Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Εκεί πίσω, στη γωνία...

1. Επί δώδεκα χρόνια μισούσα το σχολείο κι αν δεν μίσησα και το βιβλίο είναι επειδή είχα δίπλα μου τη μάνα μου να με διδάσκει, με το δικό της τρόπο ξεχωριστό τρόπο, γράμματα και ανθρωπιά. Κι όλα αυτά σε μια εποχή απίστευτα αυταρχική: "το κρέας δικό σου και τα κόκαλα δικά μου", παραγγέλνανε οι γονείς στο δάσκαλο.


Το σχολείο, από την πρώτη κι όλας μέρα, με υποδέχτηκε με άφθονο ξύλο. Χασμουρήθηκα εμφατικά, η δασκάλα ενοχλήθηκε, με ανέβασε στο βάθρο για να με βλέπουν όλοι και μου επιτέθηκε μανιασμένα με μια χοντρή, τετραγωνισμένη, ξύλινη ρίγα. Για να σωθώ αναγκάστηκα να της δαγκώσω το μπούτι, επίσης μανιασμένα, τόσο που το ουρλιαχτό της ακούστηκε στο μισό σχολείο.


Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που έφαγα ξύλο από δάσκαλο. Έκτοτε, όταν μου παράγγελναν υποταγή και σφαλιάρα (γιατί εν τω μεταξύ είχα γίνει μεγάλο ζιζάνιο), όπου φύγει-φύγει. Κάποτε, ένας σκληρός δάσκαλος άρχισε (μάταια) να με κυνηγάει γύρω-γύρω από τα θρανία. Ζήτησε βοήθεια από τη δασκάλα της διπλανής αίθουσας. Είδα τα σκούρα, ανέβηκα στο παράθυρο και πήδηξα στο κενό. Ήξερα να πέφτω από ψηλά: άνοιγα τα λυγισμένα γόνατα για να μην σπάσω το σαγόνι κι έβαζα ανάμεσά τους δάχτυλα και παλάμες ετοιμοπόλεμες. Δυστυχώς, αυτή τη φορά (ήταν ημιώροφος) η αδράνεια με κουτούλησε άγρια στο τσιμέντο, όπου και με βρήκαν αργότερα καταματωμένο...


2. Μετά και από αυτόν τον "άθλο", έγινα δακτυλοδεικτούμενος, αλλά και ανύπαρκτος για τους δασκάλους, οπότε κι εγώ ούτε που ξανασχολήθηκα στο σπίτι με ασκήσεις. Η μάνα μου η δόλια με έπαιρνε με το καλό: "Δεν πειράζει, ψυχή μου. Μη γράψεις τίποτε εσύ. Έλα στο γραφείo μου να κάνουμε τις εργασίες σου μαζί. Εγώ, θα τις γράψω, εγώ", και πήγαινα δίπλα της. Εκείνη έγραφε, μου μιλούσε, με ρωτούσε, ενθουσιαζόταν μόλις έλεγα κάτι, με φιλούσε μόλις πετύχαινα την ορθογραφία, μου έδινε σοκολατάκια σαν φτιάχναμε μια περιεκτική παράγραφο, ως και λεφτά για παγωτά μου έταζε όταν μάθαινα ποιήματα απ΄ έξω! Έτσι προέκυψε το παράδοξο, ο μαθητής που δεν έγραφε τίποτε και ποτέ του, να σαρώνει τα βραβεία στους διαγωνισμούς που ζητούσαν να τοιμάσουμε κείμενα στο σπίτι.


Αν και έξυπνη γυναίκα η μάνα μου, συχνά με επαινούσε δημοσίως για τις δήθεν διακρίσεις μου, τη στιγμή που ο κόσμος το είχε τούμπανο! Αλλά και μεταξύ μας, επέμενε πώς οι εκθέσεις και οι ζωντανές παράγραφοι που εκείνη σκάρωνε, δεν ήταν δικές της, αλλά έργο δικό μου! Ότι τάχα, σε μεγάλο βαθμό, εγώ τα φαντάστηκα όλα, εγώ της τα υπαγόρευσα! (Τόσο πολυ μ΄ αγαπούσε, η καημένη, που έφτανε λέει ψέματα ακόμα και στον εαυτό της!)


3. Προς τα τέλη της Τρίτης Γυμνασίου, το θυμάμαι σαν τώρα δα, της ζήτησα να... γράψουμε μία έκθεση με θέμα "Το χρήμα κι η ανθρώπινη απληστία". Με κοίταξε αυστηρά και ξηγήθηκε σαν έτοιμη από καιρό: "άκου να σου πω, παιδάκι μου: ως εδώ ήταν. Θες να γράψεις, γράψε. Δεν θές; μη γράφεις. Να θυμάσαι μόνο ότι μπορείς!"


Πήρα ανόρεχτα χαρτί και μολύβι κι αφού τα περιεργάστηκα λίγο, έριξα μια αφηρημένη ματιά κατά το παραθύρι που ήταν απέναντι από το γραφείο της. Ο άλλοτε αστός, μέτριος ζωγράφος και νυν μοναχικός, θεόκουφος και ξεπεσμένος συνταξιούχος, από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της αντικρινής πολυκατοικίας, είχε πάλι στη διαπασών (για χιλιοστή φορά και εκείνη τη βδομάδα) την "5η Συμφωνία" (γύρευε τίνος) και ενοχλούσε όλη τη γειτονιά, εκτός από μένα που τον είχα σαν παππού μου. (Συχνά η μαμά μου έδινε να του πάω πιατέλες με πίτες και σπιτίσια γλυκά. Τον εκτίμουσε πολύ. Στην κηδεία του έκλαψε περισσότερο κι από την κόρη του).


Τον ήξερα καλά και από... διαγωνισμούς που είχα... κερδίσει με τις ζωγραφιές του. Του πήγαινα χαρτιά και μου έφτιαχνε πέντε-δεκα σκίτσα, για πλάκα: γυναίκες που καπνίζανε ακουμπώντας σε φανοστάτες, γριές που με κόπο κουβαλούσαν τις καμπούρες τους σε ανύπαρκτα σοκάκια, ξεκάρφωτα κοκόρια, άλογα που καλπάζαν στον αέρα, ποδήλατα δίχως αναβάτες, παλαιομοδίτικα αεροπλάνα και τεράστια φανταχτερά αυτοκίνητα, άδεια μπουκάλια παντός είδους και τηλέφωνα ξεχαρβαλωμένα, όλα σχεδόν με μονοκοντυλιές! Είχα μάθει, λοιπόν, να τον αγαπάω και να τον ακούω το γεροξεκούτη και μαζί του είχα συνηθίσει να μου αρέσουν και οι εκκωφαντικές του μουσικές επιλογές, οι οποίες αν και μου ήταν παντελώς ξένες και ακατανόητες, ωστόσο πάντα με "ταξίδευαν".


4. Εκείνο το απόγευμα κάτι άστραψε μέσα μου και είπα δεν πάει στο διάολο "η απληστία και το χρήμα"! Εγώ θα γράψω για μένα που έφτασα 15 χρονών κι είναι ζήτημα αν έπιασα δεκαπέντε φορές μολύβι στο χέρι. Θα μιλήσω για την πρώτη μου μέρα στο σχολείο, για το σάλτο από το παραθύρι της τάξης και για όσα συνέβησαν μετά, όταν δηλαδή οι δάσκαλοι άλλαξαν στάση απέναντί μου κι αντίς να με καταδιώκουν μετά τα "εγκληματά" μου, με το μπαίνανε στην τάξη, εσκεμμένα ουρλιάζανε περιφρονητικά: "Κάπααα, γρήγορα εκεί πίσω, στη γωνία, μόνος σου!"


Κι εγώ υπάκουα τάχα ευδιάθετος. Δεν ήθελα, βλέπετε, να τους δώσω τη χαρά να με δούνε θλιμμένο. Κι όμως αυτή η τιμωρία ήταν εξουθενωτικά ατιμωτική, χειρότερη κι από το ξύλο που είχα φάει. Το ξύλο το έφαγα μια φορά και τελείωσε, ενώ τώρα η περιφρόνηση ήταν συνεχής και καθημερινά με έκαναν να νιώθω τιποτένιος και αποσυνάγωγος. Το χειρότερο ήταν ότι ενθάρρυναν τους συμμαθητές μου να με λοιδορούν συστηματικά την ώρα του μαθήματος! Αλλά κι έξω στο προαύλιο άκουγα ακόμα και φιλαράκια μου να με περιπαίζουν: "Κάπααα, γρήγορα εκεί πίσω, στη γωνία, μόνος σου!" (Γι΄ αυτό και συχνά τα βράδια έκλαιγα κρυφά, δαγκώνοντας το σεντόνι για να μην ακουστώ.)


5. Όλα αυτά τα θυμήθηκα σήμερα το πρωί που πήγα στο σχολείο για να μιλήσω με τη δασκάλα τού παιδιού, που μας παρήγγειλε ότι η κορούλα μας "ενοχλεί".


Έτυχε να φτάσω νωρίτερα και για να περάσει η ώρα, είπα να ρίξω μια διακριτική ματιά στην τάξη. Και είδα το παιδάκι μας να κάθεται εκεί πίσω, στη γωνία, μόνο του...

Με εκτίμηση

Κάπα

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Εκεί πίσω, στη γωνία...

1. Επί δώδεκα χρόνια μισούσα το σχολείο κι αν δεν μίσησα και το βιβλίο είναι επειδή είχα δίπλα μου τη μάνα μου να με διδάσκει, με το δικό της τρόπο ξεχωριστό τρόπο, γράμματα και ανθρωπιά. Κι όλα αυτά σε μια εποχή απίστευτα αυταρχική: "το κρέας δικό σου και τα κόκαλα δικά μου", παραγγέλνανε οι γονείς στο δάσκαλο.

.

Το σχολείο, από την πρώτη κι όλας μέρα, με υποδέχτηκε με άφθονο ξύλο. Χασμουρήθηκα εμφατικά, η δασκάλα ενοχλήθηκε, με ανέβασε στο βάθρο για να με βλέπουν όλοι και μου επιτέθηκε μανιασμένα με μια χοντρή, τετραγωνισμένη, ξύλινη ρίγα. Για να σωθώ αναγκάστηκα να της δαγκώσω το μπούτι, επίσης μανιασμένα, τόσο που το ουρλιαχτό της ακούστηκε στο μισό σχολείο.

.

Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που έφαγα ξύλο από δάσκαλο. Έκτοτε, όταν μου παράγγελναν υποταγή και σφαλιάρα (γιατί εν τω μεταξύ είχα γίνει μεγάλο ζιζάνιο), όπου φύγει-φύγει. Κάποτε, ένας σκληρός δάσκαλος άρχισε (μάταια) να με κυνηγάει γύρω-γύρω από τα θρανία. Ζήτησε βοήθεια από τη δασκάλα της διπλανής αίθουσας. Είδα τα σκούρα, ανέβηκα στο παράθυρο και πήδηξα στο κενό. Ήξερα να πέφτω από ψηλά: άνοιγα τα λυγισμένα γόνατα για να μην σπάσω το σαγόνι κι έβαζα ανάμεσά τους δάχτυλα και παλάμες ετοιμοπόλεμες. Δυστυχώς, αυτή τη φορά (ήταν ημιώροφος) η αδράνεια με κουτούλησε άγρια στο τσιμέντο, όπου και με βρήκαν αργότερα καταματωμένο...

.

2. Μετά και από αυτόν τον "άθλο", έγινα δακτυλοδεικτούμενος, αλλά και ανύπαρκτος για τους δασκάλους, οπότε κι εγώ ούτε που ξανασχολήθηκα στο σπίτι με ασκήσεις. Η μάνα μου η δόλια με έπαιρνε με το καλό: "Δεν πειράζει, ψυχή μου. Μη γράψεις τίποτε εσύ. Έλα στο γραφείo μου να κάνουμε τις εργασίες σου μαζί. Εγώ, θα τις γράψω, εγώ", και πήγαινα δίπλα της. Εκείνη έγραφε, μου μιλούσε, με ρωτούσε, ενθουσιαζόταν μόλις έλεγα κάτι, με φιλούσε μόλις πετύχαινα την ορθογραφία, μου έδινε σοκολατάκια σαν φτιάχναμε μια περιεκτική παράγραφο, ως και λεφτά για παγωτά μου έταζε όταν μάθαινα ποιήματα απ΄ έξω! Έτσι προέκυψε το παράδοξο, ο μαθητής που δεν έγραφε τίποτε και ποτέ του, να σαρώνει τα βραβεία στους διαγωνισμούς που ζητούσαν να τοιμάσουμε κείμενα στο σπίτι.

.

Αν και έξυπνη γυναίκα η μάνα μου, συχνά με επαινούσε δημοσίως για τις δήθεν διακρίσεις μου, τη στιγμή που ο κόσμος το είχε τούμπανο! Αλλά και μεταξύ μας, επέμενε πώς οι εκθέσεις και οι ζωντανές παράγραφοι που εκείνη σκάρωνε, δεν ήταν δικές της, αλλά έργο δικό μου! Ότι τάχα, σε μεγάλο βαθμό, εγώ τα φαντάστηκα όλα, εγώ της τα υπαγόρευσα! (Τόσο πολυ μ΄ αγαπούσε, η καημένη, που έφτανε λέει ψέματα ακόμα και στον εαυτό της!)

.

3. Προς τα τέλη της Τρίτης Γυμνασίου, το θυμάμαι σαν τώρα δα, της ζήτησα να... γράψουμε μία έκθεση με θέμα "Το χρήμα κι η ανθρώπινη απληστία". Με κοίταξε αυστηρά και ξηγήθηκε σαν έτοιμη από καιρό: "άκου να σου πω, παιδάκι μου: ως εδώ ήταν. Θες να γράψεις, γράψε. Δεν θές; μη γράφεις. Να θυμάσαι μόνο ότι μπορείς!"

.

Πήρα ανόρεχτα χαρτί και μολύβι κι αφού τα περιεργάστηκα λίγο, έριξα μια αφηρημένη ματιά κατά το παραθύρι που ήταν απέναντι από το γραφείο της. Ο άλλοτε αστός, μέτριος ζωγράφος και νυν μοναχικός, θεόκουφος και ξεπεσμένος συνταξιούχος, από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της αντικρινής πολυκατοικίας, είχε πάλι στη διαπασών (για χιλιοστή φορά και εκείνη τη βδομάδα) την "5η Συμφωνία" (γύρευε τίνος) και ενοχλούσε όλη τη γειτονιά, πλην εμού που τον είχα σαν παππού μου. (Συχνά η μαμά που έδινε να του πάω πιατέλες με πίτες και σπιτίσια γλυκά. Τον εκτίμουσε πολύ. Στην κηδεία του έκλαψε πιο πολυ και από την κόρη του).

.

Τον ήξερα καλά και από... διαγωνισμούς που είχα... κερδίσει με τις ζωγραφιές του. Του πήγαινα χαρτιά και μου έφτιαχνε πέντε-δεκα σκίτσα, για πλάκα: γυναίκες που καπνίζανε ακουμπώντας σε φανοστάτες, γριές που με κόπο κουβαλούσαν τις καμπούρες τους σε ανύπαρκτα σοκάκια, ξεκάρφωτα κοκόρια, άλογα που καλπάζαν στον αέρα, ποδήλατα δίχως αναβάτες, παλαιομοδίτικα αεροπλάνα κι αυτοκίνητα, άδεια μπουκάλια παντός είδους και τηλέφωνα ξεχαρβαλωμένα, όλα σχεδόν με μονοκοντυλιές! Είχα μάθει, λοιπόν, να τον αγαπάω και να τον ακούω το γεροξεκούτη και μαζί του είχα συνηθίσει να μου αρέσουν και οι εκκωφαντικές του μουσικές επιλογές, οι οποίες αν και μου ήταν παντελώς ξένες και ακατανόητες, ωστόσο πάντα με "ταξίδευαν".

.

4. Εκείνο το απόγευμα κάτι άστραψε μέσα μου και είπα δεν πάει στο διάολο "η απληστία και το χρήμα"! Εγώ θα γράψω για μένα που έφτασα 15 χρονών κι είναι ζήτημα αν έπιασα δεκαπέντε φορές μολύβι στο χέρι. Θα μιλήσω για την πρώτη μου μέρα στο σχολείο, για το σάλτο από το παραθύρι της τάξης και για όσα συνέβησαν μετά, όταν δηλαδή οι δάσκαλοι άλλαξαν στάση απέναντί μου κι αντίς να με καταδιώκουν μετά τα "εγκληματά" μου, με το μπαίνανε στην τάξη, εσκεμμένα ουρλιάζανε περιφρονητικά: "Κάπααα, γρήγορα εκεί πίσω, στη γωνία, μόνος σου!"

.

Κι εγώ υπάκουα τάχα ευδιάθετος. Δεν ήθελα, βλέπετε, να τους δώσω τη χαρά να με δούνε θλιμμένο. Κι όμως αυτή η τιμωρία ήταν εξουθενωτικά ατιμωτική, χειρότερη κι από το ξύλο που είχα φάει. Το ξύλο το έφαγα μια φορά και τελείωσε, ενώ τώρα η περιφρόνηση ήταν συνεχής και καθημερινά με έκαναν να νιώθω τιποτένιος και αποσυνάγωγος. Το χειρότερο ήταν ότι ενθάρρυναν τους συμμαθητές μου να με λοιδορούν συστηματικά την ώρα του μαθήματος! Αλλά κι έξω στο προαύλιο άκουγα ακόμα και φιλαράκια μου να με περιπαίζουν: "Κάπααα, γρήγορα εκεί πίσω, στη γωνία, μόνος σου!" (Γι΄ αυτό και συχνά τα βράδια έκλαιγα κρυφά, δαγκώνοντας το σεντόνι για να μην ακουστώ.)

.

5. Όλα αυτά τα θυμήθηκα σήμερα το πρωί που πήγα στο σχολείο για να μιλήσω με τη δασκάλα τού παιδιού, που μας παρήγγειλε ότι η κορούλα μας "ενοχλεί".

.

Έτυχε να φτάσω νωρίτερα και για να περάσει η ώρα, είπα να ρίξω μια διακριτική ματιά στην τάξη. Και είδα το παιδάκι μας να κάθεται εκεί πίσω, στη γωνία, μόνο του...
.


Με εκτίμηση

Κάπα

WENESDAY, NOVEMBER 26, 2008

Back there, in the corner…

1. For twelve years I hated school, and were it not for my mother, I would have hated books as well. It was her who was next to me, teaching me on her own way, on her special way, not only how to read but how to behave with kindness. All those happened in an extremely autocratic period; “the flesh is yours and the bones are ours” our parents used to tell our teachers.

I was “welcomed” at school with plenty of punishment since the very first day. I emphatically yawned once and an annoyed teacher attacked me fiercely with a wooden, thick and squared ruler, after putting me to stand on the teaching base so that everyone could see me. To save myself, I had to bite her thighs equally fiercely too, so much that her scream could be heard almost everywhere at school.

That was the first and the last time I was beaten by a teacher. Since then, when I was threatened with punishment and subjection (as I had become a real trouble) I would run away. Once, a teacher started chasing me in the classroom. He asked for help from a teacher who was in the next classroom. As things got difficult for me, I jumped out through the window. I knew how to fall from high; I had to open my bended legs -so that my jaw would not be injured- and I would put fingers and palms in between. Unfortunately, this time due to the law of inertia I hit on the cement ground where I was found lying, bleeding heavily…

2. Since that ‘achievement’ of mine I became notorious and no teacher bothered with me again, so I did not bother doing my homework either. My poor mother was trying to be nice to me: ‘Do not worry, my dear. You do not have to do any homework. Come near my desk and we will study together. I will do your homework’. I was sitting next to her while she was doing my homework. She would go on discussing with me, asking me questions. She was thrilled when I would say something and she would kiss me when I would write something correctly. She would give me chocolate when I would form a comprehensive paragraph. She would even bribe me with money and ice-cream to learn a poem by heart! That was the reason why a student that had never studied used to sweep the board at competitions on home-written texts!

Though my mother was a clever woman, she would praise me publicly for my alleged distinctions which were a public secret! Even among ourselves she was saying that the essays and the vivid accounts were done by me, not her! As if, it was me the one with the great mind imagining it all and dictating to her! (She loved me so much, my poor little mother, that she would even lie to herself!)

3. As if it were now, I remember that I was finishing the third year at the secondary school when I asked her to write…with me… an essay on ‘money and human greed’. Soberly, she looked at me saying ‘listen to me, my dear, that has gone long enough! If you want to write the essay, do it. If you do not want to write the essay, do not write it. Just remember that you can do it!’.

I took, half-heartedly, a piece of paper and a pencil and I looked over the window opposite to my mother’s desk. The, once, bourgeois, indifferent painter and now lonely, deaf and impoverished pensioner who was living in a 1st floor apartment in the block opposite to ours, was once again listening to the 5th Symphony (performed by whom?) so loudly that he was disturbing the whole neighbourhood. I was not however bothered at all as he was like a grandfather to me. (He must have listened to that piece of music over a thousand times that week). (My mother would often ask me to bring to him pies and homemade sweets. She thought highly of him. She even cried at his funeral more than his daughter).

I knew him well due to some…contests that I had won …using his drawings. I used to pass on to him white papers and he would easily do five-ten drawings for me, just like that: women with cigarettes, leaning against lamp posts, hunch-backed old women walking in fictitious alleys, roosters, horses galloping in the air, cycles without riders, antique airplanes and cars, empty bottles of all kinds, cranky phones… all those done just with one stroke! I loved that doting, old man and used to listen to his deafening music choices which though totally strange and incomprehensive to me they would always ‘carry me away’ to all kinds of places.

4. That afternoon something happened in me and I said to myself: “The hell with greed and money!” I will write about me who though I have become 15 years old I have not even held a pencil for 15 times. I shall write about my first day at school, the jump through the classroom’s window and all that happened afterwards when my teachers changed their attitude towards me and instead of chasing me after my ‘crimes’, they would purposely shout at me in contempt ‘You Kapa! Go back there to the corner, on your own!’

I would abide with their order, pretending I would do this gladly. I did not want to give them the pleasure of seeing me being sorry. That punishment was however overwhelmingly humiliating, worse than the beating I had ever had. When I was beaten it was only for once. But now with their attitude, I had fallen into a continuous contempt and I would feel a worthless, secluded person every single day. Even worse, my teachers would encourage my classmates to laugh at me systematically even during the lectures.

I could hear my schoolmates laughing at me even during the breaks at the school court, ‘ You Kapa, go back there in the corner, on your own’. (I used to secretly cry at night biting my bed sheets so as not to be heard).

5. I recalled all these today because I went to my daughter’s school to talk to her teacher as she informed us that our daughter ‘is a trouble’.

I happened to arrive at school earlier and I looked into the classroom discretely. There, in the back of the room, I saw her. I saw our little girl sitting there, in the corner on her own, alone…

.

Sincerely,

Kapa

.

Translated into English on 29th April 2009

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

Ο δικός της αγώνας

Μια φίλη, εδώ και πολυν καιρό, δίνει το δικό της ξεχωριστό αγώνα υπέρ των ατόμων με επιληψία.

Στο παρελθόν φιλοξενήσαμε ένα κείμενό της ( Αφιέρωμα σε μια αξιοθαύμαστη φίλη, την N-s )

Στο μπλογκ της (
http://nemertes.psfiles.com/?cat=8 ) έχει μια ενότητα με κειμενα για την επιληψία (επιληψία ).

Επισκεφτείτε την! Αξίζει τον κόπο!

Με αγάπη

Παράγραφος

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

- Μη φοβάσαι, μαμά, μη φοβάσαι !

Η κορούλα μας, όταν θέλει κάτι, το διατυπώνει σε ευθύ λόγο. Αν διψάει ή αν πεινάει ή αν θέλει βόλτα ή παιγνίδι με το σκυλάκι, ή να ζωγραφίσει ή να παίξει με το κομπιούτερ, τότε λέει: "θέλω νερό", "θέλω φαγητό", "θέλω βόλτα", "θέλω να παίξουμε με το σκυλάκι", "θέλω να ζωγραφίσω", "θέλω να παίξω στο κομπιούτερ" κοκ.

Το ίδιο κι όταν έχει πόνο στο αφτί, στο χέρι ή στην κοιλιά, ή αν χτυπήσει στο πόδι: -"άου, με πονάει το αφτί", -"με πονάει το χέρι", -"έπεσα και χτύπησα στο πόδι" κοκ.

Οταν όμως θέλει να περιγράψει τα συναισθήματά, τις απορίες ή τις ανησυχίες της, τότε χρησιμοποιεί τον ξεχωριστό, δικό της "πλάγιο λόγο"[ δες και εδώ ]. Αν πχ νιώσει φόβο, δεν θα πει "Μαμά, φοβάμαι", παρά θα μας κοιτάξει στα μάτια και θα μας πει -"Μη φοβάσαι!". Ή, αν δεν είναι καλά, θα μας κοιτάξει πάλι στα μάτια και θα πει: -"Είσαι καλά;"

Έτσι καταλαβαίνουμε ότι φοβάται κάτι και πως έχει ανάγκη να την αγκαλιάσουμε και να την καθησυχάσουμε, επαναλαμβάνοντας τα λόγια της: -"Μη φοβάσαι, σ΄ αγαπώ πολυ"! ΄Η να την ρωτήσουμε πώς είναι, κι αν είναι καλά και να μας πει "ναιαιαιαι"...

Χτες, μετά που συνήθλε από την κρίση, άρχισε τις "πλάγιες" ερωτήσεις και προτροπές της, οι οποίες είναι παρμένες ατάκες από την "Ντόρα" (ηρωίδα των παιδιών προσχολικής ηλικίας) προσαρμοσμένες όμως στην περίσταση:

- Τι συμβαίνει, μαμά. Συμβαίνει κάτι;

- Μη φοβάσαι, μαμά, μη φοβάσαι! Πέρασε!

- Έγινε κάτι; Τι έγινε, μαμά; Τι έγινε;

- Τίποτα, μαμά, τίποτα! Όλα εντάξει!


ΥΓ. Εμείς κοιταζόμασταν με ανάμικτα συναισθήματα και αργότερα συμφωνήσαμε πως κάποια στιγμή θα πρέπει να αρχίσουμε να εξηγουμε στο παιδί την κατάστασή του, για να μη μένουν μέσα του μετέωρα ερωτήματα , όπως για παράδειγμα, το γιατί χθες, ενώ ήταν με τα ξαδερφάκια του στο σπίτι στη θείας, ξανφικά βρέθηκε στο σπίτι μας, ξαπλωμένη και μισοναρκωμένη.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Σήμερα, όλη μέρα αγωνία...

Σήμερα, όλη μέρα, έτρεμε η ψυχή μας, γιατί το παιδί από τα χαράματα που ξύπνησε ήταν κακόκεφο και είχε τρόμο στα άκρα. Δυο τρεις ώρες μετά, κατά τις εννιά, την συνεφέραμε λίγο, όταν κατεβήκαμε και κάναμε παρέα στο σκυλάκι μας (που το υπεραγαπάει), παίζοντας, πολύ συγκρατημένα, κρυφτό και κυνηγητό.

Πάλι όμως τη βλέπαμε που δεν έστεκε καλά στα πόδια της και ενώ άλλες φορές είναι αεικίνητη, σήμερα κάθε λίγο και λιγάκι, έχανε την ισορροπία της και για να μην πέσει, κρατιόντανε από τις πλαστικές πολυθρόνες, που έχουμε παραταγμένες κατά μήκος του τοίχου (περισσότερο για να προστατεύουν το παιδί και λιγότερο για να κάθεται ο κόσμος. Ποιος κόσμος; αφού κανείς δεν πλησιάζει).

Μια-δυο φορές κρατήθηκε από τα ρούχα μας και την πλάτη του σκύλου, ο οποίος ιδιαίτερα σήμερα μου έδωσε την εντύπωση ότι παραήταν υπάκουος, συνεργάσιμος, ήρεμος και προσεκτικός, και το πιο αξιοπαρατήρητο: μετά από κάθε παιγνιδάκι, ερχόνταν προς το μέρος του παιδιού και ξάπλωνε μπροστά του κοιτώντας το στα μάτια! Να είχε προαισθανθεί άραγε κάτι; Ποιος ξέρει;

Μετά το μεσημεριανό της ύπνο, η κορούλα μας ήταν όλο αγκαλίτσες και φιλάκια. Η κακοκεφιά τήςείχε περάσει, όχι όμως και ο τρόμος που εν τω μεταξύ δυνάμωσε. Μπορούσα ακόμα κι εγώ, που είμαι άπειρος σε αυτό το νέο σύμπτωμα, να το διακρίνω ολοκάθαρα.

Και το απόγευμα, μετά το φαγητό της, αντί να μείνουμε "έσω μας" (σπίτι) και να περάσουμε ήρεμα και ήσυχα με τραγουδάκια και λίγη ζωγραφική, την πήγαμε στα ξαδερφάκια της. Μετά από λίγο, εκεί που έπαιζε (μάλλον υποτονικά), την είδαμε να χάνεται: όρθωσε το κορμί της και άρχισε να σηκώνει ψηλά το κεφάλι και να το γυρίζει αργά προς τα δεξιά και μαζί του να στροβιλίζονται τα μεγάλα της μάτια και να χάνονται προς το πουθενά.

Το επεισόδιο κράτησε μόνο δυο-τρία λεπτά κι η κορουλα μας, προτού πέσει σε βαθύ λήθαργο, έδειξε να χαίρεται το οξυγόνο που της δώσαμε. (Ποτέ δεν αποχωριζόμαστε τις Πρώτες Βοήθειες, δηλαδή οξυγόνο, σάξιον, στεζολίντ (υπόθετα βάλιουμ), αλλαξιές, πετσετούλες, αδιάβροχα σεντόνια, κάλτες κ.ά)

Μόλις κοιμήθηκε για τα καλά (στο υπνοδωμάτιο της θείας), εμείς, δίχως να κοιτάμε ο ένας τον άλλον, αλλά ουτε και τους άλλους, ριχτήκαμε στο βαλιτζάκι με τις Πρώτες Βοήθειες (για να το ταχτοποιήσουμε, τάχα), διπλώνοντας και τακτοποιώντας τα ρουχαλάκια, τις πετσέτες και τα στεζονλίντ, τα σωληνάκια του σάξιον και το μηχανάκι του οξυγόνου, και όλα αυτά εντελώς άσκοπα, νευρικά και αμίλητα.

Σα να προσπαθούμε μ΄αυτό το "τελετουργικό", που μας πιάνει πάντα μετά τις κρίσεις του παιδιού, να ξορκίσουμε το κακό.

Αμ, δεν ξορκίζεται...