Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

Εκεί πίσω, στη γωνία...

1. Επί δώδεκα χρόνια μισούσα το σχολείο κι αν δεν μίσησα και το βιβλίο είναι επειδή είχα δίπλα μου τη μάνα μου να με διδάσκει, με το δικό της τρόπο ξεχωριστό τρόπο, γράμματα και ανθρωπιά. Κι όλα αυτά σε μια εποχή απίστευτα αυταρχική: "το κρέας δικό σου και τα κόκαλα δικά μου", παραγγέλνανε οι γονείς στο δάσκαλο.


Το σχολείο, από την πρώτη κι όλας μέρα, με υποδέχτηκε με άφθονο ξύλο. Χασμουρήθηκα εμφατικά, η δασκάλα ενοχλήθηκε, με ανέβασε στο βάθρο για να με βλέπουν όλοι και μου επιτέθηκε μανιασμένα με μια χοντρή, τετραγωνισμένη, ξύλινη ρίγα. Για να σωθώ αναγκάστηκα να της δαγκώσω το μπούτι, επίσης μανιασμένα, τόσο που το ουρλιαχτό της ακούστηκε στο μισό σχολείο.


Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που έφαγα ξύλο από δάσκαλο. Έκτοτε, όταν μου παράγγελναν υποταγή και σφαλιάρα (γιατί εν τω μεταξύ είχα γίνει μεγάλο ζιζάνιο), όπου φύγει-φύγει. Κάποτε, ένας σκληρός δάσκαλος άρχισε (μάταια) να με κυνηγάει γύρω-γύρω από τα θρανία. Ζήτησε βοήθεια από τη δασκάλα της διπλανής αίθουσας. Είδα τα σκούρα, ανέβηκα στο παράθυρο και πήδηξα στο κενό. Ήξερα να πέφτω από ψηλά: άνοιγα τα λυγισμένα γόνατα για να μην σπάσω το σαγόνι κι έβαζα ανάμεσά τους δάχτυλα και παλάμες ετοιμοπόλεμες. Δυστυχώς, αυτή τη φορά (ήταν ημιώροφος) η αδράνεια με κουτούλησε άγρια στο τσιμέντο, όπου και με βρήκαν αργότερα καταματωμένο...


2. Μετά και από αυτόν τον "άθλο", έγινα δακτυλοδεικτούμενος, αλλά και ανύπαρκτος για τους δασκάλους, οπότε κι εγώ ούτε που ξανασχολήθηκα στο σπίτι με ασκήσεις. Η μάνα μου η δόλια με έπαιρνε με το καλό: "Δεν πειράζει, ψυχή μου. Μη γράψεις τίποτε εσύ. Έλα στο γραφείo μου να κάνουμε τις εργασίες σου μαζί. Εγώ, θα τις γράψω, εγώ", και πήγαινα δίπλα της. Εκείνη έγραφε, μου μιλούσε, με ρωτούσε, ενθουσιαζόταν μόλις έλεγα κάτι, με φιλούσε μόλις πετύχαινα την ορθογραφία, μου έδινε σοκολατάκια σαν φτιάχναμε μια περιεκτική παράγραφο, ως και λεφτά για παγωτά μου έταζε όταν μάθαινα ποιήματα απ΄ έξω! Έτσι προέκυψε το παράδοξο, ο μαθητής που δεν έγραφε τίποτε και ποτέ του, να σαρώνει τα βραβεία στους διαγωνισμούς που ζητούσαν να τοιμάσουμε κείμενα στο σπίτι.


Αν και έξυπνη γυναίκα η μάνα μου, συχνά με επαινούσε δημοσίως για τις δήθεν διακρίσεις μου, τη στιγμή που ο κόσμος το είχε τούμπανο! Αλλά και μεταξύ μας, επέμενε πώς οι εκθέσεις και οι ζωντανές παράγραφοι που εκείνη σκάρωνε, δεν ήταν δικές της, αλλά έργο δικό μου! Ότι τάχα, σε μεγάλο βαθμό, εγώ τα φαντάστηκα όλα, εγώ της τα υπαγόρευσα! (Τόσο πολυ μ΄ αγαπούσε, η καημένη, που έφτανε λέει ψέματα ακόμα και στον εαυτό της!)


3. Προς τα τέλη της Τρίτης Γυμνασίου, το θυμάμαι σαν τώρα δα, της ζήτησα να... γράψουμε μία έκθεση με θέμα "Το χρήμα κι η ανθρώπινη απληστία". Με κοίταξε αυστηρά και ξηγήθηκε σαν έτοιμη από καιρό: "άκου να σου πω, παιδάκι μου: ως εδώ ήταν. Θες να γράψεις, γράψε. Δεν θές; μη γράφεις. Να θυμάσαι μόνο ότι μπορείς!"


Πήρα ανόρεχτα χαρτί και μολύβι κι αφού τα περιεργάστηκα λίγο, έριξα μια αφηρημένη ματιά κατά το παραθύρι που ήταν απέναντι από το γραφείο της. Ο άλλοτε αστός, μέτριος ζωγράφος και νυν μοναχικός, θεόκουφος και ξεπεσμένος συνταξιούχος, από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της αντικρινής πολυκατοικίας, είχε πάλι στη διαπασών (για χιλιοστή φορά και εκείνη τη βδομάδα) την "5η Συμφωνία" (γύρευε τίνος) και ενοχλούσε όλη τη γειτονιά, εκτός από μένα που τον είχα σαν παππού μου. (Συχνά η μαμά μου έδινε να του πάω πιατέλες με πίτες και σπιτίσια γλυκά. Τον εκτίμουσε πολύ. Στην κηδεία του έκλαψε περισσότερο κι από την κόρη του).


Τον ήξερα καλά και από... διαγωνισμούς που είχα... κερδίσει με τις ζωγραφιές του. Του πήγαινα χαρτιά και μου έφτιαχνε πέντε-δεκα σκίτσα, για πλάκα: γυναίκες που καπνίζανε ακουμπώντας σε φανοστάτες, γριές που με κόπο κουβαλούσαν τις καμπούρες τους σε ανύπαρκτα σοκάκια, ξεκάρφωτα κοκόρια, άλογα που καλπάζαν στον αέρα, ποδήλατα δίχως αναβάτες, παλαιομοδίτικα αεροπλάνα και τεράστια φανταχτερά αυτοκίνητα, άδεια μπουκάλια παντός είδους και τηλέφωνα ξεχαρβαλωμένα, όλα σχεδόν με μονοκοντυλιές! Είχα μάθει, λοιπόν, να τον αγαπάω και να τον ακούω το γεροξεκούτη και μαζί του είχα συνηθίσει να μου αρέσουν και οι εκκωφαντικές του μουσικές επιλογές, οι οποίες αν και μου ήταν παντελώς ξένες και ακατανόητες, ωστόσο πάντα με "ταξίδευαν".


4. Εκείνο το απόγευμα κάτι άστραψε μέσα μου και είπα δεν πάει στο διάολο "η απληστία και το χρήμα"! Εγώ θα γράψω για μένα που έφτασα 15 χρονών κι είναι ζήτημα αν έπιασα δεκαπέντε φορές μολύβι στο χέρι. Θα μιλήσω για την πρώτη μου μέρα στο σχολείο, για το σάλτο από το παραθύρι της τάξης και για όσα συνέβησαν μετά, όταν δηλαδή οι δάσκαλοι άλλαξαν στάση απέναντί μου κι αντίς να με καταδιώκουν μετά τα "εγκληματά" μου, με το μπαίνανε στην τάξη, εσκεμμένα ουρλιάζανε περιφρονητικά: "Κάπααα, γρήγορα εκεί πίσω, στη γωνία, μόνος σου!"


Κι εγώ υπάκουα τάχα ευδιάθετος. Δεν ήθελα, βλέπετε, να τους δώσω τη χαρά να με δούνε θλιμμένο. Κι όμως αυτή η τιμωρία ήταν εξουθενωτικά ατιμωτική, χειρότερη κι από το ξύλο που είχα φάει. Το ξύλο το έφαγα μια φορά και τελείωσε, ενώ τώρα η περιφρόνηση ήταν συνεχής και καθημερινά με έκαναν να νιώθω τιποτένιος και αποσυνάγωγος. Το χειρότερο ήταν ότι ενθάρρυναν τους συμμαθητές μου να με λοιδορούν συστηματικά την ώρα του μαθήματος! Αλλά κι έξω στο προαύλιο άκουγα ακόμα και φιλαράκια μου να με περιπαίζουν: "Κάπααα, γρήγορα εκεί πίσω, στη γωνία, μόνος σου!" (Γι΄ αυτό και συχνά τα βράδια έκλαιγα κρυφά, δαγκώνοντας το σεντόνι για να μην ακουστώ.)


5. Όλα αυτά τα θυμήθηκα σήμερα το πρωί που πήγα στο σχολείο για να μιλήσω με τη δασκάλα τού παιδιού, που μας παρήγγειλε ότι η κορούλα μας "ενοχλεί".


Έτυχε να φτάσω νωρίτερα και για να περάσει η ώρα, είπα να ρίξω μια διακριτική ματιά στην τάξη. Και είδα το παιδάκι μας να κάθεται εκεί πίσω, στη γωνία, μόνο του...

Με εκτίμηση

Κάπα

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Εκεί πίσω, στη γωνία...

1. Επί δώδεκα χρόνια μισούσα το σχολείο κι αν δεν μίσησα και το βιβλίο είναι επειδή είχα δίπλα μου τη μάνα μου να με διδάσκει, με το δικό της τρόπο ξεχωριστό τρόπο, γράμματα και ανθρωπιά. Κι όλα αυτά σε μια εποχή απίστευτα αυταρχική: "το κρέας δικό σου και τα κόκαλα δικά μου", παραγγέλνανε οι γονείς στο δάσκαλο.

.

Το σχολείο, από την πρώτη κι όλας μέρα, με υποδέχτηκε με άφθονο ξύλο. Χασμουρήθηκα εμφατικά, η δασκάλα ενοχλήθηκε, με ανέβασε στο βάθρο για να με βλέπουν όλοι και μου επιτέθηκε μανιασμένα με μια χοντρή, τετραγωνισμένη, ξύλινη ρίγα. Για να σωθώ αναγκάστηκα να της δαγκώσω το μπούτι, επίσης μανιασμένα, τόσο που το ουρλιαχτό της ακούστηκε στο μισό σχολείο.

.

Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που έφαγα ξύλο από δάσκαλο. Έκτοτε, όταν μου παράγγελναν υποταγή και σφαλιάρα (γιατί εν τω μεταξύ είχα γίνει μεγάλο ζιζάνιο), όπου φύγει-φύγει. Κάποτε, ένας σκληρός δάσκαλος άρχισε (μάταια) να με κυνηγάει γύρω-γύρω από τα θρανία. Ζήτησε βοήθεια από τη δασκάλα της διπλανής αίθουσας. Είδα τα σκούρα, ανέβηκα στο παράθυρο και πήδηξα στο κενό. Ήξερα να πέφτω από ψηλά: άνοιγα τα λυγισμένα γόνατα για να μην σπάσω το σαγόνι κι έβαζα ανάμεσά τους δάχτυλα και παλάμες ετοιμοπόλεμες. Δυστυχώς, αυτή τη φορά (ήταν ημιώροφος) η αδράνεια με κουτούλησε άγρια στο τσιμέντο, όπου και με βρήκαν αργότερα καταματωμένο...

.

2. Μετά και από αυτόν τον "άθλο", έγινα δακτυλοδεικτούμενος, αλλά και ανύπαρκτος για τους δασκάλους, οπότε κι εγώ ούτε που ξανασχολήθηκα στο σπίτι με ασκήσεις. Η μάνα μου η δόλια με έπαιρνε με το καλό: "Δεν πειράζει, ψυχή μου. Μη γράψεις τίποτε εσύ. Έλα στο γραφείo μου να κάνουμε τις εργασίες σου μαζί. Εγώ, θα τις γράψω, εγώ", και πήγαινα δίπλα της. Εκείνη έγραφε, μου μιλούσε, με ρωτούσε, ενθουσιαζόταν μόλις έλεγα κάτι, με φιλούσε μόλις πετύχαινα την ορθογραφία, μου έδινε σοκολατάκια σαν φτιάχναμε μια περιεκτική παράγραφο, ως και λεφτά για παγωτά μου έταζε όταν μάθαινα ποιήματα απ΄ έξω! Έτσι προέκυψε το παράδοξο, ο μαθητής που δεν έγραφε τίποτε και ποτέ του, να σαρώνει τα βραβεία στους διαγωνισμούς που ζητούσαν να τοιμάσουμε κείμενα στο σπίτι.

.

Αν και έξυπνη γυναίκα η μάνα μου, συχνά με επαινούσε δημοσίως για τις δήθεν διακρίσεις μου, τη στιγμή που ο κόσμος το είχε τούμπανο! Αλλά και μεταξύ μας, επέμενε πώς οι εκθέσεις και οι ζωντανές παράγραφοι που εκείνη σκάρωνε, δεν ήταν δικές της, αλλά έργο δικό μου! Ότι τάχα, σε μεγάλο βαθμό, εγώ τα φαντάστηκα όλα, εγώ της τα υπαγόρευσα! (Τόσο πολυ μ΄ αγαπούσε, η καημένη, που έφτανε λέει ψέματα ακόμα και στον εαυτό της!)

.

3. Προς τα τέλη της Τρίτης Γυμνασίου, το θυμάμαι σαν τώρα δα, της ζήτησα να... γράψουμε μία έκθεση με θέμα "Το χρήμα κι η ανθρώπινη απληστία". Με κοίταξε αυστηρά και ξηγήθηκε σαν έτοιμη από καιρό: "άκου να σου πω, παιδάκι μου: ως εδώ ήταν. Θες να γράψεις, γράψε. Δεν θές; μη γράφεις. Να θυμάσαι μόνο ότι μπορείς!"

.

Πήρα ανόρεχτα χαρτί και μολύβι κι αφού τα περιεργάστηκα λίγο, έριξα μια αφηρημένη ματιά κατά το παραθύρι που ήταν απέναντι από το γραφείο της. Ο άλλοτε αστός, μέτριος ζωγράφος και νυν μοναχικός, θεόκουφος και ξεπεσμένος συνταξιούχος, από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της αντικρινής πολυκατοικίας, είχε πάλι στη διαπασών (για χιλιοστή φορά και εκείνη τη βδομάδα) την "5η Συμφωνία" (γύρευε τίνος) και ενοχλούσε όλη τη γειτονιά, πλην εμού που τον είχα σαν παππού μου. (Συχνά η μαμά που έδινε να του πάω πιατέλες με πίτες και σπιτίσια γλυκά. Τον εκτίμουσε πολύ. Στην κηδεία του έκλαψε πιο πολυ και από την κόρη του).

.

Τον ήξερα καλά και από... διαγωνισμούς που είχα... κερδίσει με τις ζωγραφιές του. Του πήγαινα χαρτιά και μου έφτιαχνε πέντε-δεκα σκίτσα, για πλάκα: γυναίκες που καπνίζανε ακουμπώντας σε φανοστάτες, γριές που με κόπο κουβαλούσαν τις καμπούρες τους σε ανύπαρκτα σοκάκια, ξεκάρφωτα κοκόρια, άλογα που καλπάζαν στον αέρα, ποδήλατα δίχως αναβάτες, παλαιομοδίτικα αεροπλάνα κι αυτοκίνητα, άδεια μπουκάλια παντός είδους και τηλέφωνα ξεχαρβαλωμένα, όλα σχεδόν με μονοκοντυλιές! Είχα μάθει, λοιπόν, να τον αγαπάω και να τον ακούω το γεροξεκούτη και μαζί του είχα συνηθίσει να μου αρέσουν και οι εκκωφαντικές του μουσικές επιλογές, οι οποίες αν και μου ήταν παντελώς ξένες και ακατανόητες, ωστόσο πάντα με "ταξίδευαν".

.

4. Εκείνο το απόγευμα κάτι άστραψε μέσα μου και είπα δεν πάει στο διάολο "η απληστία και το χρήμα"! Εγώ θα γράψω για μένα που έφτασα 15 χρονών κι είναι ζήτημα αν έπιασα δεκαπέντε φορές μολύβι στο χέρι. Θα μιλήσω για την πρώτη μου μέρα στο σχολείο, για το σάλτο από το παραθύρι της τάξης και για όσα συνέβησαν μετά, όταν δηλαδή οι δάσκαλοι άλλαξαν στάση απέναντί μου κι αντίς να με καταδιώκουν μετά τα "εγκληματά" μου, με το μπαίνανε στην τάξη, εσκεμμένα ουρλιάζανε περιφρονητικά: "Κάπααα, γρήγορα εκεί πίσω, στη γωνία, μόνος σου!"

.

Κι εγώ υπάκουα τάχα ευδιάθετος. Δεν ήθελα, βλέπετε, να τους δώσω τη χαρά να με δούνε θλιμμένο. Κι όμως αυτή η τιμωρία ήταν εξουθενωτικά ατιμωτική, χειρότερη κι από το ξύλο που είχα φάει. Το ξύλο το έφαγα μια φορά και τελείωσε, ενώ τώρα η περιφρόνηση ήταν συνεχής και καθημερινά με έκαναν να νιώθω τιποτένιος και αποσυνάγωγος. Το χειρότερο ήταν ότι ενθάρρυναν τους συμμαθητές μου να με λοιδορούν συστηματικά την ώρα του μαθήματος! Αλλά κι έξω στο προαύλιο άκουγα ακόμα και φιλαράκια μου να με περιπαίζουν: "Κάπααα, γρήγορα εκεί πίσω, στη γωνία, μόνος σου!" (Γι΄ αυτό και συχνά τα βράδια έκλαιγα κρυφά, δαγκώνοντας το σεντόνι για να μην ακουστώ.)

.

5. Όλα αυτά τα θυμήθηκα σήμερα το πρωί που πήγα στο σχολείο για να μιλήσω με τη δασκάλα τού παιδιού, που μας παρήγγειλε ότι η κορούλα μας "ενοχλεί".

.

Έτυχε να φτάσω νωρίτερα και για να περάσει η ώρα, είπα να ρίξω μια διακριτική ματιά στην τάξη. Και είδα το παιδάκι μας να κάθεται εκεί πίσω, στη γωνία, μόνο του...
.


Με εκτίμηση

Κάπα

WENESDAY, NOVEMBER 26, 2008

Back there, in the corner…

1. For twelve years I hated school, and were it not for my mother, I would have hated books as well. It was her who was next to me, teaching me on her own way, on her special way, not only how to read but how to behave with kindness. All those happened in an extremely autocratic period; “the flesh is yours and the bones are ours” our parents used to tell our teachers.

I was “welcomed” at school with plenty of punishment since the very first day. I emphatically yawned once and an annoyed teacher attacked me fiercely with a wooden, thick and squared ruler, after putting me to stand on the teaching base so that everyone could see me. To save myself, I had to bite her thighs equally fiercely too, so much that her scream could be heard almost everywhere at school.

That was the first and the last time I was beaten by a teacher. Since then, when I was threatened with punishment and subjection (as I had become a real trouble) I would run away. Once, a teacher started chasing me in the classroom. He asked for help from a teacher who was in the next classroom. As things got difficult for me, I jumped out through the window. I knew how to fall from high; I had to open my bended legs -so that my jaw would not be injured- and I would put fingers and palms in between. Unfortunately, this time due to the law of inertia I hit on the cement ground where I was found lying, bleeding heavily…

2. Since that ‘achievement’ of mine I became notorious and no teacher bothered with me again, so I did not bother doing my homework either. My poor mother was trying to be nice to me: ‘Do not worry, my dear. You do not have to do any homework. Come near my desk and we will study together. I will do your homework’. I was sitting next to her while she was doing my homework. She would go on discussing with me, asking me questions. She was thrilled when I would say something and she would kiss me when I would write something correctly. She would give me chocolate when I would form a comprehensive paragraph. She would even bribe me with money and ice-cream to learn a poem by heart! That was the reason why a student that had never studied used to sweep the board at competitions on home-written texts!

Though my mother was a clever woman, she would praise me publicly for my alleged distinctions which were a public secret! Even among ourselves she was saying that the essays and the vivid accounts were done by me, not her! As if, it was me the one with the great mind imagining it all and dictating to her! (She loved me so much, my poor little mother, that she would even lie to herself!)

3. As if it were now, I remember that I was finishing the third year at the secondary school when I asked her to write…with me… an essay on ‘money and human greed’. Soberly, she looked at me saying ‘listen to me, my dear, that has gone long enough! If you want to write the essay, do it. If you do not want to write the essay, do not write it. Just remember that you can do it!’.

I took, half-heartedly, a piece of paper and a pencil and I looked over the window opposite to my mother’s desk. The, once, bourgeois, indifferent painter and now lonely, deaf and impoverished pensioner who was living in a 1st floor apartment in the block opposite to ours, was once again listening to the 5th Symphony (performed by whom?) so loudly that he was disturbing the whole neighbourhood. I was not however bothered at all as he was like a grandfather to me. (He must have listened to that piece of music over a thousand times that week). (My mother would often ask me to bring to him pies and homemade sweets. She thought highly of him. She even cried at his funeral more than his daughter).

I knew him well due to some…contests that I had won …using his drawings. I used to pass on to him white papers and he would easily do five-ten drawings for me, just like that: women with cigarettes, leaning against lamp posts, hunch-backed old women walking in fictitious alleys, roosters, horses galloping in the air, cycles without riders, antique airplanes and cars, empty bottles of all kinds, cranky phones… all those done just with one stroke! I loved that doting, old man and used to listen to his deafening music choices which though totally strange and incomprehensive to me they would always ‘carry me away’ to all kinds of places.

4. That afternoon something happened in me and I said to myself: “The hell with greed and money!” I will write about me who though I have become 15 years old I have not even held a pencil for 15 times. I shall write about my first day at school, the jump through the classroom’s window and all that happened afterwards when my teachers changed their attitude towards me and instead of chasing me after my ‘crimes’, they would purposely shout at me in contempt ‘You Kapa! Go back there to the corner, on your own!’

I would abide with their order, pretending I would do this gladly. I did not want to give them the pleasure of seeing me being sorry. That punishment was however overwhelmingly humiliating, worse than the beating I had ever had. When I was beaten it was only for once. But now with their attitude, I had fallen into a continuous contempt and I would feel a worthless, secluded person every single day. Even worse, my teachers would encourage my classmates to laugh at me systematically even during the lectures.

I could hear my schoolmates laughing at me even during the breaks at the school court, ‘ You Kapa, go back there in the corner, on your own’. (I used to secretly cry at night biting my bed sheets so as not to be heard).

5. I recalled all these today because I went to my daughter’s school to talk to her teacher as she informed us that our daughter ‘is a trouble’.

I happened to arrive at school earlier and I looked into the classroom discretely. There, in the back of the room, I saw her. I saw our little girl sitting there, in the corner on her own, alone…

.

Sincerely,

Kapa

.

Translated into English on 29th April 2009

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008

Ο δικός της αγώνας

Μια φίλη, εδώ και πολυν καιρό, δίνει το δικό της ξεχωριστό αγώνα υπέρ των ατόμων με επιληψία.

Στο παρελθόν φιλοξενήσαμε ένα κείμενό της ( Αφιέρωμα σε μια αξιοθαύμαστη φίλη, την N-s )

Στο μπλογκ της (
http://nemertes.psfiles.com/?cat=8 ) έχει μια ενότητα με κειμενα για την επιληψία (επιληψία ).

Επισκεφτείτε την! Αξίζει τον κόπο!

Με αγάπη

Παράγραφος

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

- Μη φοβάσαι, μαμά, μη φοβάσαι !

Η κορούλα μας, όταν θέλει κάτι, το διατυπώνει σε ευθύ λόγο. Αν διψάει ή αν πεινάει ή αν θέλει βόλτα ή παιγνίδι με το σκυλάκι, ή να ζωγραφίσει ή να παίξει με το κομπιούτερ, τότε λέει: "θέλω νερό", "θέλω φαγητό", "θέλω βόλτα", "θέλω να παίξουμε με το σκυλάκι", "θέλω να ζωγραφίσω", "θέλω να παίξω στο κομπιούτερ" κοκ.

Το ίδιο κι όταν έχει πόνο στο αφτί, στο χέρι ή στην κοιλιά, ή αν χτυπήσει στο πόδι: -"άου, με πονάει το αφτί", -"με πονάει το χέρι", -"έπεσα και χτύπησα στο πόδι" κοκ.

Οταν όμως θέλει να περιγράψει τα συναισθήματά, τις απορίες ή τις ανησυχίες της, τότε χρησιμοποιεί τον ξεχωριστό, δικό της "πλάγιο λόγο"[ δες και εδώ ]. Αν πχ νιώσει φόβο, δεν θα πει "Μαμά, φοβάμαι", παρά θα μας κοιτάξει στα μάτια και θα μας πει -"Μη φοβάσαι!". Ή, αν δεν είναι καλά, θα μας κοιτάξει πάλι στα μάτια και θα πει: -"Είσαι καλά;"

Έτσι καταλαβαίνουμε ότι φοβάται κάτι και πως έχει ανάγκη να την αγκαλιάσουμε και να την καθησυχάσουμε, επαναλαμβάνοντας τα λόγια της: -"Μη φοβάσαι, σ΄ αγαπώ πολυ"! ΄Η να την ρωτήσουμε πώς είναι, κι αν είναι καλά και να μας πει "ναιαιαιαι"...

Χτες, μετά που συνήθλε από την κρίση, άρχισε τις "πλάγιες" ερωτήσεις και προτροπές της, οι οποίες είναι παρμένες ατάκες από την "Ντόρα" (ηρωίδα των παιδιών προσχολικής ηλικίας) προσαρμοσμένες όμως στην περίσταση:

- Τι συμβαίνει, μαμά. Συμβαίνει κάτι;

- Μη φοβάσαι, μαμά, μη φοβάσαι! Πέρασε!

- Έγινε κάτι; Τι έγινε, μαμά; Τι έγινε;

- Τίποτα, μαμά, τίποτα! Όλα εντάξει!


ΥΓ. Εμείς κοιταζόμασταν με ανάμικτα συναισθήματα και αργότερα συμφωνήσαμε πως κάποια στιγμή θα πρέπει να αρχίσουμε να εξηγουμε στο παιδί την κατάστασή του, για να μη μένουν μέσα του μετέωρα ερωτήματα , όπως για παράδειγμα, το γιατί χθες, ενώ ήταν με τα ξαδερφάκια του στο σπίτι στη θείας, ξανφικά βρέθηκε στο σπίτι μας, ξαπλωμένη και μισοναρκωμένη.

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008

Σήμερα, όλη μέρα αγωνία...

Σήμερα, όλη μέρα, έτρεμε η ψυχή μας, γιατί το παιδί από τα χαράματα που ξύπνησε ήταν κακόκεφο και είχε τρόμο στα άκρα. Δυο τρεις ώρες μετά, κατά τις εννιά, την συνεφέραμε λίγο, όταν κατεβήκαμε και κάναμε παρέα στο σκυλάκι μας (που το υπεραγαπάει), παίζοντας, πολύ συγκρατημένα, κρυφτό και κυνηγητό.

Πάλι όμως τη βλέπαμε που δεν έστεκε καλά στα πόδια της και ενώ άλλες φορές είναι αεικίνητη, σήμερα κάθε λίγο και λιγάκι, έχανε την ισορροπία της και για να μην πέσει, κρατιόντανε από τις πλαστικές πολυθρόνες, που έχουμε παραταγμένες κατά μήκος του τοίχου (περισσότερο για να προστατεύουν το παιδί και λιγότερο για να κάθεται ο κόσμος. Ποιος κόσμος; αφού κανείς δεν πλησιάζει).

Μια-δυο φορές κρατήθηκε από τα ρούχα μας και την πλάτη του σκύλου, ο οποίος ιδιαίτερα σήμερα μου έδωσε την εντύπωση ότι παραήταν υπάκουος, συνεργάσιμος, ήρεμος και προσεκτικός, και το πιο αξιοπαρατήρητο: μετά από κάθε παιγνιδάκι, ερχόνταν προς το μέρος του παιδιού και ξάπλωνε μπροστά του κοιτώντας το στα μάτια! Να είχε προαισθανθεί άραγε κάτι; Ποιος ξέρει;

Μετά το μεσημεριανό της ύπνο, η κορούλα μας ήταν όλο αγκαλίτσες και φιλάκια. Η κακοκεφιά τήςείχε περάσει, όχι όμως και ο τρόμος που εν τω μεταξύ δυνάμωσε. Μπορούσα ακόμα κι εγώ, που είμαι άπειρος σε αυτό το νέο σύμπτωμα, να το διακρίνω ολοκάθαρα.

Και το απόγευμα, μετά το φαγητό της, αντί να μείνουμε "έσω μας" (σπίτι) και να περάσουμε ήρεμα και ήσυχα με τραγουδάκια και λίγη ζωγραφική, την πήγαμε στα ξαδερφάκια της. Μετά από λίγο, εκεί που έπαιζε (μάλλον υποτονικά), την είδαμε να χάνεται: όρθωσε το κορμί της και άρχισε να σηκώνει ψηλά το κεφάλι και να το γυρίζει αργά προς τα δεξιά και μαζί του να στροβιλίζονται τα μεγάλα της μάτια και να χάνονται προς το πουθενά.

Το επεισόδιο κράτησε μόνο δυο-τρία λεπτά κι η κορουλα μας, προτού πέσει σε βαθύ λήθαργο, έδειξε να χαίρεται το οξυγόνο που της δώσαμε. (Ποτέ δεν αποχωριζόμαστε τις Πρώτες Βοήθειες, δηλαδή οξυγόνο, σάξιον, στεζολίντ (υπόθετα βάλιουμ), αλλαξιές, πετσετούλες, αδιάβροχα σεντόνια, κάλτες κ.ά)

Μόλις κοιμήθηκε για τα καλά (στο υπνοδωμάτιο της θείας), εμείς, δίχως να κοιτάμε ο ένας τον άλλον, αλλά ουτε και τους άλλους, ριχτήκαμε στο βαλιτζάκι με τις Πρώτες Βοήθειες (για να το ταχτοποιήσουμε, τάχα), διπλώνοντας και τακτοποιώντας τα ρουχαλάκια, τις πετσέτες και τα στεζονλίντ, τα σωληνάκια του σάξιον και το μηχανάκι του οξυγόνου, και όλα αυτά εντελώς άσκοπα, νευρικά και αμίλητα.

Σα να προσπαθούμε μ΄αυτό το "τελετουργικό", που μας πιάνει πάντα μετά τις κρίσεις του παιδιού, να ξορκίσουμε το κακό.

Αμ, δεν ξορκίζεται...

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Υπογλυκαιμία

διάλειμμα με ένα, εκτός θέματος, αφήγημα


1. Όπως κατεβαίναμε από την πλατεία, κάναμε αριστερά, προσπερνούσαμε τις καπναποθήκες και το περίπτερο της κυρα-Ντίνας, στρίβαμε δεξιά, φτάναμε στο γιοφύρι κι αμέσως πάνω αριστερά βλέπαμε που δέσποζε η σεμνή περηφάνια τής αγαπημένης, πανέμορφης, αιωνόβιας εκκλησιάς, με την πελώρια, ασήκωτη δίφυλλη είσοδο, που ήτανε θαρρείς σπρωγμένη ως την καρδιά τού νάρθηκα. Ζερβά-δεξά σκαρφάλωναν ίσαμε τον ουρανό τα δυο καμπαναριά της και λίγο πιο πίσω ολοφώτιστος ο θεόρατος τρούλος πάσχισε να στεριώσει τον σμαλτωμένο του σταυρό ανάμεσα στα σύννεφα. Παραπίσω, καθώς το μάτι πλησίαζε τον Ιερό, χαμήλωνε, χαμήλωνε η καημένη Αγιά-Τριάδα. Χαμήλωνε, χαμήλωνε κι έσκυβε ταπεινά. Μονάχα πάνω απ΄ το θυσιαστήριο ανασηκωνότανε λιγάκι για ν΄ ακουμπήσει, στο τέλος, απαλά πάνω στο πλακόστρωτο, ίδια συντετριμμένη ράχη κυρτωμένου ευλαβικού προσκυνητή, μεγαλοβδόμαδα, μπροστά στα Άγια των Αγίων ...

Κι ύστερα έβλεπες από τα πλαϊνά της να ροβολούν πεζούλες με ανάκατα, τετράγωνα και στρογγυλά κηπάκια ανθισμένα (κι από καμιά ελίτσα μέσα-μέσα). Όμως από μπροστά τα πράγματα σοβάρευαν. Το πλατύ, ασφαλτοστρωμένο δρομάκι (μετά τη γέφυρα) ανέβαινε με μπόλικη επισημότητα, καρσί ως το πρώτο επίπεδο της αυλής της εκκλησίας, που έμοιαζε με τεράστιο κεφαλόσκαλο, πλατύ και βαθύ όσο τρεις σειρές από πέντε φορτηγά στη σειρά. Ανέβαινες άλλα τρία σκαλιά, περνούσε το δεύτερο πλακώστρωτο, που ήτανε κάπω μεταλύτερο από το πρώτο, κι όσο πλησίαζε τα σκαλιά της Πύλης τόσο περισσότερο τρέμανε τα πόδια σου, με τόσες καμπάνες που τρίκλιζαν πανωκέφαλα. Πέντε μαρμάρινα σκαλιά, το παγκάρι, τα κεριά, ο ασπασμός, τα θηλυκά στο γυναικωνίτη, οι άντρες κάτω, και τα παιδιά όξω από τα μάρμαρα του τέμπλου. Κύριος των πάντων ο μονόφθλαμος Παντοκράτορας. Κολλημένος εκεί ψηλά, μας κοιτούσα απειλητικά, κάτω από τα είκοσι τρία πολύχρωμα, καμαρωτά παραθυράκια που τον στεφάνωναν, κρατώντας ώς άλλοι μικροί άτλαντες (ένας θεός ήξερε πώς) το θεόρατου τρούλο.

2. Κι εγώ με τον Στέφανο μέσα στο ιερό κόβαμεε αντίδωρα και ζεσταίναμε το νερό για τη Θεία Κοινωνία, παρακολουθώντας τον τρελοπαπα-Σπύρο που κάθε λίγο και λιγάκι, σηκωνότανε από την αμίλητη πολυθρόνα, παρέκαμπτε την Άγια- Τράπεζα, στεκότανε μπροστά μας, για ένα βιαστικό ροζοφίλημα, και αμέσως χωνότανε στα ακρινά, ξύλινα ντουλάπια, κι εκεί μέσα χωμένος κούναγε την κεφαλή του μπροστά-πίσω (σα να προσευχότανε) κι εμείς σκάγαμε από την περιέργεια. Πήρε καιρό όσο να ξεθαρρέψουμε και να λύσουμε το μυστήριο: ο τρελοπαπα-Σπύρος προσκυνούσε τον... άγιο Διόνυσο: άδειαζε τη φορά, μισό μπουκαλάκι ανάμα. Μετά το ξεθάρρεμα ήρθε η αποθράσυνση και μια μέρα αφήσαμε «στεγνό» τον καλόκαρδο τρελόπαπα που ούτε αυτόν τον χωρούσε πια ο τόπος, ούτε κι εμας.

Ανήμερα Πάσχα ήτανε. Το θυμάμαι καλά. Γλυκύτατο το ανάμα. Μια και κάτω ο τρελό-παπας; ε, μια και κάτω κι εμείς. Και φυσικά δεν θέλαμε πολύ για να χάσουμε τον μπούσουλα. Κι ενώ ο σοβαρός παπα-Γιώργης λειτουργούσε, ο αγαθότρελος έτρωγε τα μανίκια του με λύσα, κι ο κοσμάκης παρακολουθεί με κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία, εμείς χαζογελώντας κυλιόμασταν χαζογ Ιερό γιομάτοι ευτυχία, και τα γέλια μας σκανδάλιζαν την ευλάβεια των πιστών που δεν θέλανε να πιστέψουνε ότι μέσα στο ιερό γινότανε της πουτάνας... Λίγο καιρό αργότερα ειπώθηκε πως έγινε και θαύμα: κάτι θεοσεβούμενες γριούλες που καρτερούσανε να κοινωνήσουνε απ΄ έξω, ακούσανε λέει τούς αγγέλους (ε, ρε πλάκα!) να χαίρονται και να τραγουδούν! Το εκμυστηρευτήκαν και στον παπα-Γιώργη, εν είδει εξομολόγησης, κι εκείνος κούνησε το κεφάλι όλο συγκατάβαση, ενώ από μέσα του ορκιζότανε: «θα πέσουνε, δε θα πέσουνε στα χέρια μου τα διαβολόπαιδα; Θα τα σαπίσω στο ξύλο! Συχώρα με Θεέ μου!»

3. Τώρα αρχίζω να υποψιάζομαι πως έγινε και κουφάθηκα εντελώς από το δεξί τ΄ αφτί (είχε προηγηθεί η σφαλιάρα του μπαμπά, που με κούφανε μερικώς). Μετά την εξορία μας από το Ιερό, πως μπορούσαμε πια να επιστρέψουμε έξω από το τέμπλο κοντά στους κοινούς, αλλά σεβαστικούς θνητούς που τρώγανε τα αντίδωρά μας κι έτρεμε η ψυχή τους; Ξεπέσαμε λοιπόν κι εμείς κατά το… καμπαναριό, όπου σμίξαμε με την άλλη αληταρία (τα άλλοτε παπαδάκια που μόλις βγάλανε χνούδι στο πουλί, γράψανε σπίτι και παπάδες στα παπάρια τους). Τώρα σηκωνόμασταν πιο πρωί για να προλάβουμε την πρώτη καμπάνα, να δούμε τις γλώσσες που γυρόφερνε με τέχνη ο νεωκόρος, να ρίξουμε κι εμείς ένα δυο γερά χτυπήματα στο τέλος για να τρίξουνε άλλη μια φορά τα παράθυρα της αντικρινής πολυκατοικίας. (Ε, ρε εκείνη η ξύλινη στενή σκάλα, ακόμα τρίζει στη μνήμη προκαλώντας μου τον ίδιο κι απαράλαχτο τρόμο της πρώτης φοράς.) Και θα χάναμε και τα δυο μας τα τύμπανα εάν οι επίτροποι δεν μας εξόριζαν και από το κωδωνοστάσιο!!! Θυμάμαι (είναι αλήθεια, με μπόλικες ενοχές) στην κηδεία του τρελοπαπα-Σπύρου, είπαμε να σπάσουμε πλάκα και μας έβαλε ο διάολος να βαρέσουμε τις καμπάνες χαρούμενα!!! Γέλασε κι ο κόσμος, όχι όμως και ο νεωκόρος: «Γαμώ την Παναγία σας, το Χριστό σας κωλόπαιδα, με ξεφτιλίσατε, σε κηδεία είμαστε ρε γαμημένα, άνθρωπος πέθανε ρε πούστικα, ξεκωλιασμένα...» φώναζε όσο μπορουσε, κι ο κόσμος άκουγε από κάτω και δεν έβρισκε τρόπο να κρύψει τα γέλια του. Το τι κλοτσοπατινάδα φάγαμε εκείνη τη μέρα, δεν περιγράφεται. Την γλιτώσαμε επειδή ήμασταν πολλοί κι ο κυρ-Κοσμάς δεν ήξερε από τα νεύρα του ποιον να πρωτοκατραπακιάσει! Βάραγε όπου έφτανε, και κανέναν δεν πετύχαινε! Όμως, το ρεζίλι, ρεζίλι. Γιατί είχαμε και τον κόσμο από κάτω που κοιτούσε, εν τέλει, με ανάμικτα συναισθήματα... Το πως φτάσαμε κάτω, κουτρουβαλώντας τα ξύλινα σκαλιά, σώοι και αβλαβείς, ένας θεός ξέρει! (Να που κάποτε συμβαίνουν και θαύματα!)

Τώρα πια ήμασταν οι εξόριστοι του... παραδείσου. Ούτε στο Ιερό, ούτε στις καμπάνες. Στα κεριά, ούτε κατά διάνοια δεν μας άφηναν να πλησιάσουμε, από τότε που ο γιος του κυρ-Κοσμά πέταξε στο κουτί μισοσβησμένο κερί και λίγο έλειψε να λαμπαδιάσει το τόπος. Έξω λοιπόν!!! Γύρω από την εκκλησία!!! Στα πέριξ... Μέσα στα παρτέρια, πάνω στις ελίτσες, κάτω στα ανήλιαγα και δαιδαλώδη υπόγεια και κατακόμβες της εκκλησιάς, ή παραδίπλα στο μονίμως κλειδωμένο κατηχητικό με την παμπάλαιη στέγη. ( «Εδώ ήτανε το κρυφό σκολείο, μας έλεγε ο Παπα-Κώστας». Και μια μέρα δεν άντεξα: «και πώς ήταν κρυφό, παππούλη μου, εδώ πάνω στο λόφο που τον βλέπει όλη η πόλη; «Εξωωω, ανεδάστατε». Μ΄ αυτά και με άλλα, άδειασε το κατηχητικό και μπαίναμε πια μονάχα εμείς τ΄αλάνια απ΄τα παραθύρια, όταν ήτανε να παίξουμε χαρτιά ή όταν μας διώχνανε οι πατεράδες μας από το σπίτι, τις βροχερές μέρες και δεν είχαμε που κουρνιάσουμε.

Έξω, λοιπόν, και μέσα στα έγκατα της εκκλησιάς, αλλά και στον περίβολο, ανάμεσα στους πανηγυρτζήδες με τα σιάμαλι, τους μπακλαβάδες, τα ζαχαρωτά και τα μελωμένα φιρίκια. Ωωωω, τι μαγεία!!! Εκεί έξω αγάπησα και τους ψαλμούς, εκεί έξω έμαθα για τους ήρωες του Σαράντα που σακατεμένοι οι περισσότεροί τους είχανε στραβογεράσει πριν την ώρα τους. Χώρια που πεινούσανε... Εκεί έξω πρωτάκουσα για την κατοχή και τα βάσανα του εμφυλίου. Εκεί είχα το προνόμιο να μιλάω με «δαιμονισμένους» που μ΄ αγαπούσαν, τρελούς που τά ΄χαν τετρακόσια, «επαγγελματίες» αναπήρους που σαν έφευγε ο κόσμος βγάζανε χέρια και ποδάρια. (Έναν-έναν τους ξετρύπωνε ο διαολοΣτέφανος αλλά κι εκείνοι ένας-ένας μας βάζανε στο κόλπο και κρατούσαμε το στόμα μας κλειστό, εξαγοράζοντας της σιωπή μας με δίφραγκα του Καραϊσκάκη)... Εκεί έξω με περίμενε ένας κόσμος ζωντανός, ο δικός μου κόσμος. Με τους τόσους και τόσους αληθινούς και ψεύτικους ήρωες της πρώιμης εφηβείας μας…

4. Ο μπαρμα-Φώτης ο μπακλαβαδάκιας, και ο κυρ-Γιάννης ο φιστικάς δεν τα πηγαίνανε καλά. Αν και οι δυο τους είχαν πολεμήσει στην Αλβανία με το «Σύνταγμα Ευζώνων», αν κι οι δυο τους λίγο έλειψε να αφήσουν τα κόκαλά τους στο ίδιο χαράκωμα, αν κι οι δυο τους ώρες-ώρες διηγούνταν τις ίδιες μάχες, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με το ίδιο μπούκωμα στα μάτια και την ψυχή, εντούτοις ήταν... σαν το σκύλο με τη γάτα! Ήταν, βέβαια, και «πολιτικοί αντίπαλοι». Ο ένας με τον… Παπάγο κι άλλος με το… Βελιζέλο, εν έτει 1975! Που να καταλάβουμε εμείς τώρα τι σόι πράγματα ήτανε αυτά. Κι ούτε μας ένοιαζε και πολύ γιατί κι οι δυο τους τόσο καλά ανθρωπάκια που αμέσως τους συμπαθούσες… πακέτο! Οσο κι αν φωνάζανε ο ένας του αλλουνού, με λίγη προσοχή μάντευες πως κάτω από τις ανόρεκτες βρισιές τους κρυβότανε και κάμποσος θαυμασμός κι αγάπη του ενός για τον άλλονε.

Μια Κυριακή είδαμε τον μπαρμπα-Φώτη μοναχό του. Και την άλλη και την παράλλη το ίδιο. Μαθεύτηκε ότι ο κυρ-Γιάννης μπήκε στο νοσοκομείο... «Ρε διάολε, εσένα δε σου ξεφεύγει τίποτε. Μάθε που τονε πήγανε» με παρακάλεσε ο μπακλαβατζής. Ρώτησα κι έμαθα...

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ξανά και ο σιωπηλός, τώρα πια, ο κυρ-Γιάννης, βουβός πρωταγωνιστής σε ένα αλλιώτικο σκηνικό. Τώρα δεν άκουγες από το στόμα τους να λέει ο ένας κακή κουβέντα για τον άλλο... Τα καροτσάκια τους τώρα τα είχανε κοντά-κοντά. Κι ο κόσμος χαιρότανε που τους έβλεπε αγαπημένους. Κι εγώ μαζί τους, που τώρα πια έπαιρνα τζάμπα ό,τι ήθελα κι απ΄ τους δυο! «Πάρε, ρε διάολε, όσες καραμέλες θέλεις!!!» με προστάζανε!!! Κι όταν με ρωτούσε η μάνα μου που τις βρήκα, δε με πίστευε, γιατί ήξερε ότι ήμουνα γερό κλεφτρόνι και πήγαινε να μου τις βρέξει, αλλά το σκέφτότανε λίγο: «Θα τους ρωτήσω κι αλίμονό σου έτσι και μου λες ψέματα...», έλεγε και ξανάλεγε.

Τον άλλον χειμώνα αρρώστησα βαριά με λαρυγγίτιδα και χάθηκα από τα πέριξ της εκκλησίας - ήταν τότε που πρωτάρχισα να καπνίζω, παιδάκι δεκατεσσάρω χρονών. Ούτε που θυμάμαι πόσον καιρό έμεινα ξάπλα κι αφού δεν είχα τι να κάνω, μάθαινα τραγούδια από το κασετόφωνο («Ρίξε μια ζαριά καλή», «Παλικαράκι που ΄λιωσα»., «Πού΄ναι τα χρόνια/ωραία χρόνια» κά. Έχασα κι ένα σωρό μαθήματα και λίγο έλειψε να μείνω στην ίδια. Βγήκα από το σπίτι, όταν κόντευε σχεδόν να καλοκαιριάσει. Το θυμάμαι σαν τώρα, ήτανε Κυριακή Των Βαίων, γιατί η γιαγιά ζήτησε να της φέρω βάγια, δυο τρία φύλλα, να βάλει στο ψάρι προτού το πάει στο φούρνο… Μόλις βγήκα από το σπίτι, έκανα να τρέξω, αλλά τα πόδια τρέμανε και μια ζαλάδα με καλημέρισε αγρίως. «Μπα, θα περάσει», μονολογούσα και δεν περνούσε. «Τι περπατάς έτσι, ρε μαλάκα», κοροϊδεύανε τα γειτονόπουλα που με προσπερνούσανε. Κι εγώ πείσμωνα περισσότερο και προχωρούσα, ώσπου έφτασα, με πολλή κόπο και ζόρι.

Με καλωσόρισε, αδικαιολόγητα κατσουφιασμένος, ο νεωκόρος: «που είσαι, ρε κωλόπαιδο και μας έλειψες! Άντε να δούμε τώρα από ποιους θα κλέβεις καραμέλες και φιστίκια! Σαν και να κατάλαβα κάτι, αλλά δεν πρόλαβα να φέρω ολόγυρα το μάτι…

Όταν συνήλθα, ήμουνα πάλι στο άθλιο κρεβάτι του απαίσιου σπιτιού μου και άκουσα το γιατρό να λέει τη μάνα: «Υπογλυκαιμία και αδυναμία. Αν θέλεις να μη τον κουβαλάτε πάλι, κράτα τον σπίτι άλλη μια βδομάδα και δώς΄του κι αυτές τις βιταμίνες.

«Είσαι καλά, παιδί μου», ακούω μια γνώριμη φωνή απ΄ τα δεξιά. Γύρισα και δεν πίστευα στα μάτια μου. Ήταν ο νεωκόρος (αυτός με κουβάλησε) που με κοιτούσε στα μάτια όλο αγάπη και αγωνία. «Είσαι καλά, μωρέ;», με ξαναρώτησε και μια θαλπωρή στη φωνή του που ζέστανε απ΄ άκρη σ΄ άκρη το σκοτεινό δωμάτιο και τα σπλάχνα μου. Δυστυχώς, αμέσως πάγωσα ξανά, σαν άκουσα τον καλό μου πατερούλη να χασκογελά χαιρέκακα: «δεν είχε από ποιον να κλέψει καραμέλες και έπαθε υπογλυκαιμία! Χα χα χα!» χαχάνισε, αυτάρεσκα και μόνος του. Ως συνήθως. Ο χαμένος! Αλλά τι μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν μαντράχαλο που χαστούκιζε για πλάκα τη γυναίκα του και τα παιδιά του;

* * *

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2008

Περιεχόμενα του μπλογκ - Ευρετήριο Κειμένων

Με μπλε: Βιωματικά κείμενα, προσωπικές εκμυστηρεύσεις, αφήγηματα και διηγήματα
Με μωβ: πληροφορίες γύρω από την επιληψία και την Κετογενική Δίαιτα
Με μαύρο: Μαχητικά κείμενα και δοκίμια
Με πράσινο: Αφιερώματα

...............................

130. Κλωτσώντας την... επιληψία με αγκαλίτσες και χορους (φωτό)
129. Επιστροφή, έξι μήνες μετά
128. Επιληψία και αυτυχήματα - ρούχα που προστατεύουν
127. Dravet syndrome - links
126. Πέντε μήνες στις ΗΠΑ ενάντια στο Σύνδρομο Ντραβαί ...
125 Το χθεσινό αγκάθι που έγινε ρόδο
124. Χαιρετισμούς στον μπαμπά !
123. Κερδοσκοπική και αφιλόξενη η ιατρική γραφειοκρατία...
122. Τρεμάμενο σώμα
121. Ακόμα χειρότερα νέα: Σύνδρομο Ντραβαί - Dravet's ...
120. Υποτροπή της επιληψίας - Προσωρινή αναστολή του μπλογκ
119. Τι είπαν οι γιατροί του νοσοκομείου - Απαισιόδοξο ...
118. Εισφορές υπερ του ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΑΤΟ...
117. Φεύγουμε ξανά, για νέες ιατρικές εξετάσεις στις ΗΠΑ
116. Είναι σοβαρά / το μικρό παπάκι...
115. Το πρώτο μας επιληπτικό επεισόδιο σε δημόσιο χώρο
114. Φιλοξενια ασθενών και συγγενών τους στις ΗΠΑ
113. Αυτή η αγωνία δεν συνηθίζεται...
112. Επιληψία και ψυχραιμiα
111. First Do No Harm

110. Η Έμμα και ο Μάθιου

109. Ορθολογισμός και κοινωνία - ή όταν ο Στέλιος Ράμφο...

108. Ενας υπέροχος άνθρωπος - Αφιερωμένο στο Τζιμ Άμπραxαμς...

107. Κυστική Ίνωση (αν έχεις τύχη, διάβαινε)

106. Μετά την ανάρρωση (εκμυστήρευση του Κάπα)

105. Diary of seizures - Αρχείο από το 2002 έως το 2007...

104. Ευτυχώς... ανευθυνότητα! (Λάθος συναγερμός)

103. Αιματουρία: ξανά πρόβλημα στα νεφρά; (Προσθήκη: η ...

102. Υποτροπή ή παρένθεση; (Εξελίξεις)

101. Διπολική διαταραχή ή Μανιοκατάθλιψη: πληροφορίες

100. Αλλαγή σχεδίων και νέο πρόγραμμα

99. Η επίμονα εξοντωτική αγάπη (αφιερωμένο στον ΝικόΔημο)

98. Αν τα σκαλιά ήταν από μάρμαρο...

97. Τα πρώτα... σκαλιά

96. Το βάπτισμα του πυρός

95. Τι συμφορά κι αυτή !!!

94. Η αναθεωρημένη Κετογενική Δίαιτα της κόρης μας

93. Mανιοκατάθλιψη (και κάτι για αντιστάθμισμα)

92. Ξεπεράστηκε το πρόβλημα - ετοιμασίες για επιστροφή...

91. Δυσάρεστα Νέα

90. Νέα από τις ΗΠΑ

89. Αποχαιρετώντας τους άλλους γείτονες

88. ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ & Ενημερωτικα βίντεο για την Επιληψία...

87. Αποχαιρετισμός στο Doncat

86. Ενα φιλί για τη ζεστή παρέα του Νίκου Δήμου

85. Παραμορφωμένη Αφροδίτη

84. Από μικρή λάτρευα τα ταξίδια...

83. Ανεπίκαιρο

82. TETRAPODOLOGEIN - επισκεφτείτε το!

81. Ξανά δυσκολίες...

80. O Αντυ έκλεισε το μπλογκ του

79. ΄Ετυχε;

78. Η μικρή Kelly θέλει να ζήσει...

77. Παραλίγο ατύχημα - σχέδια για ειδικό ανεκλυστήρα

76. Η επιληψία στο χειρουργείο - και δυο θέματα ακόμα

75. Κρύβοντας την επιληψία - οι επιπτώσεις της

74. Για τον Νίκο Δήμου (με τα λόγια του Θανάση Τριαρίδ...

73. "Λευκανσία" - κείμενο στον λογοτεχνικό διαγωνισμο του Ν. Δήμου

72. Η μνήμη...

71. Ακόμα κι ένας άπιστος...

70. Χθες το βράδυ

69. Παγκόσμια Ημέρα του Παιδιού

68. Ο Kαιάδας της γραφειοκρατικής αναλγησίας: άρρωστος...

67. Η Αφροδίτη για την ταινία του Jim Abrahams (κριτι...

66. Η Μπρεν είναι καλά και σας ευχαριστεί !

65. Μια ευχή για την Brynne που χειρουργείται την Παρα...

64. Εγωισμός

63. Το διαβατήριο τής αγάπης - Ο Σωκράτης

62. Παιδική επιληψία: τα πάντα με δυο λόγια

61. Από το Ευαγγέλιο: θεραπεία δαιμονιζόμενου παιδιού

60. Δυστυχώς, κατά την εκκλησία, Επιληψία = Δαιμονισμό...

59. "Σχιζοφρένεια": ένα περιστατικό

58. Περι μισαλλοδοξίας και νηφαλιότητας: η διαχωριστικ...

57. Η συνεισφορά ενός τακτικού μας επισκέπτη

56. Εκκλησία, θρησκεία και Επιληψία

55. Πίστη χωρίς... ψευδαισθήσεις!

54. Αγρύπνια

53. Αλλο σόι φθινόπωρο και τούτο!

52. Η Κετογενική Δίαιτα στην πράξη

51. Ενα "ασήμαντο" περιστατικό

50. Γράμμα της... κόρης μου σε μια φίλη της

49. 50 χρόνια με την επιληψία αφήγηση του 68χρονου ...

48. Φθορά

47. Το αγόρι που γνώρισα και δεν πρόλαβα να αγαπήσω

46. Κετονογόνος Δίαιτα ή Κετογόνος ή Κετογενής ή Κετον...

45. Επιληψία: κρίσιμες ερωτήσεις και χρήσιμες πληροφορ...

44. Α. Προς το Συνέδριο για την επιληψία - Β. Οφειλή σ...

43. 20 Ιουλίου 1974: Τουρκική εισβολή

42. Τώρα το DVD για την (Κετογενική Δίαιτα) και με ελληνικούς υποτίτλους

41. Η Αννίτσα (και οι ελπίδες τής ντροπής) - ΔΙΗΓΗΜΑ στο blog του Νίκου Δήμου

......Η Αννίτσα (και οι ελπίδες τής ντροπής) - σχόλια και στο δικό μου μπλογκ

40. Ενα ιμέιλ που με προβλημάτισε...

39. Το υπόγειο της αφθονίας (και το τίμημα) - ΔΙΗΓΗΜΑ στο blog του Νίκου Δήμου

..... Το υπόγειο τής αφθονίας (και το τίμημα) - σχόλια και στο δικό μου μπλογκ

38. Ο... απρόβλεπτος αμερικάνος Φίλος

37. Γεύση θανάτου και ζωής...

36. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

35. Never give up!
34. Οφειλή (Στο Νίκο Δήμου - με αγάπη)
33.
Μια συνταρακτική Γεύση Ελπίδας...
32. Αφιέρωμα σε μια αξιοθαύμαστη φίλη, την N-s
31. ...σε κείνον τον άγγελο που έφυγε...
30.
Η φαρμακοανθεκτική επιληψία και ο... Βολτέρος
29.
Σχόλιο (ενός φίλου) για τη σύγκριση Ευρωπαίων και ...
28.
Κάποτε θέλησα ν΄ αλλάξω τον κόσμο...
27.
Όταν απαρνήθηκα, για λίγο, τη μανούλα...
26.
Αυτή η βδομάδα είναι κάπως δύσκολη...
25.
Όαση στην ερημία...
24. Στη φίλη μου Κ. και στην κορούλα της Μ.
23. Πέρσι το Μεγάλο Σάββατο...
22.
21η Απριλίου: ακόμα κρατάει η σταύρωση...
21.
Από τους εφιάλτες στον παράδεισο...
20. Η Αφροδίτη για τη μητέρα της...
19. Ο μπαμπάς που δεν είχα...
17.
Στο δρόμο για τις ΗΠΑ...
17.
Διεκδικώντας κρατική βοήθεια...
16.
Όταν η ελπίδα πέθαινε...
15.
Έλλη μου, σ΄ ευχαριστώ...
14.
Μια αγάπη για έναν...
13. Καρδούλα μου, αντίο...
12. Βοήθεια! ( 2 )
11.
Βοήθεια! (1)
10.
Μισή προσευχή
09.
Η πρώτη Έξοδος!
08.
Η δική μας άνοιξη!
07.
Λέξεις αιματοβαμμένες
06.
Η αληθινή ζωή
05.
Μια "ιστορία τρόμου"
04. Νοσοκομείο Λευκωσίας - 3
03.
Νοσοκομείο Λευκωσίας - 2
02.
Νοσοκομείο Λευκωσίας - 1
01.
Επιληψία, αγάπη μου!

.

Με αγάπη - Παράγραφος

Σας παρακαλούμε μη διαστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας: paragrafos@cytanet.com.cy