος, και πάμε μέσα.

Α, παίρνω μαζί μου και το αντιεπιληπτικό άμεσης δράσης, το "επιστάτους", ένα μπουκαλάκι με τέσσερα λεπτά σωληνάρια. Αυτή τη φορά όμως, για κακή μας τύχη, το ξέχασα στο αυτοκίνητο...

Εκεί που κοτσομπολεύαμε, πέφτει στην αγκαλιά μου: "φοβάμαι" μου λέει, αρχίζει να τρέμει και αμέσως λιποθυμά. Κατά τύχη, το καρότσι μας ήταν εκεί δίπλα. Τρέξαμε προς το αυτοκίνητο. Με ακολούθησε κάποιος κύριος για να μου δώσει το καπελάκι που μας έπεσε. Του είπα να κρατήσει το κεφαλάκι της Μαρίας-Φωτεινής να μη χτυπήσει στο σίδερο του καροτσιού. Άνοιξα το σωληνάριο τού "επιστάτους", γύρισα ανάποδα το μπουκαλάκι, τράβηξα πίσω τη σύριγγα, γέμισε με φάρμακο και το έσταξα ανάμεσα στα ούλα και στα δόντια.

Αλλά η κρίση ήταν πολύ δυνατή και όταν άρχισε, το κεφάλι και τα μάτια γύρισαν προς τα επάνω, με αποτέλεσμα άλλα σάλια να πάνε στο στομάχι και άλλα στα πνευμόνια και τώρα που έβαλα το "επιστάτους" και έγειρα λίγο το κεφάλι μπροστά, η Μαρία-Φωτεινή άρχισε να βήχει και να πετάει πάνω στο μανίκι μου πολλά σάλια που είχε ειροφήσει. Γλίτωσε δηλαδή.

Ζητώ από τον κύριο, που με βοηθούσε, να ανοίξει το κινητό του, του υπαγόρευσα τον αριθμό τής Αντιγόνης που ευτυχώς ήταν σπίτι μας με τον αδελφό της τον Κλεάνθη και κατεύθασαν αμέσως. Άνοιξα πίσω το αυτοκίνητο και την ξαπλώσαμε στο "κρεβάτι".

Φτάνοντας σπίτι, βλέπω απ΄ έξω να περιμένει ο δικός μου αδελφός. Είχε έλθει από τη Λεμεσό, εκτάκτως για μια δουλειά και πέρασε να μας δει. Αυτό κι αν ήταν σύμπτωση. Τα αδέλφια μάς βοήθησαν και ανεβάσαμε τη Μαρία-Φωτεινή στον καναπέ τού πρώτου ορόφου όπου είναι η κουζίνα και το καθιστικό με τις Πρώτες Βοήθειες.

Τώρα κοιμάται η ψυχούλα μας.

Σκεφτόμαστε ότι άρχισαν να πυκνώνουν οι κρίσεις και πρέπει να πάμε ξανά στην Αμερική προς το Μάη. Αλλά νοσοκόμα δεν έχουμε, ούτε βοήθεια. Ή μάλλον, πρόκειται να έχουμε (ελπίζω), στα μέσα Απριλίου, την Άρπια από τις Φιλιππίνες. Είναι βοηθός νοσοκόμας, με σπουδές ενός έτους είπε. Κάτι είναι κι αυτό. Να όμως που δεν μπορεί να έλθει στην Αμερική, γιατί αποκλείεται οι Αμερικανοί να της δώσουνε βίζα. Τα χέρια τής Αντιγόνη είναι διαλυμένα. Εγώ έχω πολλή δουλειά εκείνον τον καιρό...

Όπως μπορείς πια δούλεψε μυαλό...

Με αισιοδοξία,
Κώστας

ΥΓ. Σε μία ώρα ξύπνησε ορεξάτη. "Μα πού είμαι" αναρωτήθηκε. Και μετά "Δεν ζαλίστηκα εγώ. Δεν έπεσα. Δεν είμαι άρρωστη εγώ. Η Μάριον είναι δυνατή! Η Βικτώρια είναι άρρωστη, όχι εγώ... Γελάμε. Δεν κλαίμε. Τρα λα λα, τρα λα λα".