Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Ο ελληνικός λαός σε κώμα


Τέτοια εποχή, πριν τρεις δεκαετίες, διάβαινα αμέριμνος με τη μηχανή, πίσω από το Εθνικό Μουσείο και το Πολυτεχνείο, αλλά ένα αυτοκίνητο, παραβιάζοντας το κόκκινο, με έστειλε να... φιλήσω το... μαρκούτσι που εξείχε από τον προφυλακτήρα ενός παλιού VW.

Κι έγιναν όλα… κάτασπρα και χωρίς πόνο. Πρέπει όμως να έτρεχε πολύ αίμα από το πρόσωπο, γιατί άκουγα πανικόβλητες φωνές και ουρλιαχτά περαστικών και αργότερα ψύχραιμες οδηγίες τραυματιοφορέων. Προφανώς ήμουνα σε κατάσταση σοκ ή και σε προσωρινό κώμα.

Όμως εκείνη τη στιγμή, όντας παράλυτος, αδύναμος, ανήμπορος, παραιτημένος στο κράσπεδο, πίστεψα ότι πέθαινα και χάρηκα γιατί δεν πονούσα καθόλου. Όσο για το θολό άσπρο χρώμα που με περιτριγύριζε, θα ήταν μάλλον το τίποτε που με περίμενε ήρεμα και γαλήνια εκεί έξω.

Αλλά, για καλή τύχη τής μάνας και τού αδελφού μου, συνήλθα. Και τότε άρχισαν οι πόνοι, οι επεμβάσεις, οι πλαστικές κάτω από τα χείλη και τον ουρανίσκο, τα ράμματα, τα πολλά διαστρέμματα κι ο ατελείωτος πόνος που επί βδομάδες δεν με άφηνε να κοιμηθώ τις νύχτες.

Συχωράτε με που παραλληλίζω εκείνον τον τραυματισμό με την βαθιά πληγή που βιώνει η άγρια στραπατσαρισμένη ελληνική κοινωνία, η οποία μου δίνει την εντύπωση ότι εδώ και μήνες βρίσκεται σε κώμα, ανήμπορη, πεσμένη στα κράσπεδα της Ιστορίας, παραλυμένη.

Με τη διαφορά ότι για την κοινωνία μας δεν είναι οι περαστικοί που κραυγάζουν με αγωνία, αλλά τα εντόσθιά της που τα νιώθει σαν ξένα, φορτικά. Κλεισμένα, ανεπαισθήτως, από τον κόσμον έξω...

Μετά τιμής,

Κάπα


Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Οικογενειακός μεγαλοϊδεατισμός


Νομίζω ότι η οικογένειά μου είναι τυπικό δείγμα αυτής τής μαζικής νεοελληνικής παράκρουσης: δηλαδή, τού να ζει κανείς σε ένα φαντασιακό παράδεισο, εν μέσω κόλασης.

Κατά τη δεκαετία τού εξήντα, δεν είχαμε, καλά-καλά, βρακί να βάλουμε στον πισινό μας, κι ενώ η γιαγιά, κατά παραγγελία, έπλεκε μάλλινες κουβέρτες για να ζήσουμε, μάς έλεγε και ιστορίες για τα αυτοκίνητα του παππού, που μετέφεραν τον Βασιλιά στο Μπιζάνι, αλλά και για την (ξεχαρβαλωμένη πλέον) τραπεζαρία όπου, επί χρόνια, τις Κυριακές ερχότανε να φάει μαζί τους ο ποιητής Χατζόπουλος.

Μα κι η μάνα μου δεν πήγαινε πίσω στις παραμυθίες. Είχε λόγους να θυμάται περασμένες δόξες, για το μεγαλογαιοκτήμονα πατέρα της, του οποίου όμως την τεράστια περιουσία κάνανε σκόνη τα πολλά παιδιά του, όταν εκείνος...

Βέβαια, μεγαλώνοντας, δεν άργησα να καταλάβω ότι όλος εκείνος ο εμμονικός οικογενειακός μας μεγαλοϊδεατισμός, που κρατούσε χρόνια και χρόνια, εν τέλει διέλυσε  τον (μέθυσο) πατέρα μου κι εξάρθρωσε ψυχολογικά εμάς τους μικρούς που για καιρό τη βρίσκαμε να ζούμε σε αδράνεια, αρκούμενοι στις αφηγήσεις τής γιαγιάς...

Η μάνα μου συνήλθε κάπως νωρίς, όταν, πριν ακόμη διοριστεί, για να έχουμε ψωμί στο σπίτι, πήγαινε στα χωριά να πουλήσει σεντόνια που κουβαλούσε στην μικροκαμωμένη της πλάτη. Μια φορά, λίγο έξω από την Άρτα, τη ρωτάει ένας νοικοκύρης (και μάλλον από οίκτο αγοραστής): 
- Και πώς σε λένε, κόρη μου. - Έτσι κι έτσι, του λέει. - Μα, εσύ, η κόρη τού Κωσταντή, βγαίνεις και πουλάς σεντόνια στα χωριά! Και σ΄ αφήνει η πατέρας σου; Πού είναι τώρα; - Πέθανε, του λέει. Πέθανε πριν τέσσερα χρόνια...

Η γιαγιά όμως συνέχισε απτόητη. Ήταν η μόνη που είχε (;) γνωρίσει πλούτη και... πλούτιζε κι εμάς με το κουβεντολόι. Με αποτέλεσμα όλοι, για καιρό, να νιώθουμε αδικημένοι, ξεπεσμένοι, αλλά... αλλά.... ανώτεροι από τους... άλλους ξεβράκωτους τής γειτονιάς, δηλαδή γελοίοι.

Μετά τιμής,
Κάπα