Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Απρόσμενο χριστουγεννιάτικο δώρο

Οι... κλέφτες του σχολείου

Στο υγρό υπόγειο όπου μέναμε, έχοντας απελπιστεί από την υποχρεωτική ξάπλα, προσπαθούσα να κατεβάσω τον υδράργυρο χτυπώντας ανάποδα το θερμόμετρο, αλλά ο σπαστικός βήχας αρνούνταν το αποφυλακιστήριο. Και μου λείπανε τόσο μα τόσο πολύ τα άλλα παιδιά και τα γιορτινά τού σχολείου (κι ας μας τρομοκρατούσε ο διευθυντής). "Μην κάνεις έτσι παιδάκι μου, θα πάθεις τίποτε", έλεγε και ξανάλεγε η καημένη η γιαγιά.

Ο αδελφός μου (παιδάκι κι αυτός, τι να σου κάνει) όσο μπορούσε, με τον Τάκη το γειτονάκι μας, με παρηγορούσαν, πως σύντομα θα γίνω καλά και θα βγούμε έξω να παίξουμε, και ότι πριν τη γιορτή τού σχολείου θα κατεβούμε κάτω στο τεράστιο σκοτεινό σαν σπηλιά υπόγειο και με κεριά θα ανακαλύψουμε περισσότερα και σπανιότερα στολίδια από κάθε άλλη φορά, που μας περιμένουν κάπου χωμένα, όχι μόνο από τον καιρό των γονιών και των παππούδων μας αλλά κι από πιο παλιά ακόμη, από τον καιρό που ήτανε τα δάση γεμάτα ξωτικά. Με αυτά τα σπάνια δώρα θα ομορφαίναμε το δέντρο τού σχολείου και πάλι (όπως είχε γίνει πριν χρόνια) θα με καμάρωναν όλοι οι δάσκαλοι, οι γονείς και τα παιδιά, για το νέο μου κατόρθωμα και θα μας έβγαζε και τζάμπα φωτογραφίες ο κυρ Βαγγέλης ο φωτογράφος με τη βέσπα!

Αντί να παρηγορηθώ, μελαγχόλησα χειρότερα. Θυμήθηκα τότε που ήμουν στην πρώτη τάξη και έγινα διάσημος στολίζοντας το δέντρο, έχοντας δίπλα μου τη δασκάλα που με αγαπούσε και η οποία συνεχώς μου έλεγε, βλέπεις αγαπούλη (έτσι με αποκαλούσε για καιρό), πόσο πλούσιο έκανες το σχολείο μας! Βλέπεις τα δώρα που μάς χάρισες! (Τα είχα φέρει από το υπόγειο του σχολείου – κάπου είχαν παραπέσει επί… αιώνες και τα ανακάλυψα τυχαία). Να, αυτό είναι ένα κατάχρυσο λαμπιόνι, να προσέχεις, είναι εύθραυστο, επειδή έγινε από χέρια τρυφερά και ευαίσθητα...

- Μα ποιος τα έφτιαξε κυρία;
- Πριν πολλά πολλά χρόνια, η βασίλισσα τού δάσους έστειλε μία νεράιδα στους καταρράκτες να φέρει δροσιά, κι όπως άχνιζε η αναπνοή της, κρυστάλλωσαν οι ανάσες της, τις έκλεψε τ΄ αγέρι, πέρασαν από τις στοές τού παλαιού κάστρου και κρύφτηκαν στο υπόγειο τού σχολείου μας, όπου καρτερούσαν ένα παιδάκι να τις ξετρυπώσει για να του δώσουνε χαρά, υγεία και ευτυχία!

- Και πώς τη λένε την βασίλισσα, κυρία;
- Αγάπη τη λένε, αγαπούλη μου!

- Μα, Αγάπη δεν λέγανε και την κόρη σας;
- (…) Ναι, αγαπούλη μου, Αγάπη τη λέγανε…

- Και είναι η κόρη σας, κυρία, που έγινε βασίλισσα και μας στέλνει όλα αυτά τα δώρα; ... μα γιατί κλαίτε;    
- Από χαρά, αγαπούλη μου, που μου θύμισες τη βασίλισσά μου! Άντε τώρα να φέρεις κι άλλα χρυσά στολίδια! Και μην ξεχάσεις το αστέρι, εκείνο το μεγάλο! Θυμάσαι πού είναι;
– Ναι, ναι, κυρία, θυμάμαι! Τρέχω!

Όλα αυτά, βέβαια, ήτανε περασμένα μεγαλεία, γιατί κάποια στιγμή η δασκάλα μου έφυγε, μ΄ εγκατέλειψε κι έμεινα μόνος καταμόναχος στο σχολείο και κρύωνα και αρρώσταινα. Γι΄ αυτό κάθε που έβλεπα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο, κάτι πολύ όμορφα λυπημένο φούντωνε μέσα μου και το έλεγα στον αδελφούλη...

Αλλά, τώρα, στο πνιγερό δωμάτιό μου τι μπορούσα να περιμένω; Κι όμως...

... ανήμερα Χριστουγέννων ξύπνησα (πάλι με υψηλό πυρετό) και βρέθηκα σε ένα όνειρο! Ο έναστρος ουρανός είχε καλύψει το μισό δωμάτιο ως απάνω! Ούρλιαξα από ευτυχία και έκπληξη! Με άκουσε η μάνα μου και μπαίνοντας, σοκαρίστηκε κι εκείνη, αλλά όταν συνήλθε, απαίτησε το ίδιο βράδυ να επιστραφεί στο σχολείο το τεράστιο και βαρυφορτωμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο "με τον ίδιο τρόπο που ήλθε".

Εγώ χάρηκα τόσο πολύ για το εφήμερο δώρο του αδελφούλη και του Τάκη, που σε δυο μέρες έγιανα κι άρχισα να διαλαλώ με καμάρι το περιστατικό, το οποίο φυσικά έφτασε και στα αφτιά τού σαδιστή διευθυντή που έμενε πιο κάτω.

Τελείωσαν οι διακοπές και επιστρέψαμε σχολείο... Αμέσως μετά την προσευχή, ο Γιακωβάκης κάλεσε να έλθουν στο βήμα ο αδελφούλης και ο Τάκης. Χάρηκα κι εγώ, γιατί νόμισα ότι θα τους εγκωμίαζε, αλλά εκείνος, άρχισε, να τους δέρνει αλύπητα  μπροστά στις παγωμένες διμοιρίες των συμμαθητών μας.

Όταν πια τον πόνεσαν τα χέρια και τα πόδια του από τις μπουνιές και τις κλωτσιές, στάθηκε αγκομαχώντας πάνω από σωριασμένα παιδιά που σιγοκλαίγανε, σάστηκε κάπως, πήρε μια ανάσα και ούρλιαξε θριαμβευτικά: όποιος θέλει, ας ξανακλέψει το σχολείο!