Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Σήμερα, όλη μέρα αγωνία...

Σήμερα, όλη μέρα, έτρεμε η ψυχή μας, γιατί το παιδί από τα χαράματα που ξύπνησε ήταν κακόκεφο και είχε τρόμο στα άκρα. Δυο τρεις ώρες μετά, κατά τις εννιά, την συνεφέραμε λίγο, όταν κατεβήκαμε και κάναμε παρέα στο σκυλάκι μας (που το υπεραγαπάει), παίζοντας, πολύ συγκρατημένα, κρυφτό και κυνηγητό.

Πάλι όμως τη βλέπαμε που δεν έστεκε καλά στα πόδια της και ενώ άλλες φορές είναι αεικίνητη, σήμερα κάθε λίγο και λιγάκι, έχανε την ισορροπία της και για να μην πέσει, κρατιόντανε από τις πλαστικές πολυθρόνες, που έχουμε παραταγμένες κατά μήκος του τοίχου (περισσότερο για να προστατεύουν το παιδί και λιγότερο για να κάθεται ο κόσμος. Ποιος κόσμος; αφού κανείς δεν πλησιάζει).

Μια-δυο φορές κρατήθηκε από τα ρούχα μας και την πλάτη του σκύλου, ο οποίος ιδιαίτερα σήμερα μου έδωσε την εντύπωση ότι παραήταν υπάκουος, συνεργάσιμος, ήρεμος και προσεκτικός, και το πιο αξιοπαρατήρητο: μετά από κάθε παιγνιδάκι, ερχόνταν προς το μέρος του παιδιού και ξάπλωνε μπροστά του κοιτώντας το στα μάτια! Να είχε προαισθανθεί άραγε κάτι; Ποιος ξέρει;

Μετά το μεσημεριανό της ύπνο, η κορούλα μας ήταν όλο αγκαλίτσες και φιλάκια. Η κακοκεφιά τήςείχε περάσει, όχι όμως και ο τρόμος που εν τω μεταξύ δυνάμωσε. Μπορούσα ακόμα κι εγώ, που είμαι άπειρος σε αυτό το νέο σύμπτωμα, να το διακρίνω ολοκάθαρα.

Και το απόγευμα, μετά το φαγητό της, αντί να μείνουμε "έσω μας" (σπίτι) και να περάσουμε ήρεμα και ήσυχα με τραγουδάκια και λίγη ζωγραφική, την πήγαμε στα ξαδερφάκια της. Μετά από λίγο, εκεί που έπαιζε (μάλλον υποτονικά), την είδαμε να χάνεται: όρθωσε το κορμί της και άρχισε να σηκώνει ψηλά το κεφάλι και να το γυρίζει αργά προς τα δεξιά και μαζί του να στροβιλίζονται τα μεγάλα της μάτια και να χάνονται προς το πουθενά.

Το επεισόδιο κράτησε μόνο δυο-τρία λεπτά κι η κορουλα μας, προτού πέσει σε βαθύ λήθαργο, έδειξε να χαίρεται το οξυγόνο που της δώσαμε. (Ποτέ δεν αποχωριζόμαστε τις Πρώτες Βοήθειες, δηλαδή οξυγόνο, σάξιον, στεζολίντ (υπόθετα βάλιουμ), αλλαξιές, πετσετούλες, αδιάβροχα σεντόνια, κάλτες κ.ά)

Μόλις κοιμήθηκε για τα καλά (στο υπνοδωμάτιο της θείας), εμείς, δίχως να κοιτάμε ο ένας τον άλλον, αλλά ουτε και τους άλλους, ριχτήκαμε στο βαλιτζάκι με τις Πρώτες Βοήθειες (για να το ταχτοποιήσουμε, τάχα), διπλώνοντας και τακτοποιώντας τα ρουχαλάκια, τις πετσέτες και τα στεζονλίντ, τα σωληνάκια του σάξιον και το μηχανάκι του οξυγόνου, και όλα αυτά εντελώς άσκοπα, νευρικά και αμίλητα.

Σα να προσπαθούμε μ΄αυτό το "τελετουργικό", που μας πιάνει πάντα μετά τις κρίσεις του παιδιού, να ξορκίσουμε το κακό.

Αμ, δεν ξορκίζεται...